leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ένας μικρός θάνατος

σιγοκαίω τον έρωτα 
αγκαλιάζω τον κοχλασμό των ψυχών

φορώ το έναστρο
βολτάρω στα δαχτυλίδια του Κρόνου

κυνηγώ το άφθαρτο
μυρίζω την ανάσα του βυθού

περπατώ σε δρόμους
τους γεύομαι. όλους

καίω ένα τσιγάρο άσκοπα
είναι πολύ νωρίς ακόμη. για οτιδήποτε

Η αναμονή σκοτώνει την προσμονή. 

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

7.10 π.μ.

  Όλα έχουν πάρει τη θέση τους. Τη θέση που τα βρίσκω κάθε ξημέρωμα, δικό μου ή δικό σου. Τη νύχτα πατούν στις μύτες των ποδιών τους. Σηκώνουν το μακρύ φουστάνι τους για να μην το λερώσουν στα λασπόνερα και φεύγουν. Με γυάλινα ακροδάχτυλα σχηματίζουν τον χαιρετισμό του κάλλους - και φεύγουν. Δεν γνωρίζω που πηγαίνουν. Δεν τα έχω ακολουθήσει ποτέ. Δεν μπορώ άλλωστε. Εμένα μ' ενδιαφέρει να τα βρίσκω ξανά και πάλι και πάντα στη θέση τους κάθε ξημέρωμα. Δικό μου ή δικό σου.

  Όλα είναι στη θέση τους. Τα τσιγάρα σου, τα ρούχα σου στη πολυθρόνα, οι γόβες σου δίπλα στο κρεβάτι. Στη θέση που τα βρίσκω κάθε πρωί. Δικό μου πρωί.


  Το μπλε τετράδιο παίρνει χρώμα απ' το φως του ήλιου. Αφαιρώ τις τέντες από την απέναντι σειρά των πολυκατοικιών. Τώρα μοιάζουν με μπλοκ του ανατολικού Βερολίνου. Μου ξυπνούν εφιάλτες που δεν είδα, ούτε έζησα ποτέ. Σημειώνω λίγες λέξεις, δυο αράδες, μια παράγραφο. Τα διαγράφω. Τα γράφω και πάλι. 


  Τα τακούνια σου είναι λασπωμένα δίπλα στο κρεβάτι. Τα ρούχα σου τσαλακωμένα. Τα φίλτρα των τσιγάρων σου κόκκινα από ξένο κραγιόν. 


  Ο χρόνος δεν με πιέζει.


  Ο χρόνος με πιέζει. 


  Η ζωή μου δεν έχει ομοιοκαταληξία. Γιατί να έχουν οι στίχοι μου;    

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

game over

  Άνοιξες τα μάτια στο απόλυτο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας. Η αγάπη έλειπε από δίπλα. Έκανες να σηκωθείς μα τα μέλη σου δεν υπάκουσαν στα μουδιασμένα προστάγματα του μυαλού σου. ''Θα σηκωθώ. Είναι ώρα.'' Διαδοχικά κρακ ξύπνησαν τη ραχοκοκαλιά σου. Στάθηκες όρθιος. Καμπούρης, τσακισμένος μα όρθιος. Έσυρες τα πόδια σου ως τη τουαλέτα κι ανάβοντας το φως τυφλώθηκες, πριν καν μπεις μέσα. Κοιτάχτηκες στον καθρέφτη αγγίζοντας τη ρυτίδα που σκαλίζει το μέτωπό σου, πάνω απ' το δεξί σου φρύδι. Πληγή χρόνων που καμία νύχτα δεν θα βοηθήσει στην επούλωση της. Το αντίθετο μάλιστα. Η νύχτα γδέρνει το κορμί, το χαρακώνει με το αστραφτερό της ξυράφι.
  Έριξες αρκετό νερό στα νυσταγμένα μούτρα σου. Κρύο νερό. Συνήλθες κάπως κι ο νους σου ταξίδεψε στο βάζο του καφέ. Μέχρι εκεί μπορούσε να φτάσει τέτοια ώρα. Τσέκαρες το κινητό σου κι άνοιξες τον υπολογιστή. Πήγες στη κουζίνα να ετοιμάσεις καφέ κι έψαξες στις τσέπες του μπουφάν για τα τσιγάρα σου. Άναψες ένα και η υποψία πονοκεφάλου που είχες πριν έγινε φρικτή πραγματικότητα. Το συρτάρι με τα χάπια φάνταζε δελεαστικό. Πήρες ένα παυσίπονο κι όσο το έπνιγες με νερό το κινητό σου κουδούνισε. Δεν κοίταξες καν την οθόνη. Δεν ήσουν εκεί για κανέναν. Το hang over έχει πάντα την αποκλειστικότητα. 
  Το δεύτερο τσιγάρο το άναψες δέκα λεπτά αργότερα, όταν ηρέμησες κάπως απ' τον πόνο. Όταν η προσταγή της άρρωστης θεάς νικοτίνης ήταν πλέον επιτακτική. Θυμήθηκες το κορίτσι με το πρόστυχο κόκκινο φουστάνι. Το έβλεπες όλο το βράδυ πάνω απ' τον ώμο του φίλου σου. Η ώρα περνούσε, το αλκοόλ πότιζε το αίμα σου και η κουβέντα με τον φίλο δεν έβγαζε πουθενά. Το κόκκινο κορίτσι ήταν το μόνο ενδιαφέρον σου. Όταν σήκωσες το ποτήρι να πιεις την τελευταία γουλιά απ' το ποτό σου και πριν παραγγείλεις το επόμενο, ο φίλος σου πήρε το κορίτσι κι εξαφανίστηκαν. Γέλασες μουρμουρίζοντας ευχές για καλή τύχη.
  Κάθισες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή κοιτώντας αφηρημένος την επιφάνεια εργασίας. Αναρωτήθηκες για ποιον λόγο τον άνοιξες κι αν η ανάγκη για επικοινωνία κι ενημέρωση είναι κάτι που θέλεις ή στο έχουν επιβάλλει. Δεν δέχτηκες ποτέ τη χρήση του διαδικτύου ως παθογόνα εξάρτηση. Το κάπνισμα ναι, το αλκοόλ εντάξει αλλά το δίκτυο; Σιχτίρισες κάτι αόριστο κι έκλεισες τον υπολογιστή. Επιστρέφοντας από τη κουζίνα με δεύτερη κούπα καφέ, τον ξανάνοιξες.
  Ανέβαλες όλες σου τις δουλειές για το απόγευμα ή για την επόμενη μέρα, λίγη σημασία είχε. Έκανες ένα γρήγορο ντους με το ζόρι. Έφαγες ανόρεχτα κάτι βρώμικο τηλεφωνώντας σε delivery. Σιδέρωσες χωρίς υπομονή ένα καθαρό πουκάμισο λιώνοντας ένα απ' τα κουμπιά του με το καυτό σίδερο. Έριξες ακόμη μια ματιά, την τελευταία, στο inbox σου. Άναψες το δέκατο πέμπτο τσιγάρο και ήπιες την τρίτη κούπα καφέ. Η μέρα σου τελείωνε άδοξα όσο άδοξα είχε αρχίσει. Άλλη μια μέρα που δεν έκανες τίποτα. Ο προβληματισμός παρέμεινε προβληματισμός για χάρη της ιστορίας και μόνο. Μία ακόμη νύχτα ξεκινούσε κι αυτό είναι, πάντα, που έχει τη μόνη σημασία για σένα. Λες και μεταμορφώνεσαι. Σαν να πετάς την κουρασμένη μάσκα της ημέρας από πάνω σου και να φοράς την απαστράπτουσα στολή κάποιου υπερήρωα. Τη νύχτα μπορείς να κάνεις τα πάντα. Να πετύχεις ό,τι έχεις βάλει στο μυαλό. Εσύ, ο ιδανικός. Ο ιδανικότερος όλων. Ο σούπερ ήρωας των νυχτερινών μονοπατιών. Ο απόγονος και άξιος συνεχιστής των μεγάλων της νύχτας εραστών. Εσύ.
  
  Άνοιξα τα μάτια μου στο απόλυτο σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας. Η αγάπη κοιμάται δίπλα. Προσπάθησα να σηκωθώ μα τα μέλη μου δεν υπάκουσαν το μουδιασμένο μου μυαλό. ''Θα σηκωθώ. Είναι ώρα.'' Διαδοχικά κρακ ξύπνησαν τη ραχοκοκαλιά μου. Στάθηκα όρθιος. Ακόμη ένα δύσκολο πρωινό. Ακόμη ένα ξύπνημα με το κεφάλι μολύβι ασήκωτο. Άλλο ένα τυραννικό hang over. Κάποτε, αρκετά χρόνια πίσω, το πάθαινα και χαιρόμουν. Νόμιζα πως ήμουν άντρας. Μεθούσα και ξενυχτούσα ζώντας την ενηλικίωσή μου βουτηγμένος σε φρικτές ουσίες. Άλλο ένα βάναυσο, αθέλητο ξύπνημα. Μόνο και μόνο για να συνεχίσει η ζωή μου την άχαρη κυκλική της πορεία. Το πράγμα έχει χάσει την όποια γοητεία είχε, την όποια αίγλη. Κάθε δικό μου hang over μεταφράζεται αυτόματα σε game over.            
           

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

στον Γ.Π.

 Σήμερα δυο χρόνια. Άναψα ένα τσιγάρο κι έπειτα απ' την πρώτη τζούρα το άφησα να καίει στο τασάκι. Σε σκέφτομαι συχνά, δεν θα πω συνέχεια, το συχνά αρκεί για να περιγράψει το πηγαινέλα του νου μου σε σένα. Το πηγαινέλα που κάποτε φάνταζε αχρείαστο γιατί σε είχα κοντά μου. Όλα τα αγαπημένα σου τραγούδια ηχούν δαιμονισμένα στ' αυτιά μου, απ' το πρωί. Δεν τα διώχνω. Σιγομουρμουρίζω τους στίχους με φάλτσα φωνή κι αν μ' άκουγες σίγουρα θα γελούσες. 
 Θα κυνηγάμε ο ένας τον άλλον για πάντα. Υποψιάζομαι ότι δεν θα βρεθούμε ποτέ ξανά. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω τέτοια πράγματα όσο κι αν ελπίζω πως υπάρχει έστω και η ελάχιστη πιθανότητα μέσα σ' όλο αυτό το άπειρο που μας περιβάλει. Θυμάμαι όλα τα ταξίδια μας. Ένα προς ένα. Τα κάναμε χωρίς να κουνηθούμε καθόλου. Ρούπι. Με καυτό αλκοόλ και λόφους αποτσίγαρα. Μπορούσαμε και το καταφέρναμε, πράγμα που άλλοι θεωρούσαν άσκοπο, απραγματοποίητο σχεδόν. Θυμάμαι που κατάφερες να εξερευνήσεις όλες τις καλά κρυμμένες σπηλιές του μπερδεμένου μου εαυτού, χωρίς κόπο. Είχες αυτή τη σπάνια λογική σκέψη καλυμμένη από μια επιφανειακή τρέλα. Τους μπέρδευες όλους. Κανείς δεν σου γλίτωνε. Θυμάμαι του τελευταίου καιρού τα σημάδια. Την απομάκρυνση. Το ξέρεις ότι νιώθω προδότης; Το ξέρω ότι το ξέρεις. Κι εκείνο το ''μεγάλο'' μυστικό που δεν σου αποκάλυψα ποτέ. Τι βλακεία! Δεν είχα τίποτα να κρύψω από σένα. Δεν έπρεπε τίποτα απολύτως να σου κρύψω, πόσο μάλλον να σε κοροϊδέψω. Ύστερα, έφυγες. Στην αρχή σε άλλη πόλη κι έπειτα σε άλλον κόσμο, μάλλον. Σήμερα δυο χρόνια. Δάκρυα δεν μου έμειναν. Ίσως έμεινε μονάχα εκείνη η γεύση του ανολοκλήρωτου. Η αίσθηση ότι σου χρωστώ κάτι. Να σου πω, να σου δείξω, να σ' αγκαλιάσω. Ένα ακόμη γέλιο μαζί, ένα ακόμη αστείο να ξορκίσουμε τους δυνάστες μας. Ένα ακόμη ταξίδι, ίσως όχι απ' τις πολυθρόνες μας, αλλά αληθινό αυτή τη φορά. Να 'χουμε στα χέρια μουσική και στα πόδια μας φτερά. Να σιγοτραγουδάμε το λατρεμένο ... ''κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει ...''    

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

γλείφοντας την αλμύρα

  Δεν σου έλειψαν όλες εκείνες οι περιπλανήσεις; Νοσταλγείς μπροστά στο αδιέξοδο. Βλέπεις το είδωλό σου να αδυνατεί πίσω απ' την ψηλή, τεράστια, μπάρα των αναμνήσεων. Τι περιμένεις; Ζήσε ξανά. Όχι, μην ταξιδεύεις ανόητα πίσω και χωρίς λόγο θρηνείς. ''Δεν προσποιούμαι παρελθόν''. Συνέχισε να ζεις ό,τι έχεις στ' αλήθεια γευτεί και στ' αλήθεια σ' έχει ερεθίσει. Ναι, κάποτε, δεν είναι κακό, ούτε χαρακτηρίζεσαι δέσμιος μιας αδιέξοδης πάλης με τα στοιχειά. Ακούς υπόηχους μιζέριας και κατακραυγής; Διώξτους. Σημασία έχει, ξέρεις, αυτό που μας κάνει να συνεχίζουμε την αγκαλιά, το γλυκό κόλπο να διαιωνίζουμε τα φιλιά. Πρώτο λόγο έχει εκείνη η μεγάλη βόλτα στο πουθενά των άλλων που όμως είναι το δικό σου παντού. Εκείνη η πολύχρωμη ανάσα απ' τις γεύσεις που αγαπάς. Ο χορός πάνω στον βράχο, στην άκρη του βράχου, ο νυχτερινός χορός ελλείψει σκοπού κι έπειτα η βουτιά στα πιο γαλάζια νερά που βάφτηκαν για σένα και περιμένουν εσένα. Στο είχαν ψιθυρίσει και τότε γλείφοντας την αλμύρα που άσπριζε το μούσι σου. Τώρα το ασπρίζει η στεναχώρια και τα χρόνια. Γιατί; Σου έλειψαν εκείνες οι περιπλανήσεις. Είμαι σίγουρος πως μου το είπες χθες, μπορεί προχθές. Σου κόπηκε απότομα το γέλιο. Γιατί; Χαμογέλα και πάλι, σου πάει τόσο πολύ. Και ζήσε το ίδιο, ξανά και ξανά, κάντο ν' ανθίσει. Το αγαπάς, σ' αγαπά. Πάρε κι εμένα απ' το χέρι που κουράστηκα σ' αυτόν τον άνυδρο τόπο. Βάζω τα ποτά και τα τσιγάρα, βάλε την επιστροφή στον έρωτα. Χτύπα τον συναγερμό στην καρδιά του χειμώνα. Εξοστράκισε τη λήθη, τη νάρκη. Ζήσε. Ξανά. Πάλη. Πάλι.