leykos xronos

leykos xronos

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

νεράιδα

 Κάθε μέρα περιμένω κι από κάτι. Κάθε μέρα περιμένω. Χθες να μου περάσει ο πόνος. Προχθές, να σταματήσει η βροχή. Σήμερα, να 'ρθει η νύχτα. Να κολυμπήσω στο θολό κι απύθμενο αλκοόλ. Να κυνηγήσω το φάντασμά της. Τους δαίμονες του παρελθόντος. Κρεμασμένος απ' την πιο άγια μπάρα που θα βρω. Την πρώτη που θα μου κλείσει το μάτι. Αμίλητος, οι κυνηγοί δεν μιλάνε. Ακούραστος, οι θηρευτές δεν κουράζονται ποτέ. Πάνω στους ρόζους θα σκαλίσω συνθηματικά τ' όνομά της. Δεν θα το δει αλλά θ' ακούσει το λεπίδι να χαράζει το ξύλο και θα καταλάβει. Θα επιστρέψει δρασκελίζοντας, νεράιδα κρεμασμένη σε τζάμι πνιγμένο αιθαλομίχλη. Ούτε αυτή θα μιλήσει. Θα στέκει πιο κει μέχρι να το πάρει απόφαση, αυτή είναι το θύμα. Θα με ζυγίσει μ' ένα βλέμμα τόσο καθάριο που σχεδόν θα τρομάξω, μα δε θα το δείξω λεπτό. Οι θύτες δεν τρομάζουν. Δεν θα κρύψει τίποτα. Βαρέθηκε να κρύβει, να κρύβεται. Θα βρεθεί στο τελευταίο της αδιέξοδο, που θα έχει τ' όνομά μου. Η μπάρα θα αδειάσει από κόσμο. Είμαστε τώρα εγώ κι αυτή. Σιωπή. Εγώ, αυτή και το λεπίδι ανάμεσά μας.   

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

αόρατος

 Κάποιες στιγμές, που περνώ μπροστά απ' τον καθρέφτη σου, παρατηρώ πως το είδωλό μου είναι ελαφρύ. Κάποιες άλλες, όταν αγγίζω τον τοίχο σου, παρατηρώ πως η σκιά μου είναι τόσο δα μικρή, σχεδόν ανύπαρκτη. Τυχαίνει, λοιπόν, πολλές στιγμές να είμαι αόρατος. Ένα από τα πράγματα που ήθελα τόσο να μπορώ να καταφέρω όταν ήμουν παιδί. Αόρατος. Θυμάμαι τα σχέδια που έκανα αν το κατάφερνα έστω για μία ώρα. Τώρα που συμβαίνει στ' αλήθεια δεν μ' αρέσει καθόλου. Το επόμενο στάδιο, βέβαια, θα είναι το πλέον οδυνηρό. Θα μπορείς να περάσεις από μέσα μου. Αόρατος και άυλος. Όχι, αυτό δεν έχει καμία σχέση με τα παιδικά μου σχέδια. Δεν υπάρχει η παραμικρή σύνδεση. Το διώχνω μακριά μου κι αυτό, μπούμερανγκ, επιστρέφει πίσω. Ένα μου μένει να κάνω. Θα ξεσκεπάσω από την αιώνια σκόνη το τύμπανο του έρωτα πολεμιστή. Θα το περάσω στον ώμο μου, λάβαρο και παντιέρα. Θα ανέβω στην ψηλή μαΐστρα του αρχιπελάγους και θα σου φωνάξω, ''είμαι εδώ μόνο για σένα''.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

βότκα πορτοκάλι

 Άφησα τον χυμό πορτοκάλι στη κουζίνα, σε αναμονή. Άναψα ένα τσιγάρο και μαζί του περιφέρομαι σ' όλο το σπίτι, σα να το θυμιάζω. Σε κάθε δωμάτιο, σε κάθε χώρο, σκοντάφτω πάνω σε δικά σου πράγματα. Στα δικά σου προσωπικά αντικείμενα. Στο κινητό μου διαβάζω το τελευταίο σου μήνυμα. Χθες μου το έστειλες, βράδυ. Δεν ήρθες στο σπίτι, μου έστειλες μήνυμα. Σβήνω το τσιγάρο κι αρχίζω να πακετάρω, τα δικά μου πράγματα. Μία κούτα θα χρειαστώ, τα υπόλοιπα στα χαρίζω. Δεν έχει σημασία που τ' αγοράσαμε μαζί, σου τ' αφήνω. Από την βιβλιοθήκη θα πάρω μόνο τα δύο βιβλία που μου χάρισες. Από την τουαλέτα μόνο την οδοντόβουρτσα κι ας είναι για πέταμα. Από την ντουλάπα μας δυο μαύρα πουκάμισα και το καλοκαιρινό παντελόνι, της θάλασσας. Σκέφτομαι αν πρέπει να σου στείλω μήνυμα. Καλύτερα όχι. Θα σε πάρω τηλέφωνο. Το μετανιώνω. Πηγαίνω στη κουζίνα και βλέπω τον χυμό που πήρε να χαλάει. Σηκώνω το ποτήρι. Το κατεβάζω χωρίς να πιω. Να πάρω τα γυαλιά μου κι εκείνο το cd της μπάντας που μ' έκανε κάποτε να χαμογελάσω. Σχηματίζω τον αριθμό σου. Μέχρι χθες είμαι σίγουρος ότι δεν τον θυμόμουν απ' έξω. Καλεί. Δεν το σηκώνεις. Να πάρω το άδειο μπουκάλι απ' το τραπέζι, να το γεμίσω μυρωδιές, του σπιτιού μας. Πως θα τα καταφέρω δεν έχει σημασία, θα το κάνω. Σε παίρνω πάλι. Κλειστό. Θα σου τέλειωσε η μπαταρία. Με βολεύει αυτή η σκέψη, αν και ξέρω πως δεν ισχύει. Μία φωτογραφία που είμαστε μαζί. Εγώ δεν φαίνομαι πολύ καθαρά. Το κουτί γέμισε, δεν βρήκα μεγαλύτερο, δεν χρειαζόταν. Κάνω μια βόλτα ακόμη, σ' όλο το σπίτι. Το κινητό μου, πάνω στο τραπέζι, χτυπάει. Είσαι εσύ. Θα βρήκες την κλήση μου. Θα το μετάνιωσες; Δεν θα μάθω ποτέ. Το αφήνω να κουδουνίζει. Ανοίγω την βότκα και γεμίζω το ποτήρι του χυμού μέχρι επάνω. Το ανακατεύω με το δάχτυλο. Δυο γουλιές και τέλειωσε. Τραβώ πίσω μου την πόρτα, με το άλλο χέρι κρατώ το κουτί. Τα κλειδιά τ' άφησα πάνω στο μαξιλάρι σου. Θα τα βρεις.          

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

όνειρα δανεικά

  Σακατεμένος ο ήλιος το πρωί, μου δάνεισε το χλιαρό του χάδι που δεν έφτασε να ζεσταθώ. Έριξα πάνω μου την πετσέτα του μπάνιου κι άρχισα να κόβω βόλτες στο καθιστικό μέχρι να βράσει ο καφές. 8.20 .. Δεν ανέτειλε ούτε ένα αισιόδοξο μήνυμα σήμερα κι ο ήλιος κρύφτηκε απότομα. Έστριψα το πρώτο τσιγάρο κι αγκάλιασα την καυτή κούπα. Σκέφτηκα το όνειρο που είδα τελευταίο. Τα προηγούμενα δεν τα θυμόμουν. Ήμουν παρέα με τον πιο όμορφο διάολο που δημιούργησε ποτέ ο θεός. Ελκυστικός, περίεργα ανθρώπινος. Άπλωσε το χέρι του στο στήθος μου και χούφτωσε την καρδιά μου, την στραγγάλισε. Τον κοίταξα στα μάτια, τον κάρφωσα με το βλέμμα του τρελού. Μου θύμισε κάποιον γνωστό μου, ίσως φίλο, δεν ήμουν σίγουρος. Όσο το σφίξιμο μεγάλωνε τόσο η ματιά μου τον πλησίαζε. Πριν ακουστεί κι ο τελευταίος χτύπος, τα μάτια μας ενώθηκαν, έγιναν ένα μεγάλο στρογγυλό μάτι, κυκλώπειο. Κατάφερα να δω μέσα, βαθιά, στην ανύπαρκτη ψυχή του. Η ομοιότητα, τελικά, ήταν καταπληκτική. Ήταν ίδιος με κάποιον που γνωρίζω από καιρό. Ήταν ίδιος εγώ.       

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

σε σένα

η μοναξιά με χρώμα ασημί
και το ουίσκι κίτρινο, θαμπό

σκαλίζω τον εαυτό μου
του κλείνω το μάτι, εμπνέομαι

υπάρχει ένας λαβύρινθος
μια ψυχή που ιδρώνει
ιδρώνει να ξεφύγει, να αποσπαστεί
να αποκοπεί από ένα σώμα άχρηστο
σάπιο, άχρηστο, άχρηστο

στο είπα, καταστρέφομαι
πως δε ζω, στο είπα

στο είπα πως αντικρίζω
την βίαιη αποκοπή, συνέχεια
την σάρκινη ανημποριά
την χωρίς αύριο εξέγερση, της ψυχής

ζεσταίνομαι. φλέγομαι.

ο ρυθμός
η καρδιά
'' όπου κι αν είσαι
   ό,τι κι αν είσαι
   μη χάσεις την πίστη σου
   το ξέρω πως θα συμβεί
   κάποτε σε σένα
   σε παρακαλώ, περίμενε ''

ο ρυθμός
η καρδιά
που είναι η καρδιά ;
μοσχοβολά χρυσάνθεμο κι αυγή

ο άγιος σαστισμένος με σπάζει στα δύο
κερνώντας δυνατό ποτό, καυτό
μυρωδάτο, μεθυστικό

'' ακόμη το ξέρω πως
   κάποτε θα συμβεί σε σένα. ''

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

ταξίδι μαζί σου

Μια - δυο αράδες, μια - δυο κουβέντες, ένα νεύμα. Είναι όλα αυτά αρκετά για να με καταλάβεις. Μη ζητάς πολλά, όχι τώρα. Όλες αυτές τις πολυλογίες, τις φανφαρολογίες, τις άσκοπες ψευτοφιλοσοφίες χωρίς ουσιαστικό νόημα και ειρμό τις μισώ, τις βαριέμαι θανάσιμα γαμώτη μου. Βγάλε νόημα απ' τα λίγα που σου λέω, τα ελάχιστα που σου δείχνω. Άνοιξε το μυαλό σου όπως την αγκαλιά σου και βρες το απέραντο μεγαλείο της όμορφης σιωπής, της άγνωστης πρωινής σιωπής των χρωμάτων που λείπει απ' τη ζωή μας. Αλήθεια, δεν χρειάζεται να σου πω πολλά. Λίγα, μικρά, τόσα δα λόγια. Να σου πιάσω το χέρι, το μικρό λευκό χέρι, να σου δώσω ένα φιλί. Το άπειρο φιλί που θα διώξει το αίμα, τα σημάδια, τους μαύρους κύκλους, τη μελάνη απ' τα δάχτυλα, τις λεπτές γραμμές, τον κρότο και τον αέρα τον γαμημένο που μπερδεύει βάναυσα τα μαλλιά μας. Όταν κοιτάζω για λίγο αλλού δεν σε αποφεύγω, δεν ψάχνω για κάτι άλλο. Είμαι γεμάτος και θέλω να αδειάσω όλο αυτό που φυλάω μέσα μου. Αν το κάνω θα νιώσω ευτυχία, ευφορία. Όταν είμαι αφηρημένος δεν ταξιδεύω μακριά σου, ταξιδεύω μαζί σου. Είναι τόσο απλό. Άφησε για λίγο να σε παρασύρει το ποτάμι και θα δεις πως τα ξερόκλαδα θα πετάξουν μπουμπούκια και φυλλαράκια ζωηρά, πράσινα. Ξεφεύγω απ' το υπόγειο της μελαγχολίας μου, με ξεπλένει ο χείμαρρος και γράφω για όλα τα εγώ, για όλους εμένα, μέσα απ' το φίλτρο εσένα, για όλα τα εσείς, για τα πάντα εκείνοι, το καθολικό εσύ. Όταν πάμε στο παλιό λιμάνι θα καταλάβεις. Δεν είναι άδικο να μένουν όλα κλεισμένα, επτασφράγιστα εδώ; Εδώ στο λευκό κενό, στο άχρωμο τίποτα. Άστα να πετάξουν αν τ' αγαπάς, αν τ' αγαπώ, στους άπειρους διαδρόμους, στους ατελείωτους δρόμους, να σκίσουν τον αέρα, να καταρρίψουν τα ρεκόρ. Αυτό είναι αγάπη. Αυτό είναι πάνω απ' όλα. Το ταξίδι, το πέταγμα, ο χορός της γλώσσας, το υγρό φιλί στον λαιμό, το άγγιγμα της αβύσσου, οι ατελείωτες ιστορίες κι ό,τι αφήνουμε για λίγο στη μέση και γλυκά το ξαναπιάνουμε μερικά χρόνια μετά.      

12 ρόμβοι

Μάτωσα με την πρώτη ανάσα. Γέμισε το στόμα μου με το αίμα της πεζότητας που με κυκλώνει, με συνθλίβει, με καταλύει, με πνίγει. Αίμα κόκκινο βαθύ, πηχτό, βαλτώδες. Μάτωσα κι ο καφές άλλαξε γεύση και το τσιγάρο γλυκά πίκρισε τη γλώσσα, γουργούρισε φουσκάλες το λαρύγγι. Αν σαλτάρω μπορεί και να γλιτώσω. Αυτό κι αν είναι θλιβερό. Η ίδια γεύση για πάντα. Μέχρι το επόμενο salto mortale.
Σέρνομαι πάνω στο απάτητο χαλί, μόνος, χωρίς θόρυβο για πρώτη φορά. Μετρώ τον κάθε κόμπο, τους μικρούς κόκκινους ρόμβους - κόμπους - κόκκινους - μικρούς - ρόμβους - 1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 6 - 7 - 8 - 9 - 10 - 11 - 12 - κόμποι μικροί, μεγάλοι ρόμβοι στο χαλί, το απάτητο, το απατηλό χάλι μου.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Κλουβί 52 -- από τη μικρή συλλογή ''Κλουβιά'' --

 Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του γραφείου και χούφτωσα λαίμαργα το μικρό κομμάτι υφάσματος που άλλοτε κάλυπτε το σώμα σου, όπου ένα βράδυ, ύστερα από ένα πολύωρο πλιάτσικο έγινε δικό μου. Το σώμα σου και το ύφασμα. Ελαφρώς σκισμένο, ερωτικά μακελεμένο, με τη μυρωδιά σου ακόμη κολλημένη πάνω του. Το 'φερα κοντά στη μύτη μου. Άντλησα όλες τις υποψίες σχηματισμού των καμπύλων σου με το νου μου, αφουγκράστηκα τον ήχο των φιλιών σου, των μικρών και πεταχτών άπειρων φιλιών σου, έψαξα απεγνωσμένα το παρθένο κάλεσμα του άγουρου έρωτα. Σχεδόν τα κατάφερα. Είμαι και πάλι νικητής, μόνος, ήσυχος, σιωπηλά πανηγυρίζω. Στραγγίζω κάθε μόριο έμπνευσης εξαγνίζοντας τη διαβολεμένη μου ψυχή. Τρέχω στους κολασμένους δρόμους, πάει ένας χρόνος τώρα. Το πιστεύεις; Με πιστεύεις; Μη φοβάσαι. Μη φοβηθείς ποτέ ξανά. Μην μπερδευτείς ποτέ άλλοτε. Δεν θα σ' αφήσω εγώ να μπερδευτείς, ούτε να φοβηθείς, όσο κι αν φοβάμαι. Δεν θα αφήσω κανέναν να ψαλιδίσει τα φτερά, να προκαλέσει συμφορά, να βάλει φωτιά στον έρωτα.

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 012

φλόγα ζεστή αγκαλιά
χίλιες σταγόνες δάκρυα
λευκή σελίδα κομφετί
σκισμένο πουκάμισο κρύο

θρασύς λόγος βρισιά
νωθρές κινήσεις ύπνος
βαρετές σχέσεις θέατρο
γλυκές κουβέντες μέλι

μαύρες σκιές φόβος
μεγάλο ύψος ίλιγγος
απότομη στροφή κίνδυνος
νοθευμένη δόση θάνατος.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 011

Κανείς δεν κρατά μέσα του τ' όνειρο
Δεν βλέπει κανείς τον ουρανό
Μεθάει κανείς με τ' άρωμα του έρωτα;
Νέε, σκορπάς τα κομμάτια σου
  σε γράμματα και στίχους
  σε ψηλά τακούνια κι αλκοόλ
Βραχνές φωνές ψελλίζουν μυστικά
Η αγάπη χάνεται, γίνεται σκόνη
  στις άδειες πλατείες, χωρίς παιδιά
  σε δέντρα γυμνά, χωρίς φύλλα, καρδιά
Ο αριθμός στο δρόμο είναι μηδέν
Η νέον επιγραφή σπασμένη, σβηστή
  δε θυμίζει τίποτα
Ο αέρας παρασέρνει μελωδίες, ήχους
Δε θα βρέξει ποτέ ξανά
Το σώμα νέκρωσε, δεν υπάρχεις πια.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 010

Το κεφάλι έχει γεμίσει
με διευθύνσεις και τηλέφωνα
άχρηστα νούμερα και γραμματοσειρές
ονόματα που πρέπει να ξεχαστούν
τύποι που επιβάλλεται να λησμονηθούν
όπως με ξέχασαν κι αυτοί.

Δεν μ' αγγίζει, δεν μ' ενοχλεί

Κλέβω μια παιδική γομολάστιχα
εκείνη που μυρίζει όμορφα μα,
έχει άσχημη γεύση
σαν εκείνες που μασούλαγε μικρός
ο αδερφός μου μέσα στην τάξη
Σβήνω πολλούς, πολλές
τύπους και τύπισσες, χωρίς να σκέφτομαι
δεν με σκέφτονται
δεν υπάρχω γι' αυτούς
δεν υπάρχουν για μένα
δίκαιο το βρίσκω

Τελειώνω και παίρνω τους δρόμους
διαλέγω έναν με πολλά ονόματα
ταμπέλες, φίρμες κι αρχίζω
τα σβήνω όλα, ένα προς ένα
σχολαστικά, με προσοχή
να μην αφήσω ούτε ένα σημάδι
έπειτα σβήνω μαγαζιά, βιτρίνες
κολώνες, αυτοκίνητα
σκύλους, πουλιά
όλα τα δέντρα και τα σύρματα
δυο περίπτερα, το πεζοδρόμιο
   και δέκα ανυποψίαστους πεζούς.
Προχωρώ και σβήνω
τα καίω όλα με τη μικρή φθαρμένη γομολάστιχα
κατηφορίζω προς το παζάρι, την αγορά
τον αυτοκινητόδρομο
Θα τα σβήσω όλα.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 009

είναι νωρίς κι οι πιο πολλοί κοιμούνται
άλλοι παρακαλούν κι άλλοι όχι
   να ξημερώσει
ένα είδος μαρτυρίου ξεκινά
κόπου και δυσλεξίας
μια κοκκινίλα στο λαιμό, παράφωνη μελωδία
το φόρτωμα στο κεφάλι κρατά καλά
ένα τσιγάρο γι' αρχή
αργή αρχή, slow motion
ένα πεντάλεπτο τσιγάρο, μοναχικό
πριν χαθείς στην ημέρα
πριν σε καταπιούν φωτεινά στόματα
   (στόματα ημέρας σε κλέβουν απ' την αγκαλιά της νύχτας)
ένα δεκάλεπτο, το πολύ, τσιγάρο
πριν νιώσεις τους πρώτους πόνους στα κόκαλα
σ' όλο σου το κορμί
τα γόνατα δεν σε στηρίζουν
δεν τα ορίζεις
χθες βράδυ δεν τα χρειάστηκες εξάλλου

το πρώτο σβήνει
θ' ανάψεις κι άλλο; δεν αξίζει
ανάβεις, ρουφάς, μαστουρώνεις
οι καμπάνες, τα σφυριά έχουν φύγει
έχουν δραπετεύσει
βράζεις καφέ, καθυστερείς
σπάζεις δυο σπυριά στην πλάτη
πλένεις το πρόσωπο με κρύο νερό
δεν ξυπνάς, δεν ξυπνάς ούτε λεπτό
θα σβήσει και το δεύτερο, είναι νωρίς
παρακαλάς να μην ξημερώσει
χαίρεσαι που είσαι μόνος στο σκοτάδι
κλειστό το παράθυρο
δεν σ' έχουν πάρει τα χρόνια, ρεμάλι
θα ξυπνήσεις άλλη φορά!
μην ανησυχείς, θα συμβεί κι αυτό
κλείνεις τα μάτια που ποτέ δεν άνοιξαν
μουρμουρίζεις το ρεφρέν που σου 'χει κολλήσει από χθες
δεν ξέρεις καλά τα λόγια
ποιος τα ξέρει;
καληνύχτα φίλε, ξημέρωσε.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 008

Σταθερά στα πόδια μου πάτησα
πλάι στο ψηλό σπίτι
το ανοιχτό παράθυρο με καλούσε ερωτικά
το αίμα έβραζε στις φλέβες

Αν αντισταθώ θα πονέσω
μα είναι αργά γι' αυτές τις σκέψεις
δεκάξι σκαλοπάτια μέτρησα
τυφλωμένος απ' το πάθος

Έφτασε το σώμα μου
έναν μήνα μετά το πνεύμα
γέρασε το λουλούδι στο χέρι μου
μαράθηκε η ζωή στο δικό σου.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 007

αν κλείσω τα μάτια μου
δεν θα βρω το σκοτάδι

αν δω μέσα στο νερό
δεν θα ξεχωρίσω τη γοργόνα

το κερί στάζει στο δέρμα
μια υπέρτατη ηδονή με κατακλύζει

το κρεβάτι φλέγεται και πάνω του εσύ
θα 'θελα να σώσω την εικόνα σου, τη γόπα του τσιγάρου σου

το κραγιόν ξέβαψε στον καθρέφτη
το μήνυμα ξεθώριασε

η βότκα ποτάμι
πλημμυρίζει το στομάχι μου

η μπλε φλόγα του αναπτήρα
γεννά γκρίζο καπνό

και το ράδιο υπόσχεται Καλή Χρονιά.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 006

Η μουσική που τελειώνει, απλώνει σιωπή
Η κουβέντα που αρχίζει, χαρίζει σκέψη
Τρίτος καφές, τα νεύρα τσακισμένα
Το ένα μάτι κλειστό, ορθάνοιχτο το στόμα
Έκφραση της έκπληξης κι η μουσική ξαναρχίζει
Ο άγνωστος νέος δίπλα μου στο μπαρ, επαναστατεί
   με μακριά μαλλιά κι αξύριστο πηγούνι
'' Τρέμω τ' άστρα μην φανούν '', μονολογεί
Το μέλλον φορά σκουλαρίκια στον αφαλό
   και τρώει με τα χέρια
Δεν γυρίζει σπίτι έπειτα απ' το σχολείο
Καπνίζει χόρτο στην πλατεία

Βάθος ρηχό, κομμένο σύρμα
Λάμπα σβηστή, κλειστό βιβλίο
Μες στα λουλούδια ένας σταυρός πυρωμένος
Σημάδι στο μάγουλο, ουρλιαχτό

Η ώρα έξι, χειμώνας ακόμη
Βραδιάζει.

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 005

το παιχνίδι των σκιών
σ' ένα δωμάτιο από καπνό
τρεμοπαίζουν κεριά έτοιμα να σβήσουν
η απόγνωση πήρε τη θέση της σιγουριάς
τα λόγια αποπνέουν λαχτάρα
τα στόματα εισπνέουν την σκόνη
στάχτη. μόνο στάχτη
κι ο επόμενος εραστής πήρε τη θέση του
ετοιμοπόλεμος, πολλά υποσχόμενος
βρώμικος κι ελεεινός

ξάπλωσα στο κρεβάτι πάνω σε μεγάλα μαξιλάρια
σε τσαλακωμένα σεντόνια, πλάι σε παλιά ρούχα, σχισμένα
το κεφάλι μου παραφουσκωμένο με όνειρα για την επόμενη μέρα
ο επόμενος εραστής πήρε την γνωστή θέση
ο κάθε εραστής παίρνει αυτή την συγκεκριμένη θέση, πάντα
το χτύπημα είναι θανατηφόρο
το κεφάλι μου, δύο μέρη νεκρά
τα όνειρα σαν αίμα κυλούν, χάνονται, εξανεμίζονται

ποιος θα είναι ο επόμενος εραστής - θύτης;

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 004

Κινούμαι σε μέρη που συχνάζουν πολλοί
 μπερδεύομαι με το πλήθος
 συλλέγω οσμές, σε αναζητώ
Κι αν νομίζεις πως θέλω να δραπετεύσω
 κάνεις λάθος
Είμαι ανίκανος να το πράξω
Γι' αυτό ακριβώς δεν πηγαίνω στο σπίτι
Γι' αυτό ακριβώς μ' έχει ξεχάσει το σπίτι μου
Γιατί εκεί είμαι μόνος
Χωρίς πιθανότητες να σε συναντήσω
Ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου
 είναι αδύνατο να σε βρω

Κινούμαι αλλού, μακριά
Συλλέγω οσμές, ανακαλύπτω
Σκαρώνω συναντήσεις, θέατρο

Θέατρο

Η μάσκα της χαράς είμαι εγώ
Η μάσκα της θλίψης είμαι εγώ
    κι εσύ δεν υπάρχεις πουθενά

Θέατρο

Η μάσκα της χαράς είσαι εσύ
Η μάσκα της θλίψης είμαι εγώ.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 003

Ένα όνομα, γνωστό
Με συνδέει με τα προηγούμενα
Τα χιλιοειπωμένα
Και μια γνώριμη φωνή
Με απογειώνει κατακόρυφα
Σ' έναν κόκκινο ουρανό, από αίμα
Αισθάνομαι σαν σε πηγάδι μέσα
Χωρίς ίχνος ελευθερίας
Συνεχίζω να ζω. Τυράννια

Βάφομαι με το κόκκινο τ' ουρανού
Κρατιέμαι απ' τα σύννεφα
  και με μια χορευτική φιγούρα
Βουτώ στην κρύα θάλασσα
  που τόσο φοβάμαι.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 002

Αρχίζω εκεί που σταματώ
Ανασαίνω βαριά
Οι κινήσεις νωθρές
Το βλέμμα άπειρο

Σώμα γυμνό μπρος στον καθρέφτη
Ψάχνει ταίρι

Το τηλέφωνο δεν χτυπά
Ούτε καν για φάρσα

Οι ώρες που περάσαμε μαζί
Λίγες στιγμές
Τις νοσταλγώ

Στα όνειρά μου, μ' αγαπάς

Ξημερώνει
Αγάπη;
Ούτε καν για φάρσα.

με μια γραφομηχανή στο μαυροκόκκινο δωμάτιο 001

Σπασμένο λουλούδι στα δύο
Κουτσή καρέκλα
Τρύπιο πάτωμα
Φάλτση φωνή, αλλόκοσμη
Κάπου θα με βρεις, ναι, θα λικνίζομαι αλλοπρόσαλλα
Θα σιγοψιθυρίζω προσευχές και ύμνους
Μαζί με σβησμένα τσιγάρα
    με σκονισμένα ημερολόγια
Θα παρακμάζω στον τοίχο καρφωμένος
    σα σχισμένη αφίσα
Κι αν με αποκαθηλώσεις και με φροντίσεις
    εγώ θα τους συγχωρήσω όλους
Το παιδί με την μαντήλα στο κεφάλι
Τον άντρα με τα λερωμένα εσώρουχα
Τη γυναίκα με το καχύποπτο ύφος
    την διάχυτη ειρωνεία της.

Θα τους συγχωρήσω γιατί φοβάμαι τον θάνατο
Από μια λεπτή κλωστή, που αυτός θα κόψει, κρέμομαι
Θα τους συγχωρήσω
Το παιδί με το ξύλο στο χέρι
Τον άντρα με το αυτοκίνητο
Τη γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά.  

επιστολή στον αδερφό Β.Κ.

  Το μόνο που υπάρχει, τα μόνα πράγματα που έχω, είναι 5 κασέτες, τρία βιβλία και πολλή πίστη για το αύριο, για μένα. Όλα τα άσχημα θα τα αφήσω. Θα διδαχθώ απ' αυτά. Όπως διδάχθηκαν κι αυτοί που τα προξένησαν σε μένα, σε σένα, στους ίδιους.
  Με το ίδιο παντελόνι, το ίδιο πουκάμισο, τα ίδια φθαρμένα παπούτσια θα έρθω, θα έρθω να σε πάρω ελευθερία στους ώμους. Εκεί θα φωλιάσεις, θα ριζώσεις και θα με οδηγήσεις εκεί που ξέρεις, εκεί που θέλει η καρδιά μου. Με τα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη, μέχρι εκεί που φθάνουν κι όσο αντέχουν να στέκουν στο κεφάλι, θα τρέξω να σε αγκαλιάσω ζωή. Να σου δώσω ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα κι έπειτα στο μάγουλο κι ίσως στο στήθος. Θα φωνάξουμε μαζί δυνατά στις πλατείες κρατώντας σημαίες και πανό που θα γράφουν ''σ' αγαπώ'' και ''σε μισώ''. Έτσι, να τα ξεχωρίσουμε αυτά τα δύο και να φτύσουμε τις τσίχλες, πιάστηκε το σαγόνι μας τόσα χρόνια να μασάμε, επιτέλους. Ευκαιρία να ρουφήξουμε μια κρύα μπύρα, κερασμένη ή πληρωμένη, δεν με νοιάζει. Να ρουφήξουμε μέχρι την τελευταία του σταγόνα το κριθαρόζουμο απ' το ψυγείο και να νιώσουμε τόση ευχαρίστηση, μεγάλη ηδονή, κοιτάζοντας με μεγαλύτερη σιγουριά, με περισσότερο τσαμπουκά, με γνήσια μαγκιά, δική μας μαγκιά, τον τύπο που διαβάζει την εφημερίδα και ρίχνει λοξές ματιές, δειλές, άνανδρες προς το μέρος μας. Εκεί στο μπαρ, σ' ένα μπαρ που να μην λείπει η ποίηση και η πεζότητα να 'ναι εκεί και το ισιάδι κι οι στροφές, η πονηριά κι η ευθύτητα, το σπίτι μου κι ο εχθρός μου.
  Πάνω μου κι από πάνω σου πετούν οι πάπιες με τα πράσινα κεφάλια. Ανάβεις ένα τσιγάρο και σου κλέβω μια τζούρα. Όχι, δεν τις λένε Ντόναλντ! Θα τελειώσεις το τσιγάρο και θα 'σαι σίγουρος πως η μέρα που ξημέρωσε ή θα ξημερώσει είναι η δική σου μέρα και η δική μου κι όχι μέχρι να βραδιάσει μόνο, αλλά και η νύχτα ολόκληρη και το επόμενο αύριο με τη δική του νέα νύχτα, άλλη μια νύχτα ξεχωριστή να υποδέχεται μια επίσης ξεχωριστή νέα μέρα. Κάθε μέρα, κάθε μέρα, δική μου μέρα, δική σου μέρα. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να περιμένεις απλά να περάσει το κάθε 24ωρο γιατί είναι, αλήθεια, η δική σου, δική μου σειρά, να πράξεις αυτό που έχεις στο κεφάλι, ό,τι έχεις στο κεφάλι, δεν θα το κρίνω, όχι τώρα τουλάχιστον. Ούτε κανείς άλλος θα το κρίνει, ίσως και να το κάνει αλλά γνωρίζει πως δεν πιάνει πλέον η μπογιά του, εκείνη η σκουρόχρωμη που σου 'ριχνε στα μάτια χθες. Όχι δεν πιάνει, ούτε ένας ωκεανός μπογιάς πάνω σου γιατί έχεις το δικό σου χρώμα, ανεξίτηλο, κολλημένο πάνω σου, πάνω μου. Αυτό το κόκκινο, το αναμμένο στα μάτια σου όπως μετά από ξενύχτι και πολύ ποτό, αλλά και το κόκκινο της φωτιάς, της πυρκαγιάς, που καίει τους δυνάστες σου, τους δικούς μου δυνάστες, να μαυρίσουν όλοι, να καούν, συγνώμη.
  Υπό τους ήχους ξέφρενης μουσικής, σκληρής, αλλόκοσμης μαζί κι εξωγήινης, μέσα στο πλήθος να λιώσουν κεριά απροστάτευτα με σκάρτο φιτίλι, άσχημα, κακόσχημα, κακάσχημα. Μια ζαριά κι έφυγαν, μια κουβέντα και πέθαναν, πάνε χάθηκαν, φέρτε μου άλλους, φέρτε του να καταβροχθίσει, να ευχαριστηθεί και καθίστε να χειροκροτήσετε με ανοιχτά τα δάχτυλα όπως σας έδειξα παλιά. Το θυμάστε;
  Τώρα το γράμμα μου πετάει ψηλά στον συννεφιασμένο ουρανό, μέσα στη βροχή ψάχνει τον ήλιο, ψάχνει εσένα, τους αγγέλους, τους γνήσιους αγγέλους με τα λευκά φτερά, της ειρήνης φτερά, της ηρεμίας, της καλής παρέας, της ζεστασιάς, των φιλιών, του άγουρου πρωινού, τα φτερά μας, τα δικά μας λευκά φτερά. Άνοιξέ τα μόλις τα βρεις. Θα είμαι μέσα κουρνιασμένος σε μια γωνιά. Όχι, δεν θα κρυώνω. Θα 'μαι ευτυχισμένος, ερωτευμένος, όμορφος σαν εσένα, σαν εκείνη, για πάντα, τις Κυριακές και τις Δευτέρες που επίσης μισώ. Τις βροχερές, νεκρές ημέρες όπου η κίνηση στους δρόμους μειώνεται και μ' εκνευρίζει τόσο που παρακαλώ να μεταμορφωθώ σε πουλί και να ταξιδέψω μακριά, ακούγοντας στο γουόκμαν κάποιον κωλόγερο του ροκ εν ρολ να ουρλιάζει τους τελευταίους της ζωής του στίχους κι έπειτα να σωπαίνει και να μην ξανατραγουδά ποτέ.
  Γράφω τόση ώρα εδώ, μόνος, χωρίς να 'χει περάσει ούτε ένας άνθρωπος έξω απ' το παράθυρο του δωματίου, ούτε ένα παιδί δεν έπαιξε με την μπάλα του στο γρασίδι. Για ποιον φύτεψαν άραγε το γρασίδι αν όχι για τα παιδιά; Μόνο ξέρουν σχολαστικά να το κουρεύουν, να το περιποιούνται. Είναι τόσο θλιβερό να μεγαλώνει μόνο του, χωρίς το γέλιο των μικρών παιδιών. Βλέπω τη μελάνη μου να τελειώνει. Ήρθε η ώρα να κυλιστώ στο χορτάρι πολλά χρόνια μετά τα παιδικά μου. Άμα το διαβάσεις αυτό ποτέ, μπορεί να 'μαι δίπλα σου ή πολύ μακριά σου. Μα εσύ να συνεχίσεις να περπατάς σταθερά και να πατάς άφοβα, αναστενάρη, πάνω στα αναμμένα κάρβουνα των μεγάλων δρόμων, των πολυσύχναστων, των δικών σου λεωφόρων. Μην κοιτάς αριστερά - δεξιά, ούτε πίσω. Δεν υπάρχει λόγος άλλωστε.

                                                                                          Βιέννη - Απρίλιος 1999         

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

απόσπασμα από το ποίημα Hotel Mineland* του Σωτήρη Κακάτση

Τι θριαμβευτικές εποχές τότε
Τι ολοφώτιστες ολόλαμπρες ημέρες
Τι προελάσεις υπερήφανες

Περπατούσαμε πάνω σε μιαν έρημο
αφρικανική
ανακαλύπτοντας θαμμένα μεξικάνικα
βασίλεια
μισοκατεστραμμένες πυραμίδες
αζτέκων προεστών
λαξευμένες μορφές
ακατονόμαστων πολεμιστών
του τρόμου
διασχίζαμε αρχαία ρωμαϊκά μονοπάτια
λησμονημένα καπηλειά
αργιλικά τοπία
σύκα ξερά τρεφόμασταν κεδρόμηλα
σταφίδες
βουλιάζοντας στους δανεικούς
αμμόλοφους
δραπέτες, νικητές κοιμόμασταν
σε γλιτσερούς υπνόσακους
ουρανομήκεις διαδρομές των
δορυφόρων στον έναστρο ουρανό
τα όνειρά μας
ενώ σκορπιοί κροτάλιζαν ουρές των έξι κόμπων
χτυπώντας παλαμάκια

Άλλοτε πάλι

σε νύχτες αιθυλικές βουτάγαμε
με στερεότυπα αποτυπώματα εντυπώσεων
στα αυτιά μας γελούσε
πρόστυχα ο θάνατος
και στον αέρα ξάπλωναν ανέμελες
οι συγχορδίες ενός πιάνου μεθυσμένου**
με τραυματισμένες λέξεις
μολυσμένες λέξεις
με συνθήματα ακατανόητα στους τοίχους
με βιαστικά τρεχαλητά
χτίζαμε όνειρα μητροπολιτικά
φανταζόμασταν ατέλειωτες περιοδείες
μιας ροκ εν ρολ καταραμένης μπάντας 
καλιφορνέζικα ηλιοβασιλέματα
βόλτες με ανοιχτά αυτοκίνητα
σε λεωφόρους στρωμένες φοινικόδεντρα
και μπλουζ ηλεκτρικά στο κασετόφωνο
τρόμαζαν οι τριγύρω
κούναγαν το κεφάλι τους με νόημα
και βούλιαζαν ξανά στο διάβασμα
της κυριακάτικης
ουρλιάζαμε εκστατικά
οι σαλτιμπάγκοι του αιθέρα
είχαμε τη δική μας μουσική
τη δική μας γλώσσα μέχρι και
νεκρούς δικούς μας είχαμε (η δική μας ιστορία)
ήμασταν από αλλού, ήμασταν παντού
ταυτόχρονα
τίποτα δεν μπορούσε να μας σταματήσει
brother my cup is empty τραγουδούσαμε
του Κέιβ
μας φόβιζαν οι εξομολογήσεις του αγίου Νικολάου
είχαμε όμως τη δική μας
αυτοκρατορία
το πανηγύρι των πολύχρωμων παλιάτσων
κόντρα στους μαύρους καιρούς
ήμασταν η ασημένια αστραπή
στο σκοτεινό ουρανό
τους είχαμε όλους κατακτήσει

στο τέλος όμως όπως πάντα

η φυσαλίδα έσπασε
οι βέβηλοι χοροί τελείωσαν
διαλύθηκε το τσούρμο
η σαρκοφάγος πλάνη άρχισε
φυγάδες άλλοι γίναμε
στη σίγουρη επιτυχία
κάποιοι οσιομάρτυρες
της χημικής ευδαιμονίας
όλοι κυνηγημένοι κυνηγοί
της απέλπιδης απάθειας
της αμνησίας
θα 'θελα όμως να 'ρθω ένα βράδυ
να σας πιάσω όλους απ' το χέρι
να σας παρηγορήσω
και να σας πω πως δεν πειράζει
πως δεν είναι λίγο
πως για λίγο
ήμασταν η μύγα που τους
έμπαινε στο μάτι
πως για λίγο
είχαμε ενοχλήσει το θηρίο

  * χειρόγραφο αρχών δεκαετίας '90 που βρέθηκε σε κάποιο συρτάρι μου
** ''My piano has been drinkin' not me'' .. στίχος του Tom Waits

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

κυκλικό πρωινό

Ξημέρωσε, χωρίς ήλιο
Οι τρίχες κουβάρι, στο πάτωμα
Παντού δυστυχία, ίσως θάνατος
Γλύφω το μέλι, κάποιου άλλου

Ξημέρωσε, ίσως θάνατος
Οι τρίχες κουβάρι, κάποιου άλλου
Παντού δυστυχία, χωρίς ήλιο
Γλύφω το μέλι, στο πάτωμα

Ξημέρωσε, στο πάτωμα
Οι τρίχες κουβάρι, ίσως θάνατος
Παντού δυστυχία, κάποιου άλλου
Γλύφω το μέλι, χωρίς ήλιο...

                       ...συνεχίζεται

μια ανάσα

.. ζωή θαμπά αποτυπωμένη στο χαρτί του μυαλού μου βαρέθηκα κι αλλάζω χάρτη - σκηνικό αναγκάστηκα κι αλλάζω στυλ γιατί φοβάμαι πως έτσι δε ζω μου 'χες πει κάποια λόγια νομίζω σε πίστεψα γιατί μου φάνηκε πως τα ένιωθες κι έτσι ήταν θα γράφω για πάντα για σένα σελίδες βιβλία με όμορφα γράμματα με άσχημα γράμματα με γλυκά - μέλι συναισθήματα μόνο μέλι συναισθήματα και θα σου δοθώ ολοκληρωτικά γιατί νιώθω αυτό ακριβώς πως πρέπει να κάνω όμως μόνο όταν μου το ζητήσεις κι αν βαρεθείς και δεν μπορείς άλλο να ζήσεις εμένα να φωνάξεις να σου δείξω αξίες ομορφιές φεγγάρια έρωτες στιγμές μαγικές ζεις μακριά μου το δέχομαι χωρίς να εκδηλώνομαι σε τρίτους σε φίλους καταπιέζω τον εαυτό μου γιατί έτσι πρέπει όχι δεν πρέπει ή μήπως πρέπει δεν ξέρω δεν γνωρίζω απογοητεύομαι όμως αυτό κρύβει μαγεία και τέλος γοητεύομαι κανείς δεν θα τα διαβάσει αυτά γιατί είναι μόνο για σένα γράφτηκαν κι εσένα αφορούν το απαλό δέρμα σου τις νότες που κρύβεις στη καρδιά σου και που ένα βράδυ μου ψιθύρισες στ' αυτί προχωρώ χωρίς φτερά δεν πετώ απορώ πως ξημέρωσε τόσο γρήγορα μελαγχολώ σεντόνια στο σώμα μου ραφές ξηλωμένες παπλώματα φύλλα της καρδιάς ροδοπέταλα μενεξέδες το ίδιο όνειρο στο ίδιο κρεβάτι το τρένο πέφτει από ψηλά και το καράβι μπαρκάρει φοβήθηκα πως θα σε πάρει μαζί του σε πήρε μαζί του ζεις μαζί του σ' αρέσει μαζί του το τρένο πέφτει το καράβι φεύγει κι εσύ μαζί του γράφω κι όλοι ρωτούν γιατί ξοδεύω μελάνη και μουντζούρες το χαρτί γεμίζω χάσκουν κοιτάζουν νομίζουν φοβούνται - γιατί φοβούνται; πάλι ρωτώ γιατί μόνο γιατί το κεφάλι γεμίζει το χαρτί γεμίζει η καρδιά σαπίζει η πείνα για συναίσθημα θερίζει ζωγραφίζει με νερό και μπογιά χρωματίζει βασανίζει περιορίζει ύπουλα με τραυματίζει φωνάζω μόνος σου τηλεφωνώ σε βρίσκω σου μιλώ λέω πως θα 'ρθω να σε δω με ασήμαντες δικαιολογίες ψάχνω μιαν άκρη μιαν άκρη ουσίας μυστικής συνουσίας στη γραφομηχανή κάθομαι κώδικες χίλιοι η αρχή της τελείας το τέλος της φαντασίας ξύπνησα σήμερα όσο πιο αργά μπορούσα δεν είμαι καλά δεν ξέρω ποια είναι η αιτία ίσως κάποιο κρύωμα ή η δική σου απουσία ηλεκτρονική μουσική τ' αυτιά μου τρυπάει και το ρίγος το κορμί μου κυβερνάει ένα τηλέφωνο κομμένη γραμμή τόσα χρόνια δούλος της TV τόσο καιρό απλά σε ήξερα δεν έγραφα για σένα ούτε καν σε κοίταζα μα είναι ψέμα ίσως κρυβόμουν καλά αυτό είχα διαλέξει κι όλα φάνηκαν απλά ο ήλιος τώρα στέκει ψηλά προσπαθώ να τον νιώσω μα δεν τον βλέπω πια στέλνει ακτίνες δεν με ζεσταίνει στέλνει ακτίνες δεν με μαγεύει μ' απογοητεύει με δυναστεύει ίσως με κοροϊδεύει είσαι μακριά δεν σε διακρίνω καλά είσαι μακριά τα μάτια μου κουράστηκαν δεν βλέπω όπως παλιά η έλλειψη η απουσία το όνομά σου όλες οι μέρες μου φαίνονται ίδιες κάτι νέο μετά το καλοκαίρι όλα ίδια μου φαίνονται φαντάζει κρύος χειμώνας ατέλειωτος ψυχρός μοναξιά απλώνει την καρδιά μου παγώνει πάνω στο χαλί στους διαδρόμους του χαλιού προχωρώ προσεκτικά να μην πατήσω κάτω και καώ τελικά ξαπλώνω ονειρεύομαι εσένα χιλιάδες volt με χτυπούν λυσσασμένα η μοναξιά μου μέσα στον κόσμο μονοτονία φοβάμαι τον πόνο..

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

cool !

  .. τελείωσα τη μπύρα μου, την όγδοη στη σειρά, και κατευθύνθηκα προς τις αντρικές τουαλέτες. Μπήκα στη μία από τις δύο, την πιο ευρύχωρη, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Από το μικρό παράθυρο που λειτουργούσε ως εξαερισμός, έμπαινε καθαρό κρύο του Δεκέμβρη. Άπλωσα το χέρι μου, τεντώθηκα, μα ήταν αδύνατο να το φτάσω. Πριν το πάρω απόφαση ότι θα συνεχίσω στους -3, μια ζεστή και καθαρή φωνή, μέσα από την ίδια τουαλέτα όπου βρισκόμουν, μου έκοψε τα ύπατα. ''Να βοηθήσω;'' Κόλλησα ενστικτωδώς στα παγωμένα πλακάκια αριστερά μου κι έστρεψα δεξιά το κεφάλι να ανακαλύψω την πηγή της φωνής. Τον είδα. Η μορφή του λίγο πολύ γνωστή. Κάποιοι τον είχαν περιγράψει με επιτυχία. ''Τι θέλετε;'', απάντησα με ερώτηση κι έναν πληθυντικό βγαλμένο απ' τα βάθη κάποιου απροσδιόριστου φόβου. ''Έχεις δύο επιλογές. Η πρώτη είναι να μου πουλήσεις την ψυχή σου και θα αποκτήσεις τα πάντα.'' ''Δεν μ' ενδιαφέρει'', τον έκοψα απότομα, ''πες μου τη δεύτερη.'' ''Η δεύτερη είναι η εξής. Όταν πεθάνεις θα συνεχίσεις την αιώνια ζωή στη κόλαση.'' ''Α, cool'', του απάντησα. ''Δεν θα το 'λεγα'', είπε κι απέδρασε απ' το μικρό παράθυρο της τουαλέτας που έκλεισε απότομα με το πέρασμά του.