leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

μία, κατά τ' άλλα, εύθυμη ιστορία


 Χωρίς να το θέλω ή να το πολυσκεφτώ, σήμερα το πρωί, κι ενώ θα έπρεπε κανονικά να βρίσκομαι στη τράπεζα και να μοιράζω υπογραφές σε χαρτιά που δεν ξέρω καν τι λένε, την ώρα που έπινα τον καφέ μου κι άναβα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, δημιούργησα κάτι. Ξεφύλλιζα παράλληλα κάποιο βιβλίο, επιλεγμένο τυχαία από τους διάφορους σωρούς γνώσης που βρίσκονται παντού στο ακατάστατο σπίτι μου. Έτσι όπως διάβαζα σκυφτός, άρχισε να πονά η πλάτη μου κι όσο έτρεχαν οι σελίδες κάτω από τα μάτια μου τόσο ο πόνος μεγάλωνε ώσπου έγινε αφόρητος. 

  - Όρος Πρώτος: το δημιούργημά μου δεν θα πονά.

  Σε κάποια μικρή παύση της ανάγνωσης η έλλειψη καφείνης μ' ανάγκασε, με την καταναγκαστική γλύκα της πρωινής εξάρτησης, να σηκώσω την κούπα του καφέ για να πιω ακόμη μια γουλιά απ' το αχνιστό ζουμί. Δεν υπολόγισα σωστά κι έτσι όπως ήμουν αφηρημένος και νυσταγμένος ακόμη, η κούπα δεν βρήκε τα χείλη μου κι ο καφές συνάντησε το μακό μπλουζάκι μου καθώς και τις σελίδες 42 και 43 του βιβλίου που έστεκε ανήμπορο να αντιδράσει πάνω στο τραπέζι.

  - Όρος Δεύτερος: το δημιούργημά μου δεν θα κάνει λάθη.

  Αμέσως και με τα νεύρα μου να αγγίζουν το κόκκινο, σηκώθηκα κι έβγαλα το μακό, που είχε λεκιάσει για τα καλά, κι έβρεξα το στήθος και την κοιλιά μου μήπως και φύγει ο πόνος απ' τον ζεματιστό καφέ. Μούσκεψα κάτω από την βρύση ένα πανί, το στράγγισα και προσπάθησα, μάταια, να καθαρίσω τους λεκέδες που ξεδιάντροπα με χλεύαζαν λερώνοντας τις σελίδες 42 και 43.

  - Όρος Τρίτος: το δημιούργημά μου δεν θα δέχεται, ούτε θα αποδέχεται τη χλεύη κανενός.

  Έπειτα από αρκετές, δυστυχώς, άκαρπες προσπάθειες κι ενώ σχεδόν έσκισα τις μουλιασμένες σελίδες 42 και 43 του άτυχου πονήματος, παράτησα το βιβλίο εκεί απ' όπου περίπου το βρήκα πριν δημιουργηθεί όλο αυτό το προαναφερθέν χάος. Φόρεσα καθαρό μακό και συνέχισα να πίνω τον καφέ μου ανάβοντας δεύτερο τσιγάρο για να καλμάρω τα νεύρα μου.

  - Όρος Τέταρτος: το δημιούργημά μου δεν θα νευριάζει ποτέ. (ό,τι κι αν συμβαίνει)

  Τελειώνοντας το δεύτερο τσιγάρο, άνοιξα δεύτερο πακέτο και πήρα το πρώτο τσιγάρο που έπιασε το χέρι μου, που αποτελούσε το τρίτο της ημέρας. Το άναψα πριν καλά καλά ξεχάσω πως ήταν η γεύση του προηγούμενου κι ο βήχας που μ' έπιασε είναι δύσκολο να περιγραφεί με λέξεις τυπωμένες πάνω σε μια λευκή κόλλα από έναν άθλιο κειμενογράφο. Υπέφερα τόσο που ένιωσα να ξεκολλάνε τα πνευμόνια απ' το στήθος μου και να ταξιδεύουν μακριά μου ενώ εγώ, παράλληλα, ταξίδευα σε τόπους αγνούς γεμάτους συννεφάκια και φτερωτές αιθέριες υπάρξεις.

  - Όρος Πέμπτος: το δημιούργημά μου θα μισεί τα ταξίδια. (κάθε είδους)

  Καθώς ηρέμησα, έπειτα από ένα εφιαλτικό δίλεπτο, ορκίστηκα σε όλους τους γνωστούς θεούς και δαίμονες ότι μέχρι το μεσημεριανό φαγητό δεν θα ανάψω άλλο τσιγάρο. Διάλεξα και πάλι στην τύχη κάποιο βιβλίο απ' τον σωρό και πριν καθίσω ξανά στην καρέκλα μου, έψαξα στο βάθος του καταψύκτη τις μπριζόλες που αγόρασα πριν καμιά βδομάδα. Μέσα βρήκα τρεις σακούλες με πάγο να κάνουν παρέα σ' ένα μπουκάλι λευκή τεκίλα. Μουρμούρισα κάτι πρόστυχα ερωτόλογα κι έβαλα το παντελόνι μου αποφασισμένος να κατέβω στην αγορά. Σκύβοντας να δέσω τα κορδόνια των παπουτσιών μου το μάτι μου έπεσε τυχαία στο ρολόι που φοράω πάντα στο αριστερό μου χέρι. Αυτό που δεν είχα υπολογίσει ήταν η περασμένη ώρα και η κλειστή αγορά. Το δικό μου πρωί είναι συνήθως μεσημέρι για τον περισσότερο κόσμο κι αυτό, εφόσον ο κόσμος δεν μπορεί να το δεχθεί, θα πρέπει κάποια στιγμή να το δεχτώ εγώ. Όμως πεινούσα ή μάλλον θα πεινούσα όταν έφτανε το δικό μου μεσημέρι.

  - Όρος Έκτος: το δημιούργημά μου δεν θα πεινάει ποτέ.

  Άνοιξα όλα τα ντουλάπια της κουζίνας, το ψυγείο, έψαξα στην αποθήκη για ξεχασμένες κονσέρβες και τα μόνα φαγώσιμα που βρήκα ήταν μανιτάρια, μία σάλτσα ντομάτας ελαφρώς ληγμένη, δύο μπουκάλια μπύρας πιλς κι ένα σακουλάκι ρίγανη, απ' το χωριό. Η κατάσταση εξελισσόταν σε κωμωδία, για να μην πω σε κακοπαιγμένη από δευτεράντζες ηθοποιούς τραγωδία. Εκεί ακριβώς ήταν που σκέφτηκα τον μεγάλο ναό της πλέον σύγχρονης θρησκείας. Τον ναό της κατανάλωσης, της ψυχικής και οικονομικής άλωσης. Το σούπερ μάρκετ! Πήγα ξανά στην αποθήκη και βρήκα το ποδήλατό μου να κάνει ευχάριστη παρέα με μια οικογένεια αρθρόποδων καθώς και τα δύο του λάστιχα τελείως ξεφουσκωμένα, τόσο που το καθιστούσαν ανήμπορο να κινηθεί. Το σούπερ μάρκετ μακριά, η πιάτσα των ταξί κοντά. Έδεσα τα κορδόνια, τελικά, και βγήκα απ' το σπίτι.

  - Όρος Έβδομος: το δημιούργημά μου θα έχει το καλύτερο αμάξι του πλανήτη. (για να πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και μόνο)

  Κατέβηκα ως το ισόγειο από τις σκάλες αποφεύγοντας επιμελώς το ασανσέρ γιατί ένα κακό προαίσθημα τρυπούσε το μυαλό μου. Έφτασα στην πιάτσα και σχεδόν λαχανιασμένος απ' το γρήγορο περπάτημα είπα στον οδηγό τον προορισμό μου. Φτάνοντας στον ναό πλήρωσα τον επαγγελματία διαπιστώνοντας ότι τα χρήματά μου έφταναν μόνο για διαδρομή σπίτι - ναός και για τίποτα παραπάνω. Είχα όμως μαζί μου την κάρτα κι έτσι χαμογέλασα περήφανα στην πουτάνα θεά τύχη που αποφάσισε να μου παίξει ακόμη ένα βρώμικο παιχνίδι αλλά δεν της βγήκε.

  - Όρος Όγδοος: το δημιούργημά μου θα έχει όσα χρήματα θέλει, όποια στιγμή το θέλει. (αρκεί να βάζει το χέρι στη τσέπη)

  Στο σούπερ αγόρασα ό,τι μου κατέβηκε στο κεφάλι. Φόρτωσα δύο καρότσια και με την σιγουριά του πετυχημένου προχώρησα στο ταμείο Νο 7. (τώρα σίγουρα νομίζετε ότι η κάρτα μου δεν έχει υπόλοιπο αλλά κάνετε λάθος. Είπαμε γκαντεμιά αλλά όχι κι έτσι!) Χρέωσα την κάρτα ανέμελα και παρακάλεσα ευγενικά να τηλεφωνήσουν στο κέντρο για να έρθει ένα ταξί, όπως κι έκαναν. Τοποθέτησα στο πορτ - μπαγκάζ τα ψώνια μου και μαρτύρησα την οδό της οικίας μου στον οδηγό. Το κέφι μου ήταν πάλι κοντά μου. Φτάνοντας στο σπίτι είπα στον ταξιτζή να περιμένει μέχρι να ανέβω πάνω, να πάρω χρήματα και να κατέβω για να πληρωθεί. Αυτός συμφώνησε και με ενέχυρο τα ψώνια μου βγήκα βιαστικά απ' το αμάξι. Κάλεσα το ασανσέρ και πατώντας το κομβίο του ορόφου μου, είχα την φαεινή ιδέα να ετοιμάσω τα κλειδιά μου για να κάνω πιο γρήγορα. Βγάζοντάς τα από την κωλότσεπη σκάλωσαν στη ζώνη του παντελονιού και προσγειώθηκαν ακριβώς δίπλα στη σχισμή - άνοιγμα που βρίσκεται ανάμεσα στο πάτωμα του θαλάμου και την πόρτα του. Εκείνη ακριβώς την γαμημένη στιγμή, ο θάλαμος έφτασε στον όροφό μου κι απ' το τράνταγμα της άφιξης τα κλειδιά έπεσαν στο κενό. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. ''Αν είναι δυνατόν!''

  - Όρος Ένατος: το δημιούργημά μου θα είναι το πιο τυχερό δημιούργημα του πλανήτη. (όλου του πλανήτη)

  Ντροπιασμένος, αηδιασμένος, νευριασμένος, αποκλεισμένος κι όχι απλά άτυχος αλλά ο πιο άτυχος απ' όλους, κατέβηκα στο ισόγειο, βρήκα τον ταξιτζή να καπνίζει και το ταξίμετρο να γράφει. Του εξήγησα τι έχει συμβεί κι ενώ, είμαι σίγουρος πως, τα πάντα διαγράφονταν στο συννεφιασμένο πρόσωπό μου, αυτός δεν πίστεψε κουβέντα. Του τα είπα από την αρχή και πρότεινα να φωνάξουμε κάποιον γνωστό μου γείτονα για να μιλήσει υπέρ μου. Μου είπε να του αφήσω τις σακούλες με τα ψώνια κι είμαστε εντάξει. Του λέω μάλλον θα είσαι τρελός, τα ψώνια κοστίζουν πολύ παραπάνω απ' την κούρσα. Μου λέει, δεν με νοιάζει, έτσι θα πατσίσουμε. Την ύστατη στιγμή τον ρωτάω αν δέχεται πιστωτική. Την πιο ύστατη στιγμή μου απαντάει ρωτώντας, καλά μαλάκας είσαι; Του λέω, σάλτα και γαμήσου ρε ταρίφα που δεν με πιστεύεις και κινούμαι εμφανώς απειλητικά κατά πάνω του. Αυτός σαν άλλος, και καλύτερος, Μοχάμεντ Άλι αρχίζει να χοροπηδάει γύρω μου και να μου καταφέρνει κάποια πολύ γρήγορα ντιρέκτ και κάποια απολύτως πετυχημένα κροσέ. Σε δευτερόλεπτα έπεσα στην άσφαλτο αιμόφυρτος κι ο επαγγελματίας οδηγός - μποξέρ την έκανε με τα ψώνια μου.

  - Όρος Δέκατος (και τελευταίος): το δημιούργημά μου δεν θα μιλάει ποτέ. Θα γαμεί και θα δέρνει χωρίς κουβέντες και πολλά πολλά.     

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

εξ ουρανού

  Η λευκή κόλλα μπροστά μου, γεμάτη με αόρατα σημάδια αφορισμού, είναι ο δαίμονας που με κυνηγά κάθε πρωί. 
  
  Μπροστά στο εκτυφλωτικό φως του μισητού αυτού χρώματος στέκω κουρασμένος, κερασμένος, αδιέξοδος. Κάποιος ξεπερασμένος, όπως και όλες οι ανάγκες που παύουν να είναι ανάγκες σου όσο εξαρτώνται ακόμη από εμένα. Παύεις να εξαρτάσαι από εμένα. Εξακολουθώ να εξαρτώμαι από την καθολική λευκή κόλλα χαρτιού. 
  
  Στρέφω το βλέμμα στο παράθυρο, να χαρώ την άνοιξη. Μάταια. Μ' ακολουθεί παντού. Δεν κιτρινίζει απ' τον ήλιο, δεν γκριζάρει απ' τα σύννεφα, δεν βάφεται απ' το γαλάζιο του ουρανού. Δεν επηρεάζεται καν από τα χρώματα του σαθρού αστικού τοπίου. Παραμένει λευκή, απειλητική, στείρα μούσα μιας υπερχρεωμένης συνείδησης. Της δικής μου συνείδησης. 
  
  Ζυγίζω την κούπα του καφέ στο καλό μου χέρι και την γυρίζω απότομα, αιφνιδιαστικά, πάνω στο ατσαλάκωτο χαρτί. Βιάζομαι να θριαμβολογήσω, να πανηγυρίσω με έκσταση πρωταθλητή, να ουρλιάξω με μάτια κλειστά και υψωμένες γροθιές. Τίποτα. Η απόλυτη αποτυχία. Μία θάλασσα σκούρου αχνιστού υγρού και στη μέση το κάτασπρο, το απάτητο χιονισμένο νησί της ανημποριάς μου.


  Αποφασίζω να φύγω. Να ντυθώ και να εξαφανιστώ τόσο γρήγορα που ούτε καν η σκέψη δεν θα με προλάβει. Και πάλι τα ίδια. Η λευκή κόλλα γεννάει κι άλλες, ίδιες, ολόιδιες κι απαράλλαχτες. Με κυκλώνουν. Με τυλίγουν. Κολλάνε στο δέρμα μου, στα ρούχα μου, μου φράζουν τον δρόμο, μου σφραγίζουν τα μάτια. Η τύφλωση παίρνει ολοκληρωτικές διαστάσεις. Παραμένω ψύχραιμος. Φαίνεται ότι παραμένω ψύχραιμος αλλά μέσα μου βράζω, φλέγομαι στη λευκή κόλαση, λιώνω πλάι σε φράσεις που δεν γράφτηκαν ποτέ, σε σημεία στίξης ορφανά από λέξεις, σε ιδέες που παρέμειναν ιδέες κενές, άχαρες, ανίδεες.


  Στον δρόμο όλοι με δείχνουν με τεντωμένα δάχτυλα. Δεν μπορώ να τους διακρίνω. Μόνο την γλώσσα της χλεύης ακούω να πλαταγίζει σε μοχθηρούς ουρανίσκους, δίπλα σε καλοακονισμένα σκυλόδοντα. Με ορμή πέφτουν επάνω μου. Είμαι έτοιμος. Τυλιγμένος στο χρώμα της παρθένου. Δώρο εξ ουρανού. Από τον τέταρτο όροφο στην αγκαλιά τους, στα δόντια τους. Από το διαμέρισμα της άδειας πρωινής ανάσας. Από την εστία όπου τελικά η αγία μελάνη στέγνωσε.        

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

νύχτα-μέρα-νύχτα

05.40 πμ
      Στη σκιά των ιερών τειχών γκρέμισες το αλαβάστρινο είδωλό σου.


06.10 πμ
      Βιέννη, 2000 μ.χ. Τα βεγγαλικά έπαψαν να φωτίζουν την στέγη του Αγ. Στεφάνου.


07.30 πμ
      Λιοντάρια. Αποπειράθηκες να στεγνώσεις το πακέτο σου που έπεσε στο συντριβάνι, χωρίς επιτυχία.


07.55 πμ
      Λονδίνο, Σόχο. Αγόρασες καινούριο πακέτο.


11.00 πμ
        Μαδρίτη, συνοικία Τσουέκα. Ύψωσες με κάνα δυο άλλους την πολύχρωμη σημαία της διαφορετικότητας. Έπειτα γύρισες σπίτι. Χωρίς σημαία.


14.30 μμ
        Πάτρα. Το καράβι κουνάει. Δεν σε νοιάζει. Έχεις ταξιδέψει πολλές φορές. 
        Το καράβι κουνάει άσχημα. Ξερνάς λίγο πριν δέσετε στο νέο λιμάνι.


16.35 μμ
        Νιου Γιορκ - New York! Πόσο θέλεις να βρεθείς εκεί κάποτε. Ίσως μια άλλη στιγμή.


17.50 μμ
        Σέρρες. Δυνατός αέρας σου ζαρώνει το μέτωπο, έπειτα στο χτενίζει και μετά από λίγο στο ζαρώνει και πάλι. 
        Είναι ανούσιο κι ανώφελο να φυσάει σε μια πόλη όπου δεν υπάρχει θάλασσα.


18.10 μμ
        Ο αέρας κόπασε. Βρέθηκες στην αγκαλιά της μήτρας που ευχήθηκες.


19.45 μμ
        Πλατεία. Άγνωστο μέρος. Κρυώνεις στη μέση του καλοκαιριού. Θα φταίει η ψυχολογία σου ή η δική της απουσία.


20.00 μμ - 24.00 
        Ύπνος - Μελέτη της αιώνιας Σούτρας.


01.50 πμ
        Όσα σου δίδαξε η μέρα, δεν εφαρμόζονται τη νύχτα. Ποτέ!


02.35 πμ
        Αγόρασες νέο πακέτο. Ήταν από την αρχή βρεγμένο. Στ' αρχίδια σου.


03.30 πμ
        Καυγάς με το εσώτερο μήπως και πάψεις να είσαι κυνικός. Ίσως μια νύχτα σταματήσεις να είσαι το απόλυτα εγωιστικό καθίκι που με επιτυχία σ' έκανε ο πατέρας σου.


05.30 πμ
        Δεν θα καταφέρεις να τελειώσεις τίποτα ποτέ σου. Δεν θα ζεστάνεις καμία καρδιά. 
        Δεν θα αποτινάξεις ποτέ από πάνω σου την σκουριασμένη μάσκα της υποκρισίας.  
        Όσα σου δίδαξε η νύχτα, δεν έχουν θέση στη ζωή κανενός.   
      
      
      

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

άηχο

Χθες νύχτα, βράδυ αφέγγαρο, με ξέβρασες, με ξέρασες
  έμεινα κολλημένος στο μπάγκο με κλίση δεξιά
Με στροβίλισες κάτω απ' τα πτερύγια της συμφοράς σου
  κοιτούσα ώσπου ξημέρωσε την οπτασία της στεριάς
Στο σανίδι και στη λαμαρίνα άφησα να βγει πνοή βρωμερή, η τελευταία
  την έκλεψες, την λήστεψες χωρίς να κάνεις βήμα πίσω.


Πλέκεις μόνος πια, ανενόχλητος, εγκώμια στους ανάξιους
Επιπλέεις μαζί τους στον αφρό της αδιαφορίας
Όσο φωνάζω η φωνή μου θάβεται κάτω από τόνους απορριμάτων
Είσαι ο ανέλπιστος νικητής κι είμαι ο απελπισμένος ηττημένος.


Δεν θα νυχτώσει άλλη μέρα
Δεν θα ξημερώσει άλλη προσμονή νύχτας
Στο λέω κι όσο φωνάζω, η φωνή μου θάβεται κάτω από τόνους απορριμάτων.   
  

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

και τώρα τρέχα

Ένας γάτος μεγάλος σαν τριχωτό γουρούνι. Τον φωνάζανε Μήτσο κι αυτός κοιτούσε αλλού.

Ο υπολοχαγός Αθάν που χάιδευε τα άγουρα πεπόνια. Χάιδευε και τα ώριμα και δεν έμενε μόνο στο χάδι.

Ο Κ. ο κλόουν βρέθηκε στο αδιέξοδο της πίσω αυλής μιας αδιάφορης μονοκατοικίας, κυνηγημένος από τις μανιασμένες ορδές αθώων, φαινομενικά, παιδιών της τρίτης δημοτικού.

Ένα κόκκινο αστέρι, πιο κόκκινο κι απ' το κόκκινο, καρφιτσώθηκε για μια ολόκληρη νύχτα στο πέτο ενός πρώην βασανιστή.

Η βαμβακερή πετσέτα του Βάσου που επέμενε να μην τον σκουπίζει έστω και μετά από χίλια παρακάλια.

Το υπέρτατο βιβλίο με τα εκατόν πενήντα πέντε κεφάλαια που με όποια σειρά κι αν τα διαβάσεις βγαίνει διαφορετικό νόημα.

Ένας από τους τυχερούς του προηγούμενου αιώνα που επέζησε απ' τον μεγάλο σεισμό, έγινε ένας από τους πιο άτυχους του νέου αιώνα καθώς πνίγηκε μ' ένα σαπιοκάραβο (ούτε 500 μέτρα από το λιμάνι).

Η γηραιά κυρία που καταπίνει τα μανταλάκια στο απέναντι μπαλκόνι κι αναγκάζεται να κρατάει τα ρούχα μέχρι να στεγνώσουν. Με τα γυμνά της χέρια.

Ο ποιητής που ανακάλυψε ότι η γυναίκα του είναι εξόχως καλύτερη ποιήτρια από τον ίδιο και την χώρισε άνευ δικαιολογίας.

Η πρώην γυναίκα ενός ποιητή που έγραφε ποιήματα μόνο για εκείνον. Τον πρώην άντρα της κι έξοχο ποιητή.

Το άδειο μπλε τετράδιο αποφασίζει μια μέρα να απλώσει τις λεπτές γραμμές του μέχρι τον ουρανό, για να γεμίσει με αστέρια.

Ο δύστυχος κομίστας που έχασε την έμπνευσή του ένα βράδυ ενώ έβλεπε το καράβι να αργοσβήνει στον ορίζοντα.

Ένας υπέργηρος βιβλιοπώλης έκαψε άθελά του το βιβλιοπωλείο του όταν άφησε ανοιχτή, πάνω στο γραφείο του, τη βιογραφία του Νέρωνα.

Το γυαλισμένο πάτωμα που δεν άφηνε κανέναν να το πατήσει. Έδινε σ' όλους την μαγική ιδιότητα του μετεωρισμού. 

Ο άγνωστος υπάλληλος μιας ασήμαντης ιδιωτικής εταιρίας που για να μην χάσει τη θέση του ζήτησε απ' το αφεντικό του να του πει δέκα μόνο λέξεις. Η ιστορία που έγραψε οδήγησε το αφεντικό σε αυτοκτονία και τον ίδιο στο μεγαλύτερο μπεστ σέλερ όλων των εποχών.