leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Τζακ Μανουέλ

   Η ζωή ξεκινά μ' έναν θάνατο. Τον τελευταίο και οριστικό θάνατο του κυρίου Κάπα. Η κηδεία του γίνεται στο Α' νεκροταφείο, ένα υπέροχο Κυριακάτικο πρωινό. Το ότι είναι Κυριακή είναι εντελώς τυχαίο. Ή μήπως όχι;


   Στην νεκρώσιμη τελετή ο Τζακ συναντάει τους τρεις αγαπημένους φίλους του. Τον Λου, τον Μπλου και τον Μαρίνι. Δεν τους βγαίνει μιλιά. Το απαιτεί η κατάσταση. Ή μήπως όχι;


   Σε διαδοχικά φλας μπακ θα δεις τον Τζακ να ζει κι άλλους θανάτους. Όλοι του κυρίου Κάπα. Μόνο ο τελευταίος θα τον λυτρώσει. Ή μήπως όχι;


   Ο συμβολαιογράφος διαβάζει τη διαθήκη. Ο Τζακ παίρνει αυτό που του αρέσει κι αυτό που του αξίζει. Θα συνεχίσει τη ζωή του την αμέσως επόμενη μέρα η οποία θα ξεκινήσει όπως ακριβώς και οι χιλιάδες προηγούμενες μέρες του.


   Θα τα ξαναπούμε στο τέλος της διαδρομής του Τζακ. Σίγουρα θα είναι μια αρχή. Ή μήπως όχι;


                                           © 2011 [νίκος μπελάνε]       

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

αργά ή γρήγορα


   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Τις σκιές των μελών μου, την κίνηση του εσώτερου. Τρέχω. Λαχανιάζω. Σταματώ. Αντιγράφω την στάση μου. Κάνω στην άκρη, σε μια οποιαδήποτε άκρη κι ανάβω τσιγάρο. Οι κόπιες των πνευμόνων μου γεμίζουν χαμογελώντας μπροστά στην παρέα των μικρών παιδιών που με προσπερνά. Ο καθρέφτης του μυαλού μου θυμάται με την βοήθεια δύο ματιών που είναι ολόιδια με τα δικά μου. Φτυστά. Θυμάται και παρατηρεί. Διαπερνά κτίρια που υπάρχουν και κτίρια που υπήρξαν. Φτάνει σε δρόμους τόσο γρήγορα όσο ποτέ τα πόδια δεν θα καταφέρουν.

   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Ίσως έτσι αντέξω λίγο ακόμη. Περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Περισσότερο απ’ όσο γνωρίζω ο ίδιος. Συνεχίζω να κρατώ το τσιγάρο με το δεξί μου χέρι και να το φέρνω κάθε λίγο στο παγωμένο μου στόμα. Κρύο της Άνοιξης. Τελευταίες παγωμένες ανάσες του εχθρικού γέρου που απομακρύνεται με την πλάτη γυρισμένη. Μόνος του φεύγει. Ήρθε ακάλεστος και φεύγει μόνος. Αν τον προλάβει στο δρόμο κάποια απ’ τις βλαστήμιες μου θα με κάνει να νιώσω καλύτερα για ένα ολόκληρο λεπτό.

   Ξεμουδιάζω. Κινούμαι μέσα στο φωτοτυπικό μηχάνημα μιας συνηθισμένης στοάς. Εκεί τα θυμάμαι όλα. Εκεί τα βλέπω όλα μπροστά μου ξανά και ξανά. Επαναλαμβανόμενα φωτοαντίγραφα. Ίδια και απαράλλαχτα. Χιλιάδες δίδυμες στατικές εικόνες. Μια βροχή πλάνων, στιγμών, λυγμών.

   Όλοι έχουν χαθεί, έχουν εξαφανιστεί. Αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Σιώπησαν τα πεζοδρόμια. Έσβησαν τα καρό παντελόνια μέσα στους καθρέφτες. Έλειψαν οι φιγούρες κάτω απ’ τα κίτρινα φώτα της πλατείας. Οι δρόμοι παρέμειναν σκεπασμένοι με τις χάρτινες κατάρες των υποσχέσεων για σύντομη επανασύνδεση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Κάποια σπίτια σηκώθηκαν στις μύτες των θεμελίων τους να τους δουν να απομακρύνονται μα πολύ γρήγορα λύγισαν απ’ το βάρος της εγκατάλειψης.

   Τότε ακριβώς ήταν που άκουγα τις ανάσες των δαχτύλων τους καθώς χάιδευαν το κορμί της άσχημης πόλης μεταμορφώνοντάς την στο πιο θελκτικό κορίτσι που περπάτησε πάνω στη γη. Απορροφούσα τα βραχνά εσώψυχα που τόσο ανενδοίαστα εξωτερίκευαν, γαργαλώντας τα παρθένα μου αυτιά, κάνοντας την καρδιά μου να σκιρτάει σε κάθε συλλαβή. Μύριζα το δέρμα των κοριτσιών που έψαχνα όλα τα περίεργα βράδια των ποτισμένων διαδρομών πλάι στις περασμένες ώρες. Ζήλευα τον χορό που σκορπούσε ολόγυρα την αρωματισμένη τους ανάσα. «Θα πεθάνεις απ’ το αλκοόλ ή απ’ τα ναρκωτικά ή απ’ το πολύ ροκ εν ρολ…ή κι απ’ τρία μαζί», μου έλεγαν και δεν συνέβη τίποτα απ’ αυτά ή τουλάχιστον δεν είναι εδώ για να δουν.

   Η Άνοιξη μαράθηκε πριν καν ανθίσει. Ανήκω σε μια γενιά που της απομένει μόνο να πτωχεύσει. Τα πιο όμορφα κείμενα δεν έχουν γραφτεί ακόμη από εμάς κι ούτε θα γραφτούν ποτέ γιατί τα πιο όμορφα κείμενα είναι οι ανάσες που δεν τολμήσαμε να ξεστομίσουμε. Πάψαμε να ερωτευόμαστε και οι ψυχές μας κατάντησαν στέρφα χωράφια. Τα κορμιά μας είναι μολυσματικές χωματερές. Σταματήσαμε να χορεύουμε και τα παλιά μας στέκια μεταμορφώθηκαν σε υπόγεια γκαράζ. Δηλητηριαζόμαστε καθημερινά με άγιο αλκοόλ. Όλοι έφυγαν. Όλοι οι καλοί εξαφανίστηκαν, δικαίως. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα. Το περίμενα χωρίς αγωνία, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς προσπάθεια ν’ αλλάξω κάτι. Στον θρήνο δεν χωράνε λεπτομέρειες. Δεν έχουν θέση οι προκαταλήψεις. Είτε θρηνείς, είτε έχεις ήδη φύγει και βρίσκεσαι αγκαλιασμένος με τους άλλους, τους απομακρυσμένους. Όποιος κάθεται εδώ, μαζί μας, τον προσπερνάει ο χρόνος. Τον χωνεύει η άθλια μιζέρια των κατακερματισμένων, των παραδομένων ψυχών. Όποιος χόρτασε την πλάνη των επιτήδειων μένει για πάντα εδώ. Ως ηττημένος. Ως καταρρακωμένος. Ως πότε; Μέχρι να δραπετεύσει η τελευταία πνοή απ’ τα μισάνοιχτα χείλη του.

   Κάθομαι ήρεμος πίσω απ’ τη βιτρίνα ενός κεντρικού καφέ και κοιτάζω τα αλητάκια στο δρόμο. Περπατάνε αργά με κινήσεις μετρημένες. Φτύνουν ταιριάζοντας τα καπέλα τους πάνω απ’ τα ακατάστατα μαλλιά τους. Χαϊδεύουν τις φαβορίτες τους πειράζοντας κάτι όμορφα κορίτσια που ‘χουν στήσει πηγαδάκι έξω από τα γύρω μαγαζιά. Παρατηρώ τη νεανική ορμή τους. Την ασυγκράτητη λαχτάρα τους. Θα φύγουν κι αυτά. Κάποια στιγμή θα φύγουν. Αργά ή γρήγορα.


νίκος μπελάνε – απρίλιος 2011   

κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

libertad

εσύ! 
      με τη φωτιά στο στήθος
      πως δέχεσαι την πτώση;
      σου κλέψανε τ' αστέρι
      τη σφιγμένη γροθιά
      σ' έσυραν σε όλεθρο ψυχής.

δες!
      τους μεσονύκτιους libertadores 
      του Huntingdon, 
      του Sochi στη Μαύρη Θάλασσα,
      του Δουβλίνου,
      όλης της γης.

βρες!
       στους ανοιχτούς δρόμους
       στις σταγόνες του ωκεανού
       στον ίλιγγο της γνώσης
       στις αγκαλιές της φύσης
       αυτό που βίαια σου στέρησαν
       αυτό που γεννήθηκες για να σου ανήκει
       το δίκαιο που ξέχασες ότι έχεις
       την αγάπη.
        

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

προς άναμμα

ξεφτισμένες σημαίες
ανεμίζουν οι ψυχές
βραχνές ανάσες
έλλειψη νοήματος
νύχτες αναμονής
            ετοιμάσου
              άντεξε
               άκου
η δόνηση της αγάπης
της σκέψης που ξύπνησε
                το αρχέγονο 
                το σπηλαιώδες 
                τον γκρεμό
ένα πηγάδι 
χωρίς έλεος 
ένα μαυροφορεμένο πηγάδι
χωρίς την αίσθηση της καταστροφής (σου)
γεμίζει ποτήρια
κερνάει μουσικές
χορεύει πρόστυχα
φωνάζει
φωνάζει
δαγκώνει το ξύλο και φωνάζει
Ελευθερία!
με χέρια πιο ψηλά
απ' τον πήχη του ήλιου που λάμπει
                                                      στην τρυφερή
                                                      κόλαση
                                                      της κατεστραμμένης
                                                      φλέβας σου
κερνάει
κερνάει αγάπη
μοιράζει μυστικά 
συσσίτια φτωχών
πεινασμένων
πρώην κατεχόντων
κερασφόρων. 


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

guernica


Έσταζαν μπλε δάκρυα τα τζάμια, διάφανα μάτια με βλέφαρα αραιά
μυστηριακή ομίχλη, αιθαλομίχλη. 
στράγγιζαν μέσα στα ποτήρια μας θολά υγρά
αλκοολούχα, μεθυστικά 
κι ο φωτισμός όσο έπρεπε μας ζάλιζε. 
άνθρωποι περίεργοι, περίεργα ξεχωριστοί. 
η αναμμένη sambuca έρεε στα στομάχια μας
πότιζε γλυκό αλκοόλ, φωτιά απ’ τα χέρια του μπάρμαν 
  με τα ινδιάνικα χαϊμαλιά
  το ανάλαφρο ανοιχτό λευκό πουκάμισο 
  τα μακριά μέχρι τη μέση κατάμαυρα μαλλιά. 
το κορίτσι δίπλα μου κολλητά
μια αγκαλιά χρυσάνθεμα, η απέραντη θάλασσα τόσο γλυκά αλμυρή. 
στη θολούρα του τζαμιού έστεκε κρυστάλλινη νεράιδα 
γνέφοντας εκστατικά, καλώντας ερωτικά 
όλους εμάς 
να την ακολουθήσουμε στα στολισμένα μονοπάτια των μαγεμένων δασών. 
έδιωξα το κρύο μακριά μ’ ένα φιλί
καθώς βούιζαν τα καπνισμένα ηχεία πάνω απ’ τα κεφάλια μας 
και κολυμπούσαμε αδιάκοπα στ' απύθμενα ποτήρια μας
ξεχειλισμένα από βότκα πρωτευουσιάνικη. 
χορός από βινύλιο, μια τρυφεράδα παιδική, ξέπλεκα ηδονικά μαλλιά
η καρδιά χτυπούσε ακούραστα, αλύγιστη στο βάρος του έρωτα
τα παλιά ήταν ξεχασμένα
  δεν υπήρχε παρελθόν
  ούτε μέλλον
μόνο δικές μου ενεστωτικές στιγμές γύρω απ’ τις βενετσιάνικες πέτρες
γλεντούσα χωρίς να σκέφτομαι αν ήταν η αρχή ή το τέλος
δεν μ’ ένοιαζε αν θα υπήρχε άλλη μέρα
  άλλη νύχτα σαν κι εκείνη 
μόνο η αγκαλιά της μ’ ένοιαζε
  το μέλι των ματιών της 
κι άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο 
  ευτυχισμένος 
χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα με τον ρυθμό της μουσικής. 
«Είχα ένα όνειρο Τζο…»

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

πρώτη δεκέμβρη

που είναι; οι λέξεις. εξαφανισμένες μέσα σ' ένα ολοκαίνουριο μπλε τετράδιο. που είναι; το τετράδιο. 
ποιος θα κρατήσει τη στιγμή για πάντα; όχι ο χρόνος. πάνω από τη γη. στον πρώτο όροφο.
απορροφώ λέξεις. λόγια. κουβέντες. πρώτη Δεκέμβρη. λέξεις. όχι πράξεις.
οι πράξεις έπαψαν. μια για πάντα. κάτω στο δρόμο. κάτω απ' τα σύννεφα. πεινώ!
οι ματιές μούδιασαν. ανάμεσα σε γράμματα κι επιστολές. έχω ξεχάσει το βλέμμα εκείνο.
μελένιο, σταχτί και τιρκουάζ. γλύφει το δέρμα. το μήνυμα αποθηκεύτηκε.
5.22 απόγευμα. πρώτη Δεκέμβρη. μαυροντυμένη γυναίκα. κόκκινο αυτοκίνητο. γρήγορο.
ήχοι! καθόλου πράξεις. στασιμότητα. ανάσα μηδέν.
καμία υπηρεσία. καμία εξυπηρέτηση. δεν ωφελεί πλέον. ίσως μόνο κάποιους. όχι εσένα.
έπαψα να πράττω. θα πάψω και να μιλώ. μόνο σε κάποιους. όχι σ' εμένα.
αντίρρηση για την αντίρρηση. χωρίς κίνηση. αποπροσανατολισμένα μυαλά. βολικό. διαβολικό.
οι ιστορίες βρίσκονται κλειδωμένες στο παρελθόν. δεν έχουν να χάσουν τίποτα. ούτε να ρισκάρουν.
δεν έχουν να πουν τίποτα. ειπώθηκαν τα πάντα.
5.35 απόγευμα. κανένα κάλεσμα. καμιά αφορμή. όλα κλεισμένα στο στέρεο κουκούλι της λαγνείας του παρελθόντος.
δεν βρίσκω τρόπο να ζήσω χωρίς εσένα. είσαι χειμώνας. μου δείχνεις τα κάλλη σου.
άγριος καρπός. άγουρος. κάηκε χθες χωρίς να ελπίζει στο τώρα του τότε. έχασε.   



     

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ποτέ των οινοπνευμάτων

...στον alkox


δεν έχω γράψει ούτε έναν στίχο. ποτέ!

οι καλύτεροι στίχοι κρύβονται στα λόγια 

που ξεστομίζεις στον διπλανό σου

όλα τα μεθυσμένα βράδια

μπαίνοντας σ' ένα οποιοδήποτε μπαρ

με τα μπουκάλια κάθε ηλικίας

να ανθίζουν στο πέρασμά σου.




Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

ημερολόγιο νύχτας

όρθιος. γερμένος ελαφρά μα όρθιος
καμιά παρομοίωση δεν μου κολλά


όρθιος. μπροστά στο άγιο ξύλο
υποδέχομαι ουσίες που βλάπτουν
συνομιλώ με πνεύματα αόρατα σε πολλούς
χρωματίζω τις σκιές στους τοίχους
   να μην δραπετεύσουν
   όταν φύγετε όλοι
   να μείνουν εδώ. παρέα μου


όρθιος. με τσακισμένα κόκαλα μα όρθιος
καμιά παρομοίωση δεν είναι αρκετή


όρθιος. μπροστά στο άγιο ποτήρι
υπομένω λέξεις που καίνε 
συντάσσω φράσεις ακατάληπτες σε πολλούς
χρηματίζω τους δολοφόνους των σκιών
   να μην οπλίσουν
   όταν φύγετε όλοι
   να μείνουν εδώ. αταίριαστη παρέα μου


όρθιος. με σημαδεμένο κορμί μα όρθιος
καμιά παρομοίωση δεν πείθει


όρθιος. μπροστά στην άγια χαρά
δύο παιδιών νέων όσο το πρώτο φως
αποτινάζουν τις φασκιές της νύχτας
για να ερωτευτούν με σώματα 
που δεν έχουν σκιά

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

άτιτλη εφηβεία

Μου θύμισες το πρώτο σκάσιμο του ελληνικού
 και το κομμένο γρασίδι
Τη μυρωδιά των πεύκων πριν τα Χριστούγεννα, στο λόφο
Την εφηβική ματιά της Άλφα 
 και τη θέα της ομίχλης


Θυμήθηκα τα μουντά απογεύματα του Νοέμβρη
 που νύχτωναν νωρίς
Τα τραγούδια χωρίς στίχους
 που γεννούσε το ράδιο
                               
                            συνοδεία βροχής
                             απαλή αγκαλιά
                         με τρίτη στην άσφαλτο
                             βρεγμένη πόλη


Και μια σελίδα βαμμένη όλη μπλε
 σε κάποιο μάθημα γυμνασίου, χωρίς ενδιαφέρον 
    Αδειάζαμε από μελάνη
    Γεμίζαμε νικοτίνη
Κι έπειτα, με δυο πάσες στο βόλεϊ 
 νομίζαμε πως άγγιζε ο ένας, τα δάχτυλα του άλλου.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

χάρτινα πισωβήματα

Πρώτη φορά θέλω να μουδιάσω τον χρόνο.


Να γυρίσω το ρολόι δέκα χρόνια
Όχι να χρεώσω και να χρεωθώ
  Να ζήσω θέλω, τους νεκρούς μου


Να κυλήσω είκοσι χρόνια πριν
Όχι να γευτώ τον πόνο της ασφάλτου
  Να δροσίσω το κορμί μου θέλω, στην αφρισμένη θάλασσα


Να ταξιδέψω τριάντα χρόνια μακριά στο παρελθόν
Όχι να κρυφτώ κάτω από τα σκεπάσματα του φόβου
  Να ερωτευτώ θέλω, με την πρώτη ματιά


Να πατήσω σαράντα χρόνια πίσω
Όχι να παίξω λερώνοντας τα χέρια μου με λάσπες
  Να μην ξυπνήσω θέλω, να μην γεννηθώ ποτέ.    

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

η επιστροφή της φυγής

είμαι ελεύθερος να πράξω
χωρίς να σκεφτώ, χωρίς να θυμηθώ 


χωρίς χρόνο πάνω απ' το κεφάλι μου, μαύρο σύννεφο καπνού χωρίς φωτιά.
χωρίς πόνο κάτω απ' το μαξιλάρι του έρωτα, κάποια μέρα μετά από πολλά μεσάνυχτα.


πετώ τις αναμνήσεις, τους εφιάλτες
χάρτινες σαΐτες απ' το παράθυρο του μυαλού μου.
με κόπο. με πολύ κόπο


βάφω το παρόν με χρώματα μέλλοντος και καταργώ την ελπίδα διώχνοντας τον φόβο.


τα ράφια της βιβλιοθήκης μου έγιναν κρεμάστρες χρησιμοποιημένων ρούχων
μεταμφιέστηκαν σε συρτάρια γεμάτα με βρώμικα εσώψυχα
όλες αυτές οι σκέψεις των φίλων ξέφτισαν από τις πολλές πλύσεις
    με καυτό νερό και φθηνό σαπούνι
πλέον, απομένει μόνο η φωτιά


αφήνω το αριστερό μου πόδι να ουρλιάζει στη γωνία κάποιας κόλασης
δαίμονας μόνος. δυνάστης και θύμα σφαγής ανελέητης 
τρυφερής όσο το πρώτο ξυράφι που έγδαρε το παρθένο πηγούνι του ανυποψίαστου εφήβου.
  

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

λάθος χρόνος

   Πρώτη φορά τη συνάντησα έξω απ' τον προαύλιο χώρο του Αγίου Γεωργίου. Έδειχνε μόνη κι ίσως πράγματι να ήταν. Έψαχνε τα σκουπίδια. Όχι με τη λαχτάρα του πεινασμένου μα με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού. 
   
   Η ηλικία της ήταν ακαθόριστη. Μεγάλη, βέβαια, αλλά δεν είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα σ' έκαναν να την αποκαλέσεις γριά. Είχε τα γκρίζα μαλλιά της ελεύθερα να ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια των ώμων και να χαϊδεύουν ανεπαίσθητα την αδύνατη μέση της. Φορούσε μια ξεθωριασμένη σατέν ρόμπα, σκαλωμένη σε μια εποχή που δεν έζησα ποτέ. Η ρόμπα της δεν είχε κουμπιά. Έκλεινε στο στήθος με μια παραμάνα ντυμένη με σκουριά. Το δεξί της χέρι δεν έμενε ποτέ ακίνητο. Ήταν μόνιμα απασχολημένο να ανοίγει και να κλείνει την παραμάνα με μια αυτόματη κίνηση που δεν την έπιανε καν το μάτι σου, όσο καλά κι αν την παρατηρούσες. Την έβγαζε και την έβαζε, την ανοιγόκλεινε με ταχύτητα ασύλληπτη και κάποιες φορές την έσερνε πάνω στο ξεσκισμένο φουστάνι της, δήθεν να την καθαρίσει. 
   
   Όταν επιτέλους αποφάσιζε να σταματήσει το ανακάτεμα των σκουπιδιών, έμενε σαστισμένη για μερικά δευτερόλεπτα, όρθια μπροστά στον κάδο, με το δεξί της χέρι να παίρνει φωτιά από το ιλιγγιώδες άνοιξε - κλείσε της παραμάνας. Έκανε μεταβολή κι έστεκε πρόσωπο με την είσοδο της αυλής του Άι Γιώργη. Πάνω στα κάγκελα του φράχτη έχει πάντα αναρτημένα διάφορα χαρτιά και ανακοινώσεις αιμοδοσίας, κηδειόχαρτα και χαρτιά μνημοσύνων. Σε αυτά κολλούσαν τα θολά της μάτια. Πλησίαζε τόσο, μέχρι που αλληθώριζε, διαβάζοντας συλλαβιστά ένα ένα τα ονόματα των πεθαμένων. Το πρόσωπό της μούλιαζε απ' τα δάκρυα που δραπέτευαν αβίαστα. Έκανε ένα βήμα πίσω, πήγαινε μπροστά στο επόμενο χαρτί, κολλούσε και πάλι πάνω του και συνέχιζε τον αλμυρό της θρήνο.            
   
   Τη συνάντησα και σήμερα έξω απ' την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Έχω μάθει όλες τις συνήθειες και όλες τις κινήσεις της απ' έξω. Το μόνο που δεν μπορώ να συνηθίσω, αυτό που ακόμη με μπερδεύει, είναι το κόλπο με την παραμάνα. Την βρήκα να κλαίει, με την μύτη κολλημένη, μπροστά σε δύο κηδειόχαρτα. Δεν άντεξα και την πλησίασα για πρώτη φορά από τη μέρα που την πρωτοείδα.


''Τους γνωρίζετε;'', ρώτησα, μετανιώνοντας αμέσως για τον χρόνο που χρησιμοποίησα.


''Όχι, αλλά θα τους γνωρίσω σύντομα'', ήρθε στ' αυτιά μου η απάντησή της χωρίς καν να κοιτάξει την πηγή της ερώτησης. 


   Η παραμάνα συνέχισε απτόητη το σκουριασμένο της παιχνίδι. Εις τους αιώνες... 

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ήσυχα κι ωραία

   Ήρεμα. Ησύχασε. Η ιστορία έχει ως εξής. 

.. την άφησα πίσω μου χωρίς να κοιτάξω δεύτερη φορά. Το σακουλάκι του καπνού ήταν γεμάτο και το μπουκάλι του μπέρμπον έβγαζε μερικά ποτά ακόμη. Έτσι, ήμουν ήσυχος. Όσο γίνεται δηλαδή, γιατί με όσα είχα ακούσει κι όσα ακολούθησαν δύσκολα κάποιος μπορεί να παραμείνει ήσυχος. Ακόμη κι εγώ που περνιέμαι για τέρας ψυχραιμίας. Τέρας!

   Μην προτρέχεις. Θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους κι αν μ' αφήσεις να πάρω μιαν ανάσα πρώτα.

.. άνοιξα το μπουκάλι και κατέβασα δυο γενναίες γουλιές απ' το αμερικάνικο υγρό, έτσι, για να μου φύγει το τρέμουλο απ' την ταραχή. Έστριψα ένα τσιγάρο και φύλαξα το σακουλάκι και το μπέρμπον μέσα στο μπουφάν. Ανέβασα το φερμουάρ κι άναψα το τσιγάρο με το τελευταίο σπίρτο που είχε ξεμείνει στο μικρό σπιρτόκουτο. Έβαλα μπρος τη μηχανή, που πήρε με την δεύτερη, και μάρσαρα άγρια στα μούτρα ενός κακομοίρη συνταξιούχου πνίγοντάς τον στο καυσαέριο. Προσπάθησε κάτι να πει αλλά δεν του έδωσα την παραμικρή σημασία. Κάρφωσα την πρώτη και την κοπάνησα στη μία. 

   Όχι. Δεν είχα κανένα σχέδιο για το που θα πάω. Ήθελα μόνο να εξαφανιστώ. Να μην ξανακούσω τη φωνή της.

.. στο πρώτο βενζινάδικο σταμάτησα να φουλάρω. Δεν είχα δεκάρα τσακιστή πάνω μου. Μόλις με πλησίασε ο υπάλληλος, σήκωσα το δεξί μπατζάκι και τράβηξα γρήγορα το ατσάλινο στιλέτο που έχω πάντα μαζί μου. ''άστα λα βίστα μπέιμπι'', του λέω και φεύγω με χίλια. Ο τύπος πρέπει να έμεινε άναυδος. 

  Ναι ρε, πάντα σου λέω. Αυτό σου έκανε εντύπωση;

.. έξω απ' τα όρια της πόλης κι εφόσον βεβαιώθηκα ότι δεν με ακολουθεί κανείς, έκοψα ταχύτητα και συνέχισα να οδηγώ πιο χαλαρά, πιο ανθρώπινα ρε παιδί μου. Ο δρόμος ήταν καρφί και πάνω που άρχισα να ξεχνιέμαι και να ονειροπολώ για τη νέα ζωή που μόλις ξεκινούσε, δύο δυνατά χέρια με άρπαξαν απ' τη μέση και μ' έσφιξαν, χουφτώνοντας την καρδιά και το μπουκάλι με το μπέρμπον. Κόντεψα να μείνω στον τόπο και η μηχανή λίγο έλειψε να φύγει απ' τον δρόμο. 

   Δεν ξέρω πως έκανε τέτοιο πράγμα. Με είχε ακολουθήσει χωρίς να πάρω χαμπάρι. 

.. με στόμα στραβό απ' την ταχύτητα της μηχανής και με όση δύναμη διέθετα, την ρώτησα τι θέλει και γιατί δεν μ' αφήνει ήσυχο. Η εξάτμιση έκανε τόσο θόρυβο που το μόνο που άκουγα ήταν ένα συνεχές βουητό. Ένα βουητό που σε καμία περίπτωση δεν μεταφραζόταν σε ανθρώπινες λέξεις. Το σφίξιμο στη μέση δυνάμωνε και τα δύο χέρια ανέβαιναν με απειλητική διάθεση προς το λαρύγγι μου. Άρχισα πραγματικά να τα χάνω αλλά δεν σκέφτηκα ούτε μια στιγμή να σταματήσω αυτή την τρελή κούρσα. Κατέβασα τρίτη και η μηχανή σηκώθηκε στη μία τόσο πολύ που η πλάτη της ακούμπησε στην παγωμένη άσφαλτο. Ούρλιαξε απ' τον πόνο κι αυτό το άκουσα καθαρά. Έφερα με δυσκολία σε οριζόντια θέση το μηχανάκι και κοίταξα στον αριστερό καθρέφτη. Είχε εξαφανιστεί. Ένα ρίγος διαπέρασε την πλάτη μου και η καρδιά μου ξαναβρήκε τη θέση της. Είχα γλιτώσει μια και καλή, επιτέλους!

   Γύρω στις πέντε τα χαράματα. Γιατί; Έχει καμιά σημασία;

.. Έπειτα από καμιά 200αριά χιλιόμετρα, βρήκα πάνω στην εθνική ένα μοτέλ. Έκανα στην άκρη κι έσβησα τη μηχανή. Μπαίνοντας στη ρεσεψιόν, που περισσότερο έμοιαζε με σπίτι, δεν βρήκα κανέναν. Παρατήρησα πως υπήρχε ένας καναπές, ένα χαμηλό τραπεζάκι, μία λάμπα με υφασμάτινο καπέλο και μια τηλεόραση 32 ιντσών. Το περίεργο με όλα αυτά ήταν πως έμοιαζαν διαολεμένα με τα αντικείμενα που είχα στο δικό μου καθιστικό και που μόλις πριν 2 ώρες τα είχα αφήσει πίσω μου. Τρομοκρατήθηκα. Κι όσο κυλούσαν τα δευτερόλεπτα και δεν εμφανιζόταν κανείς, ο φόβος άρχισε να με κυριεύει, να με κυκλώνει. Κι ο φόβος, ξέρεις, δεν συγχωρεί. 

   Ναι σου λέω. Ίδια. Ακόμη και το ξεθωριασμένο χρώμα του καναπέ.

.. Αποφάσισα να το παίξω ήρεμος και κάθισα στην άκρη του καναπέ. Διστακτικά στην αρχή μα έπειτα από λίγο ξεθάρρεψα. Άπλωσα την αρίδα μου και τέντωσα τα πόδια που ήταν ακόμη πιασμένα απ' την οδήγηση. Πέντε λεπτά αργότερα, μπορεί και λιγότερο, άκουσα περίεργους και ύποπτους όσο και γνώριμους θορύβους απ' το βάθος ενός σκοτεινού διαδρόμου που οδηγούσε ποιος ξέρει σε ποια κόλαση. Μπροστά μου εμφανίστηκε και πάλι αυτή. Η πλάτη της ήταν γδαρμένη τόσο άγρια που όπου στεκόταν άφηνε και μια λίμνη αίματος στο σκονισμένο πάτωμα του μοτέλ. Δεν κατάφερα να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι. Η απορία μου πλέον ήταν μεγαλύτερη του φόβου μου αλλά κι ο φόβος δεν πήγαινε πίσω. Τα είχα κάνει πάνω μου. Με μία αστραπιαία κίνηση όρμησε προς το μέρος μου αρπάζοντας το στιλέτο που βλακωδώς κάποτε της είπα που το κρύβω. Άρχισε να με χαράζει, να με κόβει φέτες, να με τρυπά διαπερνώντας το δύστυχο κορμί μου ξανά και ξανά. Έχασα τόσο αίμα που λιποθύμησα ανήμπορος να αντιδράσω.

   Χθες βράδυ. Τι εννοείς όταν λες ότι φαίνομαι μια χαρά; Εμένα θα μου πεις; Μα καλά, όταν μου λες ''μην μου πεις πάλι ότι καθίσατε και είδατε ταινιούλα ήσυχα κι ωραία'', τι περιμένεις ν' ακούσεις. Τα 'θελε κι εσένα ο κώλος σου.                

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Tom Waits - God's away on business




I'd sell your heart to the junkman baby
For a buck, for a buck
If you're looking for someone
To pull you out of that ditch
You're out of luck, you're out of luck
The ship is sinking
The ship is sinking
The ship is sinking
There's leak, there's leak,
In the boiler room
The poor, the lame, the blind
Who are the ones that we kept in charge?
Killers, thieves, and lawyers
God's away, God's away,
God's away on Business. Business.
God's away, God's away,
God's away on Business. Business.
Digging up the dead with
A shovel and a pick
It's a job, it's a job
Bloody moon rising with
A plague and a flood
Jain the mob, jain the mob
It's all over, it's all over, it's all over
There's a lick, there's a lick,
In the boiler room
The poor, the lame, the blind
Who are the ones that we kept in charge?
Killers, thieves, and lawyers
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
God's away, God's away,
On Business. Business.
[Instrumental Break]
Goddamn ther's always such
A big temptation
To be good, To be good
Tere's always free cheddar in
A mousetrap, baby
It's a deal, it's a deal
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
I narrow my eyes like a coin slot baby,
Let her ring, let her ring
God's away, God's away,
God's away on Business.
Business...

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

μία παρουσίαση δίπλα στη βροχή


Λίγα λόγια για το Αλτσχάιμερ Trance:

   Η μεγάλη μου ανυπομονησία, το άγχος της δημιουργίας, οι σκόρπιες λέξεις που κολλούσαν στο μυαλό μου, μπήκαν σε μια σειρά, έστω και την ύστατη στιγμή, την τελευταία, όπως συνηθίζω σε κάθε πράγμα που κάνω. Δύο μέρες πριν σταθώ μπροστά σας, κάθισα στην αιώνια ξύλινη και άβολη καρέκλα μου και τελείωσα την πέμπτη ή έκτη ανάγνωση του Αλτσχάιμερ Trance. Είχα γεμίσει ολόκληρος με τα κείμενα της Στέργιας, τόσο, που κόντεψα να τα αποστηθίσω. Κάθε βιβλίο που αγαπώ, το κουβαλώ μαζί μου όπου κι αν είμαι και με κάθε πρώτη ευκαιρία το δίνω σε ανθρώπους που σημαίνουν για μένα τα πάντα, έτσι, για να το μοιραστώ μαζί τους. Η ουσία στην τέχνη αυτή είναι. Να την μοιράζεσαι. Να κινείται και ν’ ανασαίνει από χέρι σε χέρι.

   Άναψα το πρώτο τσιγάρο απ’ το δεύτερο πακέτο κι άρχισα να σκέφτομαι όλα όσα μου ψιθύρισε το βιβλίο. Όσα μου γλυκομίλησε κι όσα ούρλιαξε. Όλα αυτά που με συνεπήραν και τ’ άλλα που με τράβηξαν απ’ το χέρι και μ’ έστειλαν στην άγνωστη κόλαση μιας μεγαλούπολης. Μιας μητρόπολης που έχω περίεργα χτισμένη στο παιδικό μου μυαλό. Ξέχασα επί τόπου όλες τις αναγνώσεις, όλες εκείνες τις ώρες που αφιέρωσα σ’ αυτές. Στράγγισα την καρδιά μου κι έσταξε η μελάνη που χρειαζόμουν για να γράψω αυτές τις αράδες.


   Έναν πίνακα είδα, ζωγραφισμένο με λέξεις. Λέξεις σύγχρονου νεορομαντισμού που άπλωσαν το κορμί τους στη ράχη του βιβλίου κι έδωσαν μία περίεργη ώθηση λυρισμού στις 125 σελίδες του.

   Κυνισμός. Πόνος. Ο θάνατος σαν υποψία, ο θάνατος σαν λύτρωση, ο θάνατος προ και εντός των πυλών. Κατακερματισμός ψυχών. Απομόνωση. Αδιέξοδα. Έλλειψη επικοινωνίας. Καθημερινή βιοπάλη. Καθημερινή πάλη με σένα, με μένα, με ξένους, με αγαπημένους, καταραμένους κι ευτυχισμένους.

   Αγρίμια. Αθώα πλάσματα στο αέναο ταξίδι της αναζήτησης. Μιας αναζήτησης ή πολλών. Η σημασία βρίσκεται μέσα στο καθένα. Το πέρασμα μέσα από την ουτοπία και την απομυθοποίηση αυτής. Κι άλλα πλάσματα. Σκόρπια. Σκορπισμένα. Διαιρεμένα. Χωνεμένα στο τεράστιο στομάχι της αδηφάγου πόλης. Μιας πόλης που κάθε ξημέρωμα, δικό της ή δικό σου, τα έχει κάψει όλα κι έχει πάρει φωτιά απ’ τις επιθυμίες, τις αναβολές, τους ανορεκτικούς ψυχαναγκασμούς. 

   Συνουσία με την αντίφαση και το πέρα απ’ το όριο. Και το όχι εδώ ή πως αλλιώς εδώ. Με ποιο τρόπο επιτέλους; Μία κατάσταση διαρκούς red alert. Για τον κόσμο που βλέπουμε ή για τον άλλον που πιστεύουμε, τον αθέατο. Τον ονειρεμένο. Τον επιθυμητό. Τον κόσμο όπου τα τείχη μίσους παύουν να ορθώνονται μπροστά στ’ ανυποψίαστα μάτια των περαστικών. Μπροστά στα υποψιασμένα μάτια των παιδιών. Παιδιών κάθε ηλικίας, που το μόνο που λαχταρούν είναι να απολαύσουν την γλυκιά πλευρά της σοκολατένιας ζωής που ονειρεύτηκαν πολύ πριν μας επισκεφτούν.
«Ποιον να βλαστημήσω; Την τύχη μου; Όχι απλώς μου κακιώνει, αλλά μοιάζει να με ξεγράφει κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Κι εγώ ζω κάθε μέρα όλο και πιο λίγο.»


   Τέλειωσα την πρώτη ανάγνωση κι ακούμπησα το βιβλίο πάνω σ’ ένα γραφείο χωρίς συρτάρια. Το σπίτι, πάνω ακριβώς απ’ το δικό μας, ανακαινιζόταν για δεύτερη φορά από τότε που νοικιάσαμε. Μέσα στους χτύπους των σφυριών και το διαπεραστικό τρυπάνι, άκουσα ένα πιάνο που το φαντάστηκα λευκό, γυάλινο μα καθόλου εύθραυστο. Σχηματίστηκε αβίαστα, με κάθε λεπτομέρεια, ένα μικρό κορίτσι, να χτυπά τα δάχτυλά του στα ασπρόμαυρα πλήκτρα. Σε μια μονότονη άσκηση που άλλοτε θα μου χάριζε απλόχερα πονοκέφαλο. Όμως αυτή τη φορά μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Μου χάρισε σκέψεις και μου ‘μαθε πως οι σκιές τη μέρα θεριεύουν όπως τις πρέπει. Μας σκεπάζουν λέγοντας, αυτές είμαστε, αντιμετώπισέ μας. Ενώ τη νύχτα λειτουργούν παράδοξα. Λάμπουν κάτω απ’ τ’ αστέρια και τα κρεμαστά φώτα του μπαρ. Δίνουν την εντύπωση πως θα ξημερώσει ελπίδα.

   Όσο κι αν αυτό ηχεί απίστευτο.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

αποσιωπητικά

   Κάθισα χθες. Όπως ακριβώς και προχθές. Η νύστα έβαφε με σκοτάδι τα μάτια μου. 

''Θα το βγάλω. Σήμερα θα τελειώσω.''

   Σηκώθηκα περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου. Άναψα το φως της τουαλέτας κι άφησα τη βρύση να τρέχει. Έριξα παγωμένο νερό στο πρόσωπο και στο κεφάλι μου. 

''Δεν θα κοιμηθώ αν δεν τελειώσω.''

   Άναψα τσιγάρο. Βήματα ακούστηκαν από τον πέμπτο. Ο εκαβίτης ξύπνησε. Έχει βάρδια. 

''Έχω κι εγώ βάρδια.''

   Έσβησα το τσιγάρο πιέζοντας το με δύναμη, λες και μου 'φταιγε. Όλα μου έφταιγαν. Η ανυπακοή κάποιων, η ελαφρότητα άλλων, η ανοησία όλων. 

''Δεν θα κάνω άλλο τσιγάρο. Τι θα γίνει αν ξημερώσει και δεν έχω τελειώσει ακόμη; Τι θα μου πει αν με βρει με το τσιγάρο στο χέρι;''

   Έπειτα από τέσσερις ώρες στην άβολη καρέκλα, μούδιασα. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα εκ νέου προς τη τουαλέτα. Έβρεξα το πρόσωπο με παγωμένο νερό. Από τον πέμπτο δεν ακουγόταν τίποτα. Ξαναγύρισα στην ξύλινη θέση μου. 

''Πριν ξημερώσει θα έχω τελειώσει. Πριν φανερωθεί ο ήλιος, είναι σίγουρο πως ...''

      

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

steel

   Απόμεινα τελευταίος. Να περιμένω τη μεγάλη νύχτα. Να δοκιμάζω απ' την αρχή τη στιφάδα της πόλης. Απ' την αρχή ως το τέλος. Ο πρώτος. Το τέλος. Ο τελευταίος. Στον χαλύβδινο πάτο. Που πιο κάτω δεν έχει. Δεν υπάρχει. Όσο κι αν χτυπάς με πείσμα το τακούνι της μπότας σου. Όσο κι αν παρακαλάς τον πρώτο θεό που βρίσκεις μπροστά σου. Τον τελευταίο. Όσο κι αν λαχταράς να βρεθείς λίγο πιο κάτω. Στου γκρεμού τη ρίζα. Κάτω. Αγκαλιά με τη σάπια ρίζα. Να σε ταΐζει καυτή χολή.  Καυτή. Χολή. Η ρίζα.


   Απόμεινε το λάθος. Στο τέλος πάντα μένει το λάθος. Μονάχο. Υστερικό. Να καρτερά την αλήθεια. Να παρακαλά τον πρώτο αλάθητο που βρίσκει μπροστά του. Τον άσπιλο. Τον αναμάρτητο. Να μην του δίνει σημασία κανείς. Ούτε αυτός που το εφηύρε. Μένει μόνο. Το λάθος από λάθος ξεχνιέται. Το ξεχνάνε όλοι. Οι ρίζες. Οι χαλύβδινοι πάτοι. Οι ακίνδυνοι άνθρωποι. Οι βασανιστές.


   Απόμεινε το βάρος. Ο χάλυβας. Το βαρύ βασανισμένο του κορμί. Απ' το βάρος όλων μας. Το περιττό. Το φτιασιδωμένο. Το δολοφονημένο. Το δολοφονικό. Δίπλα στην έσχατη ρίζα. Τη διψασμένη για πρόωρο θάνατο. Αργό. Επώδυνο. Λυτρωτικό. Στο τέλος. Χωρίς βάρος, πλέον. Με την τελευταία ανάσα. Της χολής ανάσα. Κερασμένη απ' το πρώτο λάθος. 


   Απόμεινες εσύ. Το κορίτσι. Η χαρά και η ζωή. Μετεωρίζεσαι με τεντωμένο κορμί. Αβασάνιστο. Ονειρικό. Πετάς με τη χάρη αδάμαστης ψυχής. Μπορείς. Πάνω απ' όλα. Δεν κινδυνεύεις. Πως μπορείς; Μπορείς! Τα φτερά σου αμάδητα. Τα φτερά σου άλιωτα. Τα φτερά σου άφθαρτα. Τα φτερά σου χαλύβδινα.        

 

 

   

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

ενικός (του Νεκτάριου Λαμπρόπουλου)

Τους ποιητές που αγαπώ
τους φωνάζω συνήθως με το μικρό τους όνομα, 
μήπως και μπερδευτούν
και σηκωθούν από τους τάφους 
και τις σελίδες
νομίζοντας πως κάποιος παλιόφιλος τους κάλεσε.


Ορατότης Μηδέν (ποιήματα και άλλα)- Λαμπρόπουλος Νεκτάριος
εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

circus panfagus

   Η Λούσυ είναι το πιο τολμηρό κορίτσι σ' ολόκληρη τη γειτονιά. Μικροκαμωμένη και τσαχπίνα, κάνει παρέα με τον επίσης μικροκαμωμένο Τζεφ και τον θηριώδη αλλά καλόκαρδο Αρντάν. Οι τρεις τους μπλέκουν συνεχώς σε περιπέτειες μα με το ταμπεραμέντο και την εξυπνάδα που διαθέτουν, την βγάζουν πάντα καθαρή. Συνήθως, στο τέλος κάθε νύχτας, περνάνε κι απ' το δικό μου μαγαζί για ν' αράξουν και να δροσιστούν. Πάντα τους θεωρούσα κάτι παραπάνω από πελάτες κι όποτε τους βλέπω τους περιποιούμαι όσο καλύτερα μπορώ. 
   
   Τη Λούσυ την θέλουν όλα τα αγόρια της πόλης αλλά αυτή αντιστέκεται σε κάθε πειρασμό. Είναι μία πριγκιπέσα που περιμένει υπομονετικά να εμφανιστεί ο δικός της και μόνο δικός της πρίγκηπας. Καμιά φορά φοβάμαι μην μείνει στο ράφι αν και δεν την πήραν ακόμη τα χρόνια. 
   
   Μια μέρα, μεσημέρι συγκεκριμένα, είδα τη Λούσυ στη μέση ενός μεγάλου κεντρικού δρόμου να σταματά με το έτσι θέλω μια σειρά αυτοκινήτων. Αμέσως μετά, κι ενώ τα αυτοκίνητα παρέμεναν σταματημένα με τους οδηγούς τους να βυθίζονται στην απορία, η Λούσυ επέστρεψε στην άκρη του δρόμου, πήρε μια ηλικιωμένη κυρία απ' το χέρι και την πέρασε απέναντι. Η έκπληξη που ένιωσα ήταν μεγάλη και σκέφτηκα αμέσως να την ρωτήσω που έμαθε να κάνει κάτι τέτοιο αλλά αμέσως το μετάνιωσα. Μία πριγκίπισσα έχει καλούς τρόπους και κάνει το καλό. Πάντα.


   Τον Τζεφ και τον Αρντάν έχω δυο μέρες να τους δω. Κάποιοι μου είπαν ότι μπλέχτηκαν σε κάτι άγριους καυγάδες με κάτι ατίθασα αγόρια που ήρθαν στην πόλη κι έβαλαν στο μάτι την Λούσυ. Οι καλοί φίλοι στα δύσκολα φαίνονται. Το σίγουρο είναι, κι αυτό το υπογράφω, πως και η Λούσυ δεν θα έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Εκτός από πριγκίπισσα είναι και τσαμπουκάς μεγάλος. Δύσκολα την καταφέρνεις.


   Πέρασαν τέσσερις μέρες κι εκτός από τον Τζεφ και τον Αρντάν χάθηκε κι η Λούσυ. Την πρώτη μέρα δεν ανησύχησα, ούτε τη δεύτερη. Μα απ' την τρίτη και μέχρι τώρα άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Η πραγματική ανησυχία δε, ήταν όταν έμαθα πως τις τέσσερις τελευταίες μέρες μας επισκέφτηκε και εγκαταστάθηκε στην πόλη μας ένα ξακουστό σ' όλον τον κόσμο τσίρκο. Ένα τσίρκο με θεόρατη τέντα και πολλά άγρια και πεινασμένα ζώα της ζούγκλας. Ζώα που έχουν το ένστικτο της επιβίωσης έστω κι αν βρίσκονται φυλακισμένα και καλοταϊσμένα. Άγρια θηρία που ξέρουν να χορεύουν με τον θάνατο και να βγαίνουν νικητές. Λιοντάρια και τίγρεις που μπορούν να κάνουν μια μπουκιά το θύμα τους αφού το παίξουν για λίγο ανάμεσα στα δυνατά πόδια τους. Θύτες που χαίρονται όταν βλέπουν μέσα στο στενό κλουβί τους ένα ανθρώπινο χέρι να τους προσφέρει κάτι όμορφα και δροσερά κορίτσια, κάποια ατίθασα και παιχνιδιάρικα αγόρια σαν τον Τζεφ, τον Αρντάν και τη Λούσυ.                

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Αθανασία

   Η Αθανασία κοιμάται .. έχει μπροστά της μία ανοιχτή τηλεόραση. Παράθυρο σ' έναν επίπλαστο κόσμο. Δεν την απασχολεί, δεν την ενοχλεί, ούτε καν κοιτάζει προς τα εκεί. Η Αθανασία κοιμάται. Ήσυχη. Μακριά απ' όλους. Μακριά από τους βάρβαρους και τους ηττημένους. 
  
   Η Αθανασία βρίσκεται μέσα σ' ένα πολύ μικρό μαγαζί. Σ' ένα μαγαζάκι τόσο δα. Κοιμάται κι ίσως κάποιες ακτίνες ήλιου της χαϊδέψουν απαλά το ροδακινί μάγουλο. Όχι για να την ξυπνήσουν μα για να τις μάθουν λέξεις που δεν γνώρισε ποτέ.

   Γύρω από την Αθανασία υπάρχουν γάτες. Ξαπλώνουν στα πόδια της, κρέμονται απ' τους ώμους της, τρίβονται στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα, κοιτάζουν περίεργα τους περαστικούς, τους πελάτες, γλύφονται βαριεστημένα μα και σχολαστικά. 

   Οι γάτες της Αθανασίας, που και που, έτσι για να σπάσει η μονοτονία του μικρού μαγαζιού κυνηγούν ποντίκια. Όχι για να τα φάνε μα για να παίξουν. Η Αθανασία, πολλές φορές, παίρνει κι η ίδια μέρος στο κυνήγι κρατώντας ψηλά με το ένα χέρι το παλιό μαυρισμένο τηγάνι της μάνας της. 

   Εκεί γύρω, έξω απ' το μικρό μαγαζί της Αθανασίας, ζει ένας χοντρός βάτραχος που κοιμάται ανάμεσα στις πέτρες και φοβάται τον Ορέστη. Ο Ορέστης μένει κλεισμένος αιώνια μέσα στο κλουβί του όπως κάθε καλό και ήσυχο καναρίνι. 

   Κάθε Κυριακή απόγευμα, η Αθανασία ελευθερώνει τον Ορέστη για λίγο κι αυτός πετάει μέσα στο μικρό, πολύ μικρό μαγαζί. Το κάνει γιατί κάποτε, πριν χρόνια, ο Ορέστης της ψιθύρισε στ' αυτί πως τ' όνειρό του είναι να μεταμορφωθεί σε σπουργίτι.

   Αύριο το πρωί, η Αθανασία θα ξυπνήσει απότομα από έναν εκκωφαντικό ήχο. Έναν ήχο διαπεραστικό που σχεδόν θα τη σκίσει στα δύο. Αυτήν, το μικρό μαγαζί και την μεγάλη της καρδιά. Θα ρωτήσει όποιον βρει μπροστά της κι όλοι θα της πουν ότι σ' ένα χωράφι έσκασε μια νάρκη.

   Η Αθανασία δεν θα ξανακοιμηθεί ποτέ. Κάθε χάραμα θ' ακούει τον ίδιο κρότο. Αυτή και μόνο αυτή μέσα στο πολύ μικρό μαγαζί της. Θα μονολογεί τις λέξεις που της μάθανε οι ακτίνες του ήλιου. Λέξεις άγνωστες. Λέξεις που δεν ξεστόμισε ποτέ. Σα να την ακούω, αύριο κιόλας, να λέει ''πατέρα''.

    

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

ξημερώνει

Με τη θάλασσα να επιμένει,
 σβήνουν τα φώτα.


Με τη θάλασσα να αναμένει, 
 κρυώνουν οι ανάσες.


Με τη θάλασσα να υποχωρεί,
 λιγοστεύουν τα όνειρα.


Με τη θάλασσα να σε πονάει,
 σφραγίζουν οι αγκαλιές.


Με τη θάλασσα να πλημμυρίζει,
 στερεύουν οι έρωτες.


Σβήνουν τα φώτα όσο ξημερώνει.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Κλουβί 53 (γ) -- από τη μικρή συλλογή ''Κλουβιά'' --


  Σήμερα ξύπνησα καλά. Πεινάω. Αυτό υποθέτω πως είναι καλό σημάδι. Άνοιξα μέχρι πάνω το στορ της κουζίνας κι ένας λαμπρός ήλιος ανέτειλε στο μικρό σπίτι. Με αναζωογόνησε, μαλάκωσε τη καρδιά μου. Σήμερα σε σκέφτομαι. Σε νιώθω πλάι μου. Σε νιώθω σαν εφηβικό έρωτα. Μου ‘ρθε όρεξη να κάνω μια μεγάλη βόλτα. Ίσως σε συναντήσω κι ας βρίσκεσαι πλέον σε άλλη πόλη. Ας είσαι πολύ μακριά μου. Σηκώθηκα μετά βίας απ’ το κρεβάτι. Πρέπει κάτι να βάλω στο άδειο μου στομάχι. Στο πρόωρα γερασμένο μου στομάχι. Να πάρω δυνάμεις και να ξεκινήσω το μικρό μου ταξίδι. Δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο. Θα ντυθώ και θα φύγω. Αυτό θα κάνω. Θα φάω κάτι στο δρόμο. Θα περπατώ και θα τρώω. Όπως πιτσιρικάς όταν πήγαινα στα Αγγλικά κι έστριβα στο τελευταίο στενό, αγόραζα μια τυρόπιτα κι έκανα κοπάνα.
  Ο ήλιος τυραννάει τα μάτια μου παρόλο που κρύβονται πίσω απ’ τα σκούρα γυαλιά. Δεν έχει ζέστη. Δρόσισε για τα καλά. Έκλεισα μέχρι το λαιμό το μαύρο μου τζάκετ κι άνοιξα όσο μπόρεσα το βήμα. Στο πρώτο ανοιχτό μαγαζί σταμάτησα κι αγόρασα κάτι βρώμικο να μου κόψει τη πείνα. Το σουβλάκι φαντάζει το καλύτερο φαγητό του κόσμου αν έχεις να φας τρεις μέρες.
  Τρώω αφηρημένος κοιτώντας με ορθάνοιχτα μάτια μια αδιάφορη βιτρίνα. Εσένα σκέφτομαι και πάλι. Μικρά λαμπερά πυροτεχνήματα οι στιγμές μας. Άναψαν, φώτισαν και χάθηκαν. Θυμάμαι πως πέταξες τη βαλίτσα μου απ’ το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου. Την είδα να πετάει, στην κυριολεξία, με τόση χάρη. Ότι έκανες το έκανες με χάρη, δεν το κρύβω. Στην αρχή νόμισα πως κάποιος από εκεί ψηλά μου κάνει πλάκα μα γρήγορα κατάλαβα πως δεν ήταν και τόσο ψηλά. Ήσουν εσύ απ’ τον δεύτερο όροφο. Τον δικό μας όροφο, απ’ το δικό μας σπίτι.
  Συνεχίζω το περπάτημά μου με νέες δυνάμεις. Ίσως καθίσω κάπου για καφέ. Ναι, με τράβηξε ένας ωραίος ζεστός καφές τώρα. Που άραγε να πάω; Η πόλη μου είναι τελείως άγνωστη. Δεν ξέρω γιατί την επέλεξα. Για μια νέα αρχή ίσως, αλλά και πάλι δεν ξέρω. Θόρυβος και ήχοι συνθέτουν το σάουντρακ της καινούριας περιπέτειας και κάπου στο βάθος του μεγάλου δρόμου διακρίνω τη θάλασσα. Προτίμησα τη θάλασσα, το απέραντο, βαμμένο μπλε απ’ τον ουρανό, αλμυρό νερό. Να γαληνέψω, να φανταστώ ποια θα ‘ναι η συνέχεια. Τώρα τα πόδια μου βγάζουν φτερά, μεταμορφώνομαι σ’ έναν μικρό Ερμή και πετάω μέχρι εκεί, στο τέλος του δρόμου, στην αρχή της αμμουδιάς. Βγάζω τις μπότες μου, πετάω τις βρώμικες κάλτσες και βυθίζω τις πατούσες μου στη νοτισμένη άμμο. Αφήνω το τζάκετ να παίξει κι αυτό με τα βότσαλα, τα μικρά πολύτιμα πετράδια που ξεβράζει η θάλασσα σε κάθε παφλασμό της. Ξαπλώνω, κυλιέμαι, γεμίζω με εκατομμύρια κόκκους άμμου κι η ευτυχία περνάει για λίγο έστω κι από δίπλα μου. Απλώνω απελπισμένα το χέρι, ίσως και με λαχτάρα μα δεν καταφέρνω τίποτα. Την επόμενη φορά είσαι δική μου, μα ο μονόλογος τη διώχνει ακόμη πιο μακριά. Πέρα απ’ τα σύννεφα του ορίζοντα, πέρα απ’ τα κύματα και τις σκορπισμένες στάχτες των ονείρων μου. Θα την ξαναδώ ποτέ; Θα τη δω. Δεν ήρθε ακόμη η στιγμή. Δε τιμωρήθηκα όπως μου πρέπει. Ούτε πόθησα πραγματικά τη τιμωρία μου, το αυτομαστίγωμα, τον εξευτελισμό μου. Τίποτα δεν είναι προβλέψιμο πλέον. Αιωρούμαι στο αχανές κενό του νου μου και μόλις διορθώνω και μετανιώνω, πάλι κάτι με τραβά πίσω στην αρχή της επαίσχυντης κατάντιας μου.
  Όλα υπάρχουν μέσα μου, αποτυπωμένα, χαραγμένα τόσο βαθιά. Αγγίζω το κόκκινο φουστάνι σου με τις χαριτωμένες πινελιές λουλουδιών παντού γεμάτο. Πόσο το λατρεύω και δεν ξέρω αν βρέθηκε τυχαία στη βαλίτσα μου ή αν το έβαλες επίτηδες για να υπάρχει πάντα κάτι να μας συνδέει. Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς αληθινά, το νιώθω. Ξέρω ότι ποτέ δε θα πάψει αυτό, έστω κι αν δεν με θέλεις πίσω, κοντά σου. Είναι τόσα κι άλλα τόσα. Τα γνωρίζω, τα σκέφτομαι συνέχεια, είναι αδύνατον να μην παραδεχτώ πως τα προκάλεσα εγώ. Εγώ σ’ έδιωξα, σε τυράννησα, σε πόνεσα, σε πλήγωσα ανεπανόρθωτα. Δεν μου αξίζει τίποτα όμορφο, ούτε αγνό. Κανένας οίκτος και καμιά συμπόνια. Ούτε η ελάχιστη μελωδία για να ξεχάσω, να συγχωρεθώ. Ίσως σε μια επόμενη ζωή, εκεί, κάπου στη κόλαση.
Συνεχίζω διστακτικά, με αστάθεια, το περπάτημα πάνω στην υγρή άμμο του Σεπτέμβρη. Πικρά διηγήματα του Κάρβερ περνούν τυπωμένα μπρος στα μάτια μου. Τα διαβάζω ξανά και ξανά, λέξη προς λέξη. Το κρίσιμο, το ατελές, το βασανιστικό. Βουλιάζουν τα πόδια μου βαθιά, ολοένα και περισσότερο. Βαραίνω. Η καλή διάθεση σχεδόν εξαφανίστηκε. Δε θέλω να σε σκέφτομαι. Πρέπει να πάψω να το κάνω και μερικές φορές το καταφέρνω. Μερικές φορές. Αλλά, πως είναι δυνατόν, τα πάντα μου θυμίζουν εσένα. Εσένα χαρά μου, αγκαλιά μου κι ασίγαστε έρωτα.
  Βρίσκω τις μπότες μου στο σημείο που τις άφησα πριν ώρα. Τις φοράω χωρίς τις κάλτσες, έτσι κι αλλιώς για πέταμα είναι. Φεύγω από τη παραλία, πιάνω ένα μικρό χωμάτινο κομμάτι δρόμου και περπατώ βαριεστημένα. Πεθύμησα βρώμικη άσφαλτο και υγρά πεζοδρόμια. Επαρχιακές γειτονιές και συνοικιακά μπαρ. Αυτό σκέφτομαι κι ανοίγω το βήμα μου να βρω τον κεντρικό. Παντού σκιές ανθρώπων μια μέρα χωρίς φαντασία και με την ουσία καλά κρυμμένη κάτω απ’ το δέρμα της άγνωστης πόλης. Της πόλης που σε λίγο θα γίνει το κέντρο του μικρόκοσμού μου, το ορμητήριο της επιθυμίας μου για μια νέα ζωή. Για μια γαμημένη νέα ζωή. Θα περπατήσω μέχρι να κουραστώ, μέχρι να φθαρούν εντελώς οι πολυκαιρισμένες μπότες μου. Θα αντλήσω ιδέες και θα εμπνευστώ απ’ τους ήχους, τους θορύβους, τις κραυγές.