leykos xronos

leykos xronos

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Η θέα από τον λόφο

 Με τον Δ. κάναμε πάντα σχέδια. Σχέδια για τα πάντα. Κυρίως όμως σχεδιάζαμε τρόπους διαφυγής από την άχαρη, μίζερη και στεγνή πόλη που μέναμε. Είχαμε κανονίσει και διαλέξει ακόμη και το μέρος που θα καταλήγαμε. Κάποιο νησί στο Ιόνιο. Το κόλπο ήταν συνήθως απλό. Ποτισμένο με λίτρα αλκοόλ έμοιαζε ακόμη πιο εύκολο, πιο εφικτό. Κάθε επόμενη μέρα αποδεικνύονταν όμως πως δεν ήταν…και πώς να είναι άλλωστε! Συνήθως, έπειτα από τα συνηθισμένα δρομολόγιά μας, καταλήγαμε στο σπίτι του. Σπίτι απίθανα ευρύχωρο με τεράστια βεράντα που έβλεπες όλη την πόλη, μέχρι και τα πρώτα χωριά του κάμπου. Έτσι κι εκείνη τη νύχτα, που έμοιαζε περισσότερο με μέρα γιατί είχε πάρει να ξημερώνει.
 Φτάσαμε με ταξί, αργά, γύρω στις 5.30. Το ταξί ήταν υποχρεωτικό. Όχι τόσο γιατί δεν μπορούσαμε πλέον να πάρουμε τα πόδια μας, όσο γιατί μέχρι το σπίτι του Δ. έπρεπε να διανύσουμε μια τεράστια απόσταση σόλο ανηφόρα και δεν βλέπαμε την τύφλα μας. Όσοι δουλεύουν ταξί σ’ αυτήν την πόλη ξέρουν τον Δ. καλά κι αυτό γιατί τους έχει δώσει μια περιουσία σε ταρίφες. Ποτέ, απ’ όσες φορές κι αν μπήκα σε ταξί μαζί του δεν ανέφερε τον προορισμό. Όλοι γνώριζαν, παλιοί και νέοι επαγγελματίες κι αυτό, στα μάτια μου, φαντάζει κάπως γοητευτικό, ενώ στην ουσία δεν είναι και τόσο. Το σπίτι μάς υποδέχτηκε άδειο μα οικείο, με την κάθε γωνιά του να φωνάζει τ’ όνομά μας θέλοντας να την γεμίσουμε. Ο Δ. έκατσε στον καναπέ όπου συνήθως λιποθυμούσα όταν πλέον δεν άντεχα άλλο κι εγώ άραξα στη μία απ’ τις δύο πολυθρόνες που νομίζω πως ήδη από καιρό είχε πάρει το σχήμα του κορμιού μου. Κατά έναν απόλυτα εξωπραγματικό τρόπο, στο σπίτι εκείνο, ακουγόταν συνέχεια μουσική. Πρωί και βράδυ. Όλο το εικοσιτετράωρο. Έχω την θολή εντύπωση ότι κανείς, ποτέ, δεν πείραξε ούτε επιχείρησε να θέσει σε λειτουργία το στερεοφωνικό που ήταν συνδεδεμένο μ’ έναν παλιό υπολογιστή. Τα δύο αυτά μηχανήματα ήταν συνεχώς ανοιχτά και παίζανε μουσική κατά βούληση, εκτός κι αν κάνω κάποιο μεγάλο και τραγικό λάθος που στην περίπτωσή μου δεν θα ‘ταν και τόσο περίεργο. Παίρνοντας απ’ το χαμηλό τραπέζι το αιώνιο ξύλινο κουτί με τα σύνεργα, ο Δ. κατάφερε κι έστριψε ένα ικανοποιητικά μεγάλο τσιγάρο και κλείνοντας την άκρη του μου το πρότεινε με κείνο το χαμόγελο που σήμαινε καταστροφή, αν και όχι απαραίτητα κακή. Το άναψα τραβώντας μερικές δυνατές τζούρες κρατώντας την τελευταία μερικά δευτερόλεπτα μέσα μου, όπως συνήθιζα, για την πρώτη ζάλη. Έπειτα το πάσαρα στον Δ. λέγοντάς του να το κρατήσει όσο θέλει. Το είχα από καιρό παρατήσει κι είχα αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στο αλκοόλ. Ο συνδυασμός των δύο δεν μου κάνει καθόλου καλό. Γέρνοντας πίσω το ζαλισμένο μου κεφάλι μού ξέφυγε ένας αναστεναγμός κι ο Δ. έβαλε τα γέλια. Με την τραχιά, μεθυσμένη φωνή του ξεκίνησε την ιστορία.
 «Ήταν, ξέρεις, δυο φίλοι καλή ώρα σαν κι εμάς. Καθισμένοι σ’ ένα σπίτι ψηλά σ’ έναν λόφο που απ’ τα παράθυρα βλέπανε όλη την πόλη κι αν ξεμάκραιναν το βλέμμα, η ματιά τους άγγιζε μια θάλασσα που όμως δεν υπήρχε. Βολεμένοι για χρόνια στις ίδιες ακριβώς θέσεις, ακίνητοι, με τα ποτά τους, τα φαγητά τους και τους έρωτές τους, παραμέριζαν την μία και πραγματική επιθυμία τους. Να βρούνε την θάλασσα. Είχαν μεταμορφωθεί σε δύο οκνηρούς και επιπόλαιους καλοπερασάκηδες που στην ουσία αυτό που τους έλειπε τους εμπόδιζε να δούνε κατάματα την μιζέρια τους και κυρίως να την αντιμετωπίσουν. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, σιχαμένοι και οι δύο από τις εφήμερες απολαύσεις, αποφάσισαν με έκπληξη που δεν μπόρεσαν να κρύψουν απ’ τα πρόσωπά τους, πως έπρεπε να σηκωθούν απ’ τον βολικό καναπέ τους και να πραγματοποιήσουν την μία και μοναδική, την αληθινή επιθυμία τους. Θα ψάχνανε και θα βρίσκανε τη θάλασσα κι αυτό ήταν σίγουρο. Πιο σίγουρο κι απ’ το σίγουρο. Άρχισαν να κατεβαίνουν τον λόφο με ασυνήθιστα μεγάλα και γρήγορα γι’ αυτούς βήματα αφήνοντας πίσω το καταφύγιό τους, νομίζοντας για πάντα. Η ζέστη δεν αποτελούσε σύμμαχός τους και μέσα σε λίγα λεπτά, κάθιδροι και λαχανιασμένοι, σταμάτησαν να πάρουν μιαν ανάσα. Δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το ποια κατεύθυνση έπρεπε να ακολουθήσουν και όπως ήταν κλεισμένοι τόσο καιρό σε τέσσερις τοίχους, τα πόδια τους άρχισαν να τρέμουν. Κοίταξαν καλά γύρω τους μα η πόλη φάνταζε πλέον άγνωστη, απρόσωπη κι εχθρική. Τρόμαξαν τόσο πολύ που με όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει ανέβηκαν ξανά τον λόφο και κλείστηκαν πάλι στο σίγουρο και ασφαλές σπίτι τους. Έμειναν εκεί για λίγα χρόνια ακόμη, ακολουθώντας το ίδιο ακριβώς με τα προηγούμενα χρόνια πρόγραμμα. Μέχρι που έφτασε πάλι μια μεγάλη, ζεστή μέρα του Ιούλη που αποφασισμένοι και σίγουροι όσο ποτέ άλλοτε, άρχισαν και πάλι να κατεβαίνουν τον λόφο. Αυτή τη φορά όχι με γρήγορα, μεγάλα βήματα αλλά με φτερά στα πόδια. Σχεδόν πετούσαν. Την δεύτερη αυτή φορά πήγαν λιγάκι πιο μακριά. Έφτασαν σ’ ένα μέρος που έμοιαζε με πλατεία, με κόσμο πολύ, αν θυμόταν, βέβαια, ακριβώς πως είναι οι πλατείες και σκέφτηκαν πως τα κατάφεραν καλά. Είχε και άγαλμα, ενός μάλλον γνωστού αρχαίου εξερευνητή. Η στήλη κάτω απ’ τον ανδριάντα έγραφε με λεπτά σκαλισμένα γράμματα : ‘’ Ο μεγάλος εξερευνητής Μεν.Δουλ. που πέθανε προσπαθώντας να βρει τη θάλασσα ‘’. Τρόμος δεύτερος, πιο ισχυρός, τους έκανε να πισωπατήσουν και τρέχοντας, σχεδόν πετώντας, ξαναγύρισαν στο σπίτι, στην κορυφή του λόφου. Όχι, δεν είχαν την παραμικρή ανάγκη να βρουν καμιά θάλασσα ή μήπως ο φόβος και η βόλεψη τούς έσπειραν αυτή την σκέψη; Η παραμονή κράτησε καλά γι’ ακόμη λίγα χρόνια. Έφτασαν στο σημείο να κοιμούνται σε ξεχωριστά δωμάτια. Να μην μιλούν μεταξύ τους σχεδόν ποτέ. Έκοψαν τις διασκεδάσεις ως κάτι ανούσιο, ξαναζεσταμένο και βαρετό. Σταμάτησαν, ακόμη, να δέχονται και επισκέψεις. Η μιζέρια που τόσο καλά κρυβόταν μεταμφιεσμένη στις ζωές τους, πέταξε την όμορφη μάσκα που φορούσε και έδειξε το πραγματικό της, άσχημο πρόσωπο. Περισσότερο, μέσα τους, άρχισε να τους κατατρώει εκείνη η παλιά, γλυκιά επιθυμία να βρουν αυτό που αγαπάνε. Έτσι, για τρίτη φορά, μια μεγάλη και ζεστή μέρα κάποιου Ιούλη ξεκίνησαν να κατεβαίνουν τον λόφο. Δεν τους ξανάδε κανείς, ούτε κανείς έμαθε ποτέ νέα τους. Τι βρήκαν και τι ανακάλυψαν το γνωρίζουν μονάχα αυτοί. Τέλος.»
 Το τέλος βέβαια το άκουσε μόνο ο Δ. που το είπε. Εμένα με είχε πάρει ο ύπνος κι έτσι τον έβαλα να μου το ξαναπεί. Στα πόδια της πολυθρόνας μου αριστερά, τριβόταν σαν μικρό γατί ένα πλακέ, γυάλινο μπουκάλι. Το πήρα στα χέρια μου ξεβιδώνοντας ευλαβικά το ασημένιο του καπάκι. Το ζεστό περιεχόμενο ταξίδεψε μέσα μου μεθώντας με ακόμη λίγο. Ο Δ. τελείωσε το τσιγάρο του και πήγε με αργά βήματα για ύπνο. «Αύριο όπως είπαμε, έτσι;» Δεν θυμόμουν να είχαμε πει τίποτα. «Έτσι!», του είπα χωρίς να ζητήσω εξηγήσεις και ξάπλωσα στον καναπέ.
 Η επόμενη μέρα ήρθε λίγο αργότερα απ’ το συνηθισμένο, προσφέροντας έναν πονοκέφαλο στολισμένο με εφιάλτες. Στο σπίτι δεν βρήκαμε καφέ και ντυθήκαμε ανόρεχτα για να αρχίσει η αναζήτηση του πιο κοντινού στεκιού. Τα υπόλοιπα, όσα ακολούθησαν, είναι άνευ σημασίας. Τον Δ. έχω χρόνια να τον δω. Έμαθα πάντως πως το ταξίδι του το έχει ξεκινήσει ήδη και ίσως να βρίσκεται σε καλό δρόμο. Εγώ πάλι, παραμένω εδώ, κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους και γράφω ανόητες ιστορίες.   

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

run

τρέχω πίσω σου
δεν ξέρω τι ακριβώς πολιορκώ

ξεφεύγεις, σε ψάχνω
ανοίγω πόρτες διαδοχικά

μια ανάσα
μια ανάσα, βοήθεια !

τρέχω πίσω σου
δεν ξέρω τι ακριβώς επιδιώκω

ξεφεύγεις, ρωτώ
ανοίγω αγκαλιές διαδοχικά

κι άλλο
κι άλλο, γεια !

ακόμη λίγο, ακόμη λίγοι

  Στο δρόμο για το σπίτι. Κάτι είδα, κάτι τράβηξε την προσοχή μου. Με λύπησε, με εξουθένωσε. Μ' έπιασε εκείνη η απρόσκλητη μελαγχολία. Σκέφτηκα τι έκανα τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα. Τίποτα. Έπειτα σκέφτηκα κάτι τύπους σαν τον Kerouac ή τον Μπολάνιο και η μελαγχολία κράτησε ακόμη λίγο. Περπάτησα νηστικός διαλέγοντας τον μακρύτερο δρόμο για το σπίτι. Αλλάζει ο χρόνος. Τι έκανα τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα; Τίποτα. Οι τελευταίες δύο μέρες του χρόνου. Συνέχισα να περπατάω. Το σπίτι μακριά, ακόμη λίγο. Θα με βρει ο νέος χρόνος στο δρόμο, σκυφτό, πεινασμένο, νηφάλιο. Εκείνη η καταραμένη μέθη, η περίεργη ιδιότητα του αλκοόλ, η ψευδαίσθηση ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, ότι είσαι δυνατός, ερωτεύσιμος. Προχώρησα ένα τετράγωνο, ακόμη λίγο. Δάκρυσα απ' το κρύο, έχωσα τα χέρια βαθιά στις άδειες τσέπες. Κανείς δεν περπάτησε δίπλα μου, απέναντί μου. Κάποιες λέξεις διάφανες, δαγκωμένες, ξέφυγαν απ' το στόμα μου. Τα δόντια συνέχισαν τον παγωμένο χορό τους. Σταμάτησα κι αγόρασα τσιγάρα. Έκαναν την επίσκεψή τους και δυο - τρία ονόματα ή μάλλον αρχικά ονομάτων. Κάτω απ' το σπίτι άνοιξα το πακέτο κι έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα. Έψαξα τις (άδειες) τσέπες. Γύρισα πίσω κι αγόρασα αναπτήρα. Δεν θα φύγει, όχι, θα συνεχίσει να μου κάνει παρέα. Είμαι νηφάλιος, θα μείνει κοντά μου. Σήμερα. Πριν έρθει ο χρόνος. Κατέβασα τον καπνό. Ανέβηκα στον τέταρτο όροφο, ξεκλείδωσα. Ο Β. η Ν. και κάποιοι άλλοι ήρθαν μαζί μου, ακόμη λίγοι. Κάθισα. Έκαναν το ίδιο. Μέσα μου. Άναψα δεύτερο τσιγάρο αδειάζοντας το τασάκι στα σκουπίδια. Άφησα ξεκλείδωτα για να μπορέσεις να μπεις αν τυχόν αποκοιμηθώ. Σε περιμένω.    

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

FATA MORGANA (Νίκος Καββαδίας - ποιητική συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ - 1975)

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνειο αρραβωνιάζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

Πουθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν' εν' αγόρι μ' ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να 'χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
ή το γέρο νάνο απ' την Καντώνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ' όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γεια χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

νωρίς το πρωί

Ξέρεις πώς πονώ στην άκρη, Ιούδα;
Ξέρεις πόσα μίλια μετρώ;

Η ζωή σου υφαίνει στιγμές απ' το όνειρό μου
  κι όμως αυτό δεν είναι αρκετό
  να δαμάσει την τίγρη που με ξυπνάει
  κάθε πρωί
  κάθε δροσιά

Το ανώδυνο θα 'ταν αυτό που νομίζεις
  το ανώδυνο είναι αυτό που τρομάζει

Σκύψε λίγο στην άκρη της νήσου
  σκύψε λίγο χωρίς να ρωτάς

Πόσο το θέλω, σε μίσησα πάλι
  σ' αγαπώ, το ξέρεις, είσαι άπειρο ον

κι αν νομίζεις πως στ' αλήθεια πετάς
  γελιέσαι.

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Μια μικρή αρχή

 Μέσα από έναν λήθαργο χωρίς μνήμες, χωρίς χθες, σηκώθηκα με το επίμονο κι επίπονο για το κεφάλι μου κουδούνισμα του τηλεφώνου. Άπλωσα το χέρι μου να το φτάσω μα ήταν μακριά για τις διαστάσεις μου. Σύρθηκα στο πάτωμα ανήμπορος να σταθώ στα πόδια μου. Απάντησα με φωνή βγαλμένη από την άβυσσο. «Σου έχω αφήσει τα λεφτά στο δεύτερο συρτάρι του κομοδίνου». Το τηλέφωνο έκλεισε. Ποια ήταν πάλι αυτή; Γιατί στο δεύτερο συρτάρι άραγε; Ρώτησα χωρίς να περιμένω απάντηση. Κοίταξα προς το κομοδίνο. Έλειπε το πρώτο συρτάρι. Μυστήριο. Έλειπε και δεν υπήρχε πουθενά μέσα στο δωμάτιο. Άνοιξα το δεύτερο και μοναδικό πλέον συρτάρι και βεβαιώθηκα πως τα λεφτά βρισκόταν εκεί. Χοντρό κομπόδεμα. Ένα μάτσο χαρτονομίσματα των πεντακοσίων. Θα ‘ταν σίγουρα εκατό χιλιάρικα. Δεν μπορούσα με τίποτα να θυμηθώ οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Συνέχισα να σέρνομαι προς την κουζίνα. Η ανάγκη για καφεΐνη ήταν επιτακτική.
Αφού κατάφερα με μερικές γουλιές καφέ να ανοίξω τα μάτια μου, παρατήρησα πως το πάτωμα της κουζίνας γυάλιζε ασυνήθιστα για τα δεδομένα μου. Δεν θυμάμαι να το καθάρισα ποτέ τόσο σχολαστικά. Βασικά δεν θυμάμαι ποτέ τίποτα με ακρίβεια. Είναι το μεγάλο μου μειονέκτημα. Το τεράστιο κενό μου και σίγουρα δεν ευθύνεται μονάχα το ποτό. Ή μάλλον, ευθύνεται μονάχα το ποτό. Δεν μεθώ ποτέ. Πάντα φέρομαι φυσιολογικά λες και δεν ήπια ούτε σταγόνα. Μόνο που δεν θυμάμαι τίποτα ή σχεδόν τίποτα. Όλα τα μαθαίνω απ’ τους άλλους κι ο καθένας, φυσικά, μου τα λέει όπως θέλει. Μου πλασάρουν όλοι τις δικές τους ιστορίες κι αναγκαστικά δεν εμπιστεύομαι πλέον κανέναν. Μόνο τους δυο κολλητούς μου. Δεν μου λένε ψέματα ποτέ ή σχεδόν ποτέ. Όλο αυτό το παραμύθι έχει κάνει κακό στη δουλειά μου, από την οποία έχω αποσυρθεί. Ίσως όμως θα ‘πρεπε να αποσυρθώ απ’ το αλκοόλ και να ξανασχοληθώ με τη δουλειά. Τρεις – τέσσερις δουλειές το χρόνο. Καλά μελετημένες. Μία κάθε εποχή. Και μετά αλκοόλ και ταξίδια και γυναίκες. Εκατό χιλιάρικα! Πως θα την βγάλω με εκατό γαμημένα χιλιάρικα;
Έβαλα ένα σπορ κοστούμι αφού πρώτα έκανα ντους και ξυρίστηκα. Κατέβηκα στο υπόγειο πάρκιν της πολυτελούς κατοικίας του καλύτερου προαστίου της σκατόπολης που μένω. Στον υαλοκαθαριστήρα βρήκα ένα σημείωμα. Γυναικεία γράμματα. «Έλα στο λιμάνι, προβλήτα 5, στις 14:00». Τι σκατά είναι αυτό πάλι; Ποιος μαλάκας θα άφηνε κάτι τέτοιο στο τζάμι του δικού μου αυτοκινήτου; Έβγαλα το κινητό και κάλεσα τη Λ. Δεν απάντησε. Λογικό, ήταν πολύ νωρίς ακόμη να ξυπνήσει το πουλάκι μου. Σκέψου πόσες βίζιτες έκανε χθες! Το κειμήλιο που φορούσα πάντα στον αριστερό καρπό έδειχνε 12:35. Προλαβαίνεις πάντα να φτάσεις οπουδήποτε στην ώρα σου όταν διαθέτεις 240 άλογα. Γύρισα το κλειδί και η μηχανή γουργούρισε. Πάτησα ελαφρά το γκάζι και τ’ αμάξι μούγκρισε σαν πεινασμένος για τρέλες επιβήτορας. Ξεχύθηκα στο δρόμο στις 12:36 ακριβώς. Στις 13:00 θα πίνω ήδη τον δεύτερο καφέ. Θα τσιμπήσω κάτι στου Alex και θα κατέβω στο λιμάνι από περιέργεια.
 Στις δύο ακριβώς ήμουν μπροστά στη προβλήτα 5. Κάτι λιμενεργάτες προσπαθούσαν να δέσουν ένα πλοίο κι αποχαιρετούσαν ένα άλλο. Πλήξη. Ποιος διάολος μου άφησε τα 100 χιλιάρικα; Που βρισκόταν το συρτάρι μου; Ο Alex γιατί ήταν κλειστός; Ποιος με περίμενε στην προβλήτα; Μάλλον κανένας. 14:10 και δεν φάνηκε κανείς. Ακόμη 5 λεπτά και φεύγω, έκανα τη σκέψη μου φωναχτά. Δεν είμαι για τέτοιου είδους παιχνιδάκια. 14:15 το αμάξι μου έπινε διψασμένα τα λίτρα της βενζίνης κι είχα ανάγκη από ένα δυνατό ποτό.
Στο σνακ – μπαρ του Χρήστου ήταν τόσο ήσυχα τη στιγμή που έφτασα που αρχικά νόμιζα πως ήταν κλειστά. Στρογγυλοκάθισα στην στιβαρή σκούρη μπάρα του «Μποντλέρ» κι ένας μπάρμαν που τον έβλεπα πρώτη φορά μου πήρε παραγγελία. «Το συνηθισμένο», του είπα και φυσικά δεν κατάλαβε γιατί κι αυτός μ’ έβλεπε για πρώτη φορά. Τον ρώτησα που βρίσκεται ο Χρήστος και του έδωσα με λεπτομέρειες την παραγγελία μου. Όσο πηγαινοερχόταν στην κουζίνα μού μιλούσε κι έχασα τα μισά απ’ όσα είπε. Δεν είχα όρεξη να τον ξαναρωτήσω, δεν είναι του στυλ μου εξάλλου να ρωτώ κάτι για δεύτερη φορά. Κάτι άκουσα για ένα ταξίδι και συμπέρανα πως ο Χρήστος λείπει απ’ την πόλη. Αφοσιώθηκα στο φαγητό μου και ξέχασα όλα τα άλλα. Είναι στιγμές που όλα είναι περιττά, όλα εκτός απ’ το καλό φαγητό και μια παγωμένη βότκα.
 Συνέχισα την περιπλάνηση στην άχρωμη πόλη. Άσχημες πολυκατοικίες και γκρίζα δέντρα συμπλήρωναν το κάδρο, το cd ψιθύριζε κάτι άγνωστα και τα λάστιχα ήθελαν αέρα στα σίγουρα. Ένα σταυροδρόμι πιο πάνω απ’ την τελευταία σκέψη μου το κοντέρ έδειχνε 110 κι ένα μεγάλο φορτηγό έσβησε τον ήλιο απ’ τα μάτια μου. Το αμάξι σταμάτησε λες και χτύπησε μ’ ένα κοπάδι ταύρους. Το ταξίδι όμως άρχισε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, με πληρωμένο εισιτήριο και μάλιστα πολύ ακριβό.

άτιτλο ερωτικό

Έχω χιλιάδες λέξεις που θέλω να σου πω. Θέλεις να μ' ακούσεις;

Δυο μάτια με παρακολουθούν καθώς γράφω και μου χαμογελούν δυο χείλη. 

Η αγωνία δεν έφυγε τελικά. Το έμαθες;

Γύρω μου ένας τόνος από χαρτιά με ιδέες και φράσεις σκληρές σαν πέτρα.

Άναψα ένα τσιγάρο, όπως κάνεις αργά τη νύχτα έπειτα από δυο ποτήρια κρασί.

Έγραψα μια σκέψη στο τετράδιο, το μικρό μπλε τετράδιο που συνήθως λερώνω.

Πονάει λίγο το σώμα μου κι όλα ξεκινούν απ' την καρδιά.

Κρυώνω μα και πάλι βγήκα έξω φορώντας μόνο ένα μαύρο πουκάμισο.

Έκρυψα τον Μάρτη κάτω από μια πέτρα όπως κάναμε παιδιά.

Γέλασα με την ψυχή μου κι έπειτα σιώπησα. Για πάντα.

Η νύχτα θα 'ναι μεγάλη, το νιώθω, μεγάλη κι απρόσωπη.

αλύγιστη σα τρέλα

Είμαι τόσο προβλέψιμος
κάθε μέρα στην ίδια θέση
  ένα ψηλό σκαμπό στο μπαρ
  ίσως γράφει τ' όνομά μου

Σκαρφαλώνω ακούραστα
στηρίζομαι στο ξύλο
  κάποιο άγιο ξύλο
  που δεν γιορτάζει ποτέ

Σε βρίσκω συχνά
κάθε φορά στην ίδια θέση
  η μπάρα που φροντίζεις
  σίγουρα γράφει τ' όνομά σου

Αναρωτιέμαι πάντα
πως βρίσκεις την απόλυτη δύναμη
  χορεύτρια αποσταγμάτων
  αλύγιστη σα τρέλα

Μ' ακούς, μου χαμογελάς
σερβίρεις
  να ψάχνω τα μάτια σου στον χώρο
  είναι η ανάγκη της ζωής μου

Πόσο να σ' ακολουθώ
στο αέναο πήγαιν' έλα;
  το χρώμα των μαλλιών σου πορφυρό
  πυρώνει το μυαλό μου

Όλα όμως σταματούν εδώ
ένα φρένο παράλογο
  αφήνω την θέση μου κενή
  θυμίζει άδεια καρδιά

Βγαίνω στο κρύο
και η σκέψη ακολουθεί
  την επόμενη φορά, έστω
  ας βρω στον καφέ μου
  μια τρίχα απ' τα μαλλιά σου!

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Λατρεμένοι ήρωες της αμαρτίας

 Υπάρχουν κάποια πρωινά σ' αυτόν τον κόσμο που οι τελευταίοι ρομαντικοί καίγονται δίπλα σε κάδους ανακύκλωσης. Αποζητούν με λαχτάρα την αγωνία της κρυμμένης ηδονής, του φευγαλέου έρωτα που σφραγισμένος στο τελευταίο φιλί λίγο πριν χαράξει αρέσκεται να παίζει κρυφτό με την επιθυμία τους. Στέκουν αγέρωχοι στην κορυφή του πιο ψηλού κύματος έχοντας κατακτήσει την περίοπτη θέση στην ποιητική αιωνιότητα που έτσι κι αλλιώς τους ανήκε από πάντα. Ξεφεύγουν με τεράστιες δρασκελιές, σίγουρες, σταθερές ανάσες απολαμβάνοντας μέχρι τέλους το συνεχόμενο μπιτ του ατέρμονου ταξιδιού τους στην αθανασία. Παραμένουν αστρατοπέδευτοι θηρευτές αψηφώντας τα δεινά της ανεξέλεγκτης έκστασης που αναβλύζει από τα ζεστά κορμιά της γοητευτικής νύχτας. Είναι εκεί, οπουδήποτε μπορείς να υποψιαστείς, ζώντας ταυτόχρονα δύο ζωές. Την δική τους μα και την δική σου. Τόσο απλά που σε αναστατώνει η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να σε αγγίξουν, να σε απορροφήσουν, να σε στεγνώσουν ρουφώντας σε. Τους βλέπεις να χάνονται κάθε υπέροχο πρωινό πνιγμένο στα χρώματα αλλά και πάλι δεν είσαι σίγουρος ότι εξαφανίζονται. Είσαι; Τους βλέπεις πάλι και πάλι και ξανά σε κάθε κλείσιμο των ματιών, σε κάθε ανάσα, στον κάθε αναστεναγμό της τρυφερής ψυχής σου, σε κάθε γουλιά ζωής που με δίψα ερήμου πίνεις. Είναι μάγισσες, λατρεμένοι ήρωες της αμαρτίας στολισμένοι με χάδια αιθέρα και κόκκινης σαν αίμα ομίχλης. Όσο κι αν δεν το πιστεύεις τώρα, αυτή τη στιγμή, κάποιος κάθεται πλάι σου. Σου καίει τον λαιμό και το νου με τις λέξεις που πρόστυχα απαγγέλλει. Σου προκαλεί εγκαύματα καθώς σε πιάνει απ' το χέρι και σε τραβά σ' έναν κόσμο πλασμένο από μεταξένια αγκάθια, στρωμένο με παρθένες χαράδρες. Φοβάσαι. Φοβάσαι ότι θα σε παρασύρει και να 'σαι σίγουρος πως θα το κάνει και θα το κάνει τόσο πετυχημένα που δεν θα θέλεις να σταματήσει ποτέ. Θα το κάνει γιατί υπάρχουν κάποια πρωινά σ' αυτόν τον κόσμο που οι τελευταίοι ρομαντικοί δεν θέλουν με τίποτα να καούν μόνοι τους δίπλα στους κάδους ανακύκλωσης.

θυμάσαι ;

έβλεπα εκείνο το επιπόλαιο
  θρασύ αντράκι
να περιφέρεται όλη νύχτα
με το μαλλί του ελεύθερο
  χάδι στους ώμους

χάδι ματιών στο κίτρινο
  επιπόλαιο κορίτσι
που έπινε το μπέρμπον με νερό
  θωπεύοντας κάτω απ' το μπαρ
  ασιδέρωτα παντελόνια
  γλείφοντας βρώμικες ανάσες

Γεννήθηκα το ξημέρωμα
μ' έναν ψαλμό καπνισμένο
  ξέχασα το επιπόλαιο κορίτσι
  το αγόρι
περπάτησα πάνω στη γλίτσα
 που αναμασούσε όλη νύχτα μια γριά
Βγήκα απ' τον δρόμο
  έτρεξα
  τ' άφησα όλα πίσω
σε είδα τυχαία
  αντιστάθηκα
  σε φώναξα
κόκκινος, κάθιδρος
  σπαθοφόρος

Σε παράτησα
  όπως έκανες κάποτε κι εσύ
  θυμάσαι ;
ήταν μια όμορφη εποχή
εγώ το θρασύ,
  επιπόλαιο αντράκι
κι εσύ το κίτρινο,
  επιπόλαιο κορίτσι.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

150296

Κράτησα
πάνω μου σφιχτά
  το βιβλίο που πριν μέρες
  στον εαυτό μου είχα χαρίσει
κι εκείνο το απόγευμα
  της ανόητης φυγής
  απόγευμα Φλεβάρη

Είχαμε κατέβει όλοι
  στο λιμάνι
αμίλητοι μα
  σαν μιλημένοι από καιρό
σε λίγο
  κάποιος γέλασε
  κάποιος παραμίλησε
κι ο Θ. ο μαύρος ντυμένος γριά
  δήθεν μοιρολογούσε

Ήταν αστείο

Εγώ 'χα φορτωθεί
ένα μαύρο σύννεφο στην πλάτη
από κείνα τα ασήκωτα
  σαν παιδικός εφιάλτης
κάτι έλεγε μέσα μου πως
  θα μ' ακολουθεί για πάντα

Έως τώρα ;

κάθε τόσο θα ξεσπά
δάκρυα θα βρέχει

Ανέβηκα στο καράβι
  στριμώχτηκα
σκέφτηκα
  ''στη κουβέρτα θα τη βγάλω''
στάθηκα απ' την πόρτα πιο ψηλά
  να χαιρετήσω

Ήταν από κάτω είκοσι
  παραπάνω ;
το πιο όμορφο μπουλούκι της ζωής μου

Γελούσαν απ' τη λύπη τους
  μπορεί κι από μεθύσι
φωνάζανε συνθήματα
  μου χάριζαν τραγούδια
κι ο Κουίκυ κάπνιζε
  ασταμάτητα
  το ένα τσιγάρο πίσω απ' τ' άλλο

Όσο χανόταν
  η γη
  οι φίλοι
  το λιμάνι
και μέχρι που όλα έσβησαν
  και νύχτωσε
  χαϊδεύοντας τη Φαλκονέρα
αλλάξαμε ρότα
  κι απ' τα δάκρυα
  στα μάτια τα δελφίνια έλαμπαν
  φάροι στο σκοτάδι

Έμεινα στη κουβέρτα
  μούσκεμα
  ως το κάβο ντόρο
το πόρτο του βορρά
  ήταν μακριά ακόμη
όμως ξεκάθαρα
  τα γέλια
  οι φωνές
  γεμίζανε τ' αυτιά μου
κι ένα τρελό μουρμουρητό
  από ποιήματα του Κόλια.
 

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

.. σημειώσεις αρχείου ( 008 )

στα μολυσμένα φεγγάρια και τα υγρά πεζοδρόμια το χαρίζω
στις μνήμες των ξηροδερμικών χρόνων
στις χαώδεις εποχές των αθώων νιάτων μου
στα ποτισμένα λόγια που ειπώθηκαν

είμαι φτωχός και μεθυσμένος
ανάξιος να συντάξω, να ζήσω ξανά
ένα λευκό, τσαλακωμένο και βρώμικο απόβρασμα
ένα μηδενικό τίποτα, ένας άχρηστος πλεονασμός

είμαι ο χτύπος των πλήκτρων, η μελωδία της λευτεριάς
κι όμως τίποτα δεν με λυτρώνει, ούτε με εξαγνίζει
δέσμιος της δικής σας ζωής, άχρηστη ζωή ίσως.

μας μίλησαν για ροκ, το θυμάμαι
αλλά μάλλον ποτέ δεν κατάλαβα καλά
μόνο χιλιάδες καύτρες ένιωσα στα γυμνά μου πόδια
μικρές, αιχμηρές, αλύπητες βελόνες
λιλιπούτεια καλοακονισμένα στιλέτα
πένες πνιγμένες στο δηλητήριο

δεν μας έταξαν τίποτα, το θυμάμαι καλά
θα το βρίσκαμε μόνοι στο δρόμο που τυχόν θα διαλέγαμε
κι επέλεξα το ποιητικό αβέβαιο
το μουδιασμένο ξύπνημα, την αναπόφευκτη αμνησία
την τέχνη του τίποτα και τον χορό των στίχων
ακολούθησα κι οδήγησα, εξοντώθηκα κι επέζησα
μ' έναν αδέσποτο θυμό κι ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο στα χέρια.

.. σημειώσεις αρχείου ( 007 )

δεν έχω ανάγκη κανέναν θάνατο, καμία γέννηση
ίσως δεν ζητώ καμία αναγνώριση, ουδεμία διάκριση
τα βραβεία είναι γι' άλλους, λιγότερο ανήσυχους
οι έπαινοι επίσης
οι ποιητικές βραδιές είναι όμορφες όταν συνοδεύονται από
  άφθονο αλκοόλ και μικρές αλήθειες
όταν κατακλύζονται από περίεργους, λοξούς ανθρώπους
  με μια σπιρτάδα στο κόκκινο πρόσωπό τους
οι ποιητικές βραδιές είναι καλύτερες το ξημέρωμα
όπου όλα σωπαίνουν μεθυσμένα
  μισοβυθισμένα στον ήλιο που ξέρασε η θάλασσα
εκεί θα με βρεις εξαντλημένο
  ερωτευμένο με ό,τι με πόθησε
παρασυρμένο από σκόρπιους στίχους
  που αδυνατώ να μνημονεύσω
παρατημένο σε μια λαμπρή γωνιά της προηγούμενης νύχτας
αγκαλιά με το ξεχαρβαλωμένο μικρόφωνο και τον σβηστό προβολέα
να γέρνω πάνω στη μπάρα, που υγρή ακόμη
  θα συναγωνίζεται το λαρύγγι μου.

.. σημειώσεις αρχείου ( 006 )

ώρες αμίλητος
καταδικασμένος σε αδιέξοδη σκέψη
μετρώ τις ανατροπές
  τα συννεφιασμένα πρωινά του Φλεβάρη
την ομορφιά διαδέχεται η ασχήμια
η ανημποριά κυριαρχεί του πνεύματος
  η άνοιξη δυσοίωνα ανατέλλει
πως θα τα αλλάξω όλα που είμαι τόσο εξαντλημένος;
γιατί τα νήματα βρέθηκαν πάλι σε άλλου τα χέρια;
  γιατί όχι και στα δικά μου;
τι μου μένει άραγε να κάνω
  πέρα από άσκοπες ερωτήσεις κι απρόσωπα τηλεφωνήματα;
έρχεται η στιγμή που αναρωτιέσαι αν προσπάθησες αρκετά
  η στιγμή που κρίνεις εαυτόν
  εκείνη η μικροστιγμή που μόνο περιμένεις
  κοιτώντας πότε χαμηλά, πότε ψηλά
  μα σπάνια στα μάτια
γιατί φοβάσαι τι θα ακούσεις
  αν είναι αυτό που θες
  κι αν δεν είναι;
αν δεν είναι βυθίζεσαι, δεν υπάρχεις
η λύτρωση όταν δεν υπάρχεις είναι ότι δεν πονάς
μα η μικροστιγμή πάντα κρατά περισσότερο απ' όσο περιμένεις
  κι αντέχεις τελικά
οι δυνάμεις μου τελειώνουν, λιγοστεύουν
  αδυνατώ να αναμετρηθώ με το πλήθος των τεράτων
  των δύσμορφων θηρίων
ούτε να ουρλιάξω μπορώ, σαν πληγωμένο ζώο
  γονατισμένος σε μια βρώμικη γωνιά
  περιμένω το νεύμα του καίσαρα.

.. σημειώσεις αρχείου ( 005 )

οι δρόμοι είναι δικοί μου και πάλι
κυκλοφορώ ανενόχλητος, θρασύς, επιπόλαιος
μου ανήκει η λερωμένη άσφαλτος, μου ανήκετε εσείς
οι πλατείες είναι αδέρφια μου, τα σοκάκια παιδιά μου
εκεί κι εσείς, όπως στις κεντρικές λεωφόρους, τα αστραφτερά μπαρ
αστραφτερά παρτάλια, σας βλέπω
βλέπω το κενό σας
το άχρωμο κενό και τα ανύπαρκτα δάκρυα
βλέπω την φτιαχτή ευτυχία σας
την ρηχή και εικονική ευτυχία
βλέπω τις υψωμένες μύτες σας να στάζουν κόκα
τους πεταχτούς κώλους σας να στενάζουν μέσα σε ακριβά ρετάλια
σας παρατηρώ έξω απ' το βόθρο που ζείτε
 αγωνιώντας μη γίνω μέρους αυτού
πατάτε την ψυχή μου
μα κάτι από μένα σας ενισχύει αδιάκριτα, αισχρά
βλέπω τον πυρετό μου να ανεβαίνει βλέποντάς σας.

.. σημειώσεις αρχείου ( 004 )

η μελωδία αεράκι ξωτικό, επιπόλαιο χατίρι κι ευχή
φωλιασμένη στο υγρό μου στήθος
η φωνή κόκκινος ορίζοντας, ανοιχτό πουκάμισο κι έρωτας
γαντζωμένη στον μικρό μου λοβό

αδέξιο ποτάμι ο δρόμος πλάι στην υποψία του ματιού
παρδαλά οράματα και χρώματα ιλουστρασιόν
βίαιο αγρίμι ο χρόνος προσπερνά ξεσκίζοντας τη νιότη
αίμα παρατεταμένης εφηβείας και ηλεκτροσόκ

άγρια πτώση στο κρύο πρωινό πάτωμα
γερασμένος εφιάλτης κοντά στα ξασπρισμένα όνειρα
λαίμαργη φωτιά διαγράφει σκιά
ξεθεωμένος σάτυρος κρεμασμένος ανάποδα στο τοίχο

φώναξα πεινασμένος να βυθιστώ στην πυρετώδη ματιά σου
ούρλιαξα μέχρι που άδειασαν τα σωθικά του μυαλού μου
δείλιασα να σου πιάσω το χέρι όπως παλιά
γύρισα αλλού κι άρχισα να τρέχω χωρίς να δω πίσω μου στιγμή

σε θυμάμαι με πρησμένες στο λαιμό φλέβες να ανάβεις τσιγάρο
να μ' αγκαλιάζεις τρέμοντας σα νεογέννητη κόρη
θυμάμαι τη γεύση του καφέ στα χείλη, τη νικοτίνη στα δάχτυλα
 να με τυλίγει βάφοντας τη λεκιασμένη μου ψυχή.

.. σημειώσεις αρχείου ( 003 )

ακροβάτης πάνω στη στιβαρή ξύλινη μπάρα
λυγερή χορεύτρια επί πληρωμή
αγέρωχος κυνηγός κι ασημί ρεμάλι
αδίστακτος δολοφόνος κι αχόρταγος πότης
περήφανος ρακοσυλλέκτης κι αρχηγός της χλεύης
γοητευτικός εραστής σάρκινων ομοιωμάτων

πυρετώδες κυνήγι σε ανήσυχους δρόμους
πάλη μέχρι θανάτου σε μαύρα σεντόνια
πόρτες ορθάνοιχτες και πιο πέρα η λύπη
μεταμεσονύκτιο ρίγος στην άγνωστη πόλη
προδοσία και γέλιο μαζί προχωρούν

πόσες νύχτες πέρασαν, πόσοι θεατρινισμοί ;
πόσα βινύλια ούρλιαξαν, πόσοι θυμοί ;

.. σημειώσεις αρχείου ( 002 )

τώρα που τακτοποιήθηκαν όλα, μπορώ να φύγω από 'δω
με τις καινούριες μου μπότες γυαλισμένες και το μαύρο σακάκι
με τις μουσικές του σκοτεινού πρίγκηπα κολλημένες στ' αυτιά μου
 και τα ηλεκτρικά χνάρια ζωγραφισμένα στον φθαρμένο χάρτη

καμιά ανάγκη δε θα με κρατήσει, κανένα πάθος
δεν θα υπάρξει ούτε ένα συννεφιασμένο φιλί να μ' εγκλωβίσει
ούτε ένα βλέμμα να δημιουργήσει ''γιατί''
 και με σχεδόν γεροντικό στυλ θα απομακρυνθώ

δεν θα σου γνέψω να έρθεις, δεν θα σε καλέσω
μ' ένα παιχνιδιάρικο σλάλομ θα γίνω αόρατος στα μάτια σου
μ' έναν στείρο χορό ιθαγενών
 και με τον αστραφτερό κρότο του περιστρόφου.

.. σημειώσεις αρχείου ( 001 )

κάποιοι περήφανοι παλιάτσοι
περιφρονούν τις άνυδρες νύχτες μας
ποδοπατούν τη μπάρα μας
πίνουν τα ποτά μας
βιαστικά σαλεύουν μέσα στο αίμα μας
με βότκα και πολλά τσιγάρα ηχούν δαιμόνιοι, τρυφεροί
σαν ξεχασμένοι γονείς
σαν παλιές τιμωρίες
χουλιγκάνοι της ψευτιάς μας.

γράψιμο ( Τσαρλς Μπουκόφσκι - η λάμψη της αστραπής πίσω απ' το βουνό - μετ. Σώτη Τριανταφύλλου)

αρχίζεις να χαμογελάς
παντού
μέσα σου
μόλις οι λέξεις ξεχύνονται
απ' τα δάχτυλά σου
στα πλήκτρα
κι είναι σαν
να ονειρεύεσαι τσίρκο:
εσύ είσαι ο κλόουν, ο θηριοδαμαστής,
ο τίγρης,
είσ' αυτός που είσαι
καθώς
οι λέξεις σαλτάρουν
μεσ' από φλεγόμενα στεφάνια,
εκτελούν τριπλό άλμα στον αέρα
από τραπέζιο σε
τραπέζιο, κι ύστερα
αγκαλιάζουν τον
Άνθρωπο Ελέφαντα
καθώς
τα ποιήματα συνεχίζουν να βγαίνουν,
ένα ένα
γλιστράνε στο
πάτωμα,
όλα πάνε ρολόι'
οι ώρες πετάνε και φεύγουν
και ξαφνικά
έχεις τελειώσει,
πηγαίνεις στην κρεβατοκάμαρα,
πέφτεις στο κρεβάτι
και κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου
εδώ στη γη,
η ζωή είναι επιτέλους τέλεια.

η ποίηση είναι αυτό που συμβαίνει
όταν δεν μπορεί να συμβεί
τίποτ' άλλο.