leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

circus panfagus

   Η Λούσυ είναι το πιο τολμηρό κορίτσι σ' ολόκληρη τη γειτονιά. Μικροκαμωμένη και τσαχπίνα, κάνει παρέα με τον επίσης μικροκαμωμένο Τζεφ και τον θηριώδη αλλά καλόκαρδο Αρντάν. Οι τρεις τους μπλέκουν συνεχώς σε περιπέτειες μα με το ταμπεραμέντο και την εξυπνάδα που διαθέτουν, την βγάζουν πάντα καθαρή. Συνήθως, στο τέλος κάθε νύχτας, περνάνε κι απ' το δικό μου μαγαζί για ν' αράξουν και να δροσιστούν. Πάντα τους θεωρούσα κάτι παραπάνω από πελάτες κι όποτε τους βλέπω τους περιποιούμαι όσο καλύτερα μπορώ. 
   
   Τη Λούσυ την θέλουν όλα τα αγόρια της πόλης αλλά αυτή αντιστέκεται σε κάθε πειρασμό. Είναι μία πριγκιπέσα που περιμένει υπομονετικά να εμφανιστεί ο δικός της και μόνο δικός της πρίγκηπας. Καμιά φορά φοβάμαι μην μείνει στο ράφι αν και δεν την πήραν ακόμη τα χρόνια. 
   
   Μια μέρα, μεσημέρι συγκεκριμένα, είδα τη Λούσυ στη μέση ενός μεγάλου κεντρικού δρόμου να σταματά με το έτσι θέλω μια σειρά αυτοκινήτων. Αμέσως μετά, κι ενώ τα αυτοκίνητα παρέμεναν σταματημένα με τους οδηγούς τους να βυθίζονται στην απορία, η Λούσυ επέστρεψε στην άκρη του δρόμου, πήρε μια ηλικιωμένη κυρία απ' το χέρι και την πέρασε απέναντι. Η έκπληξη που ένιωσα ήταν μεγάλη και σκέφτηκα αμέσως να την ρωτήσω που έμαθε να κάνει κάτι τέτοιο αλλά αμέσως το μετάνιωσα. Μία πριγκίπισσα έχει καλούς τρόπους και κάνει το καλό. Πάντα.


   Τον Τζεφ και τον Αρντάν έχω δυο μέρες να τους δω. Κάποιοι μου είπαν ότι μπλέχτηκαν σε κάτι άγριους καυγάδες με κάτι ατίθασα αγόρια που ήρθαν στην πόλη κι έβαλαν στο μάτι την Λούσυ. Οι καλοί φίλοι στα δύσκολα φαίνονται. Το σίγουρο είναι, κι αυτό το υπογράφω, πως και η Λούσυ δεν θα έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Εκτός από πριγκίπισσα είναι και τσαμπουκάς μεγάλος. Δύσκολα την καταφέρνεις.


   Πέρασαν τέσσερις μέρες κι εκτός από τον Τζεφ και τον Αρντάν χάθηκε κι η Λούσυ. Την πρώτη μέρα δεν ανησύχησα, ούτε τη δεύτερη. Μα απ' την τρίτη και μέχρι τώρα άρχισαν να με ζώνουν τα φίδια. Η πραγματική ανησυχία δε, ήταν όταν έμαθα πως τις τέσσερις τελευταίες μέρες μας επισκέφτηκε και εγκαταστάθηκε στην πόλη μας ένα ξακουστό σ' όλον τον κόσμο τσίρκο. Ένα τσίρκο με θεόρατη τέντα και πολλά άγρια και πεινασμένα ζώα της ζούγκλας. Ζώα που έχουν το ένστικτο της επιβίωσης έστω κι αν βρίσκονται φυλακισμένα και καλοταϊσμένα. Άγρια θηρία που ξέρουν να χορεύουν με τον θάνατο και να βγαίνουν νικητές. Λιοντάρια και τίγρεις που μπορούν να κάνουν μια μπουκιά το θύμα τους αφού το παίξουν για λίγο ανάμεσα στα δυνατά πόδια τους. Θύτες που χαίρονται όταν βλέπουν μέσα στο στενό κλουβί τους ένα ανθρώπινο χέρι να τους προσφέρει κάτι όμορφα και δροσερά κορίτσια, κάποια ατίθασα και παιχνιδιάρικα αγόρια σαν τον Τζεφ, τον Αρντάν και τη Λούσυ.                

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Αθανασία

   Η Αθανασία κοιμάται .. έχει μπροστά της μία ανοιχτή τηλεόραση. Παράθυρο σ' έναν επίπλαστο κόσμο. Δεν την απασχολεί, δεν την ενοχλεί, ούτε καν κοιτάζει προς τα εκεί. Η Αθανασία κοιμάται. Ήσυχη. Μακριά απ' όλους. Μακριά από τους βάρβαρους και τους ηττημένους. 
  
   Η Αθανασία βρίσκεται μέσα σ' ένα πολύ μικρό μαγαζί. Σ' ένα μαγαζάκι τόσο δα. Κοιμάται κι ίσως κάποιες ακτίνες ήλιου της χαϊδέψουν απαλά το ροδακινί μάγουλο. Όχι για να την ξυπνήσουν μα για να τις μάθουν λέξεις που δεν γνώρισε ποτέ.

   Γύρω από την Αθανασία υπάρχουν γάτες. Ξαπλώνουν στα πόδια της, κρέμονται απ' τους ώμους της, τρίβονται στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα, κοιτάζουν περίεργα τους περαστικούς, τους πελάτες, γλύφονται βαριεστημένα μα και σχολαστικά. 

   Οι γάτες της Αθανασίας, που και που, έτσι για να σπάσει η μονοτονία του μικρού μαγαζιού κυνηγούν ποντίκια. Όχι για να τα φάνε μα για να παίξουν. Η Αθανασία, πολλές φορές, παίρνει κι η ίδια μέρος στο κυνήγι κρατώντας ψηλά με το ένα χέρι το παλιό μαυρισμένο τηγάνι της μάνας της. 

   Εκεί γύρω, έξω απ' το μικρό μαγαζί της Αθανασίας, ζει ένας χοντρός βάτραχος που κοιμάται ανάμεσα στις πέτρες και φοβάται τον Ορέστη. Ο Ορέστης μένει κλεισμένος αιώνια μέσα στο κλουβί του όπως κάθε καλό και ήσυχο καναρίνι. 

   Κάθε Κυριακή απόγευμα, η Αθανασία ελευθερώνει τον Ορέστη για λίγο κι αυτός πετάει μέσα στο μικρό, πολύ μικρό μαγαζί. Το κάνει γιατί κάποτε, πριν χρόνια, ο Ορέστης της ψιθύρισε στ' αυτί πως τ' όνειρό του είναι να μεταμορφωθεί σε σπουργίτι.

   Αύριο το πρωί, η Αθανασία θα ξυπνήσει απότομα από έναν εκκωφαντικό ήχο. Έναν ήχο διαπεραστικό που σχεδόν θα τη σκίσει στα δύο. Αυτήν, το μικρό μαγαζί και την μεγάλη της καρδιά. Θα ρωτήσει όποιον βρει μπροστά της κι όλοι θα της πουν ότι σ' ένα χωράφι έσκασε μια νάρκη.

   Η Αθανασία δεν θα ξανακοιμηθεί ποτέ. Κάθε χάραμα θ' ακούει τον ίδιο κρότο. Αυτή και μόνο αυτή μέσα στο πολύ μικρό μαγαζί της. Θα μονολογεί τις λέξεις που της μάθανε οι ακτίνες του ήλιου. Λέξεις άγνωστες. Λέξεις που δεν ξεστόμισε ποτέ. Σα να την ακούω, αύριο κιόλας, να λέει ''πατέρα''.

    

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

ξημερώνει

Με τη θάλασσα να επιμένει,
 σβήνουν τα φώτα.


Με τη θάλασσα να αναμένει, 
 κρυώνουν οι ανάσες.


Με τη θάλασσα να υποχωρεί,
 λιγοστεύουν τα όνειρα.


Με τη θάλασσα να σε πονάει,
 σφραγίζουν οι αγκαλιές.


Με τη θάλασσα να πλημμυρίζει,
 στερεύουν οι έρωτες.


Σβήνουν τα φώτα όσο ξημερώνει.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Κλουβί 53 (γ) -- από τη μικρή συλλογή ''Κλουβιά'' --


  Σήμερα ξύπνησα καλά. Πεινάω. Αυτό υποθέτω πως είναι καλό σημάδι. Άνοιξα μέχρι πάνω το στορ της κουζίνας κι ένας λαμπρός ήλιος ανέτειλε στο μικρό σπίτι. Με αναζωογόνησε, μαλάκωσε τη καρδιά μου. Σήμερα σε σκέφτομαι. Σε νιώθω πλάι μου. Σε νιώθω σαν εφηβικό έρωτα. Μου ‘ρθε όρεξη να κάνω μια μεγάλη βόλτα. Ίσως σε συναντήσω κι ας βρίσκεσαι πλέον σε άλλη πόλη. Ας είσαι πολύ μακριά μου. Σηκώθηκα μετά βίας απ’ το κρεβάτι. Πρέπει κάτι να βάλω στο άδειο μου στομάχι. Στο πρόωρα γερασμένο μου στομάχι. Να πάρω δυνάμεις και να ξεκινήσω το μικρό μου ταξίδι. Δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο. Θα ντυθώ και θα φύγω. Αυτό θα κάνω. Θα φάω κάτι στο δρόμο. Θα περπατώ και θα τρώω. Όπως πιτσιρικάς όταν πήγαινα στα Αγγλικά κι έστριβα στο τελευταίο στενό, αγόραζα μια τυρόπιτα κι έκανα κοπάνα.
  Ο ήλιος τυραννάει τα μάτια μου παρόλο που κρύβονται πίσω απ’ τα σκούρα γυαλιά. Δεν έχει ζέστη. Δρόσισε για τα καλά. Έκλεισα μέχρι το λαιμό το μαύρο μου τζάκετ κι άνοιξα όσο μπόρεσα το βήμα. Στο πρώτο ανοιχτό μαγαζί σταμάτησα κι αγόρασα κάτι βρώμικο να μου κόψει τη πείνα. Το σουβλάκι φαντάζει το καλύτερο φαγητό του κόσμου αν έχεις να φας τρεις μέρες.
  Τρώω αφηρημένος κοιτώντας με ορθάνοιχτα μάτια μια αδιάφορη βιτρίνα. Εσένα σκέφτομαι και πάλι. Μικρά λαμπερά πυροτεχνήματα οι στιγμές μας. Άναψαν, φώτισαν και χάθηκαν. Θυμάμαι πως πέταξες τη βαλίτσα μου απ’ το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου. Την είδα να πετάει, στην κυριολεξία, με τόση χάρη. Ότι έκανες το έκανες με χάρη, δεν το κρύβω. Στην αρχή νόμισα πως κάποιος από εκεί ψηλά μου κάνει πλάκα μα γρήγορα κατάλαβα πως δεν ήταν και τόσο ψηλά. Ήσουν εσύ απ’ τον δεύτερο όροφο. Τον δικό μας όροφο, απ’ το δικό μας σπίτι.
  Συνεχίζω το περπάτημά μου με νέες δυνάμεις. Ίσως καθίσω κάπου για καφέ. Ναι, με τράβηξε ένας ωραίος ζεστός καφές τώρα. Που άραγε να πάω; Η πόλη μου είναι τελείως άγνωστη. Δεν ξέρω γιατί την επέλεξα. Για μια νέα αρχή ίσως, αλλά και πάλι δεν ξέρω. Θόρυβος και ήχοι συνθέτουν το σάουντρακ της καινούριας περιπέτειας και κάπου στο βάθος του μεγάλου δρόμου διακρίνω τη θάλασσα. Προτίμησα τη θάλασσα, το απέραντο, βαμμένο μπλε απ’ τον ουρανό, αλμυρό νερό. Να γαληνέψω, να φανταστώ ποια θα ‘ναι η συνέχεια. Τώρα τα πόδια μου βγάζουν φτερά, μεταμορφώνομαι σ’ έναν μικρό Ερμή και πετάω μέχρι εκεί, στο τέλος του δρόμου, στην αρχή της αμμουδιάς. Βγάζω τις μπότες μου, πετάω τις βρώμικες κάλτσες και βυθίζω τις πατούσες μου στη νοτισμένη άμμο. Αφήνω το τζάκετ να παίξει κι αυτό με τα βότσαλα, τα μικρά πολύτιμα πετράδια που ξεβράζει η θάλασσα σε κάθε παφλασμό της. Ξαπλώνω, κυλιέμαι, γεμίζω με εκατομμύρια κόκκους άμμου κι η ευτυχία περνάει για λίγο έστω κι από δίπλα μου. Απλώνω απελπισμένα το χέρι, ίσως και με λαχτάρα μα δεν καταφέρνω τίποτα. Την επόμενη φορά είσαι δική μου, μα ο μονόλογος τη διώχνει ακόμη πιο μακριά. Πέρα απ’ τα σύννεφα του ορίζοντα, πέρα απ’ τα κύματα και τις σκορπισμένες στάχτες των ονείρων μου. Θα την ξαναδώ ποτέ; Θα τη δω. Δεν ήρθε ακόμη η στιγμή. Δε τιμωρήθηκα όπως μου πρέπει. Ούτε πόθησα πραγματικά τη τιμωρία μου, το αυτομαστίγωμα, τον εξευτελισμό μου. Τίποτα δεν είναι προβλέψιμο πλέον. Αιωρούμαι στο αχανές κενό του νου μου και μόλις διορθώνω και μετανιώνω, πάλι κάτι με τραβά πίσω στην αρχή της επαίσχυντης κατάντιας μου.
  Όλα υπάρχουν μέσα μου, αποτυπωμένα, χαραγμένα τόσο βαθιά. Αγγίζω το κόκκινο φουστάνι σου με τις χαριτωμένες πινελιές λουλουδιών παντού γεμάτο. Πόσο το λατρεύω και δεν ξέρω αν βρέθηκε τυχαία στη βαλίτσα μου ή αν το έβαλες επίτηδες για να υπάρχει πάντα κάτι να μας συνδέει. Το ξέρω ότι μ’ αγαπάς αληθινά, το νιώθω. Ξέρω ότι ποτέ δε θα πάψει αυτό, έστω κι αν δεν με θέλεις πίσω, κοντά σου. Είναι τόσα κι άλλα τόσα. Τα γνωρίζω, τα σκέφτομαι συνέχεια, είναι αδύνατον να μην παραδεχτώ πως τα προκάλεσα εγώ. Εγώ σ’ έδιωξα, σε τυράννησα, σε πόνεσα, σε πλήγωσα ανεπανόρθωτα. Δεν μου αξίζει τίποτα όμορφο, ούτε αγνό. Κανένας οίκτος και καμιά συμπόνια. Ούτε η ελάχιστη μελωδία για να ξεχάσω, να συγχωρεθώ. Ίσως σε μια επόμενη ζωή, εκεί, κάπου στη κόλαση.
Συνεχίζω διστακτικά, με αστάθεια, το περπάτημα πάνω στην υγρή άμμο του Σεπτέμβρη. Πικρά διηγήματα του Κάρβερ περνούν τυπωμένα μπρος στα μάτια μου. Τα διαβάζω ξανά και ξανά, λέξη προς λέξη. Το κρίσιμο, το ατελές, το βασανιστικό. Βουλιάζουν τα πόδια μου βαθιά, ολοένα και περισσότερο. Βαραίνω. Η καλή διάθεση σχεδόν εξαφανίστηκε. Δε θέλω να σε σκέφτομαι. Πρέπει να πάψω να το κάνω και μερικές φορές το καταφέρνω. Μερικές φορές. Αλλά, πως είναι δυνατόν, τα πάντα μου θυμίζουν εσένα. Εσένα χαρά μου, αγκαλιά μου κι ασίγαστε έρωτα.
  Βρίσκω τις μπότες μου στο σημείο που τις άφησα πριν ώρα. Τις φοράω χωρίς τις κάλτσες, έτσι κι αλλιώς για πέταμα είναι. Φεύγω από τη παραλία, πιάνω ένα μικρό χωμάτινο κομμάτι δρόμου και περπατώ βαριεστημένα. Πεθύμησα βρώμικη άσφαλτο και υγρά πεζοδρόμια. Επαρχιακές γειτονιές και συνοικιακά μπαρ. Αυτό σκέφτομαι κι ανοίγω το βήμα μου να βρω τον κεντρικό. Παντού σκιές ανθρώπων μια μέρα χωρίς φαντασία και με την ουσία καλά κρυμμένη κάτω απ’ το δέρμα της άγνωστης πόλης. Της πόλης που σε λίγο θα γίνει το κέντρο του μικρόκοσμού μου, το ορμητήριο της επιθυμίας μου για μια νέα ζωή. Για μια γαμημένη νέα ζωή. Θα περπατήσω μέχρι να κουραστώ, μέχρι να φθαρούν εντελώς οι πολυκαιρισμένες μπότες μου. Θα αντλήσω ιδέες και θα εμπνευστώ απ’ τους ήχους, τους θορύβους, τις κραυγές.

Κλουβί 53 (β) -- από τη μικρή συλλογή ''Κλουβιά'' --


  Κυλιέμαι στη κόκκινη φλοκάτη, μέσα στο λιτό σκοτεινό δωμάτιο. Η μόνη θέα μου από ‘δω είναι ο φωταγωγός και το παράθυρο της τουαλέτας του διπλανού διαμερίσματος. Τέταρτος όροφος. Έμεινα να βλέπω αφηρημένα την φορτωμένη βιβλιοθήκη μου και το μικρό παλιό ραδιόφωνο που γεννά ήχους μόνο για μένα. 15 μοναχικές νύχτες από τη στιγμή που μετακόμισα εδώ. Βγήκα μια φορά για ποτό σ’ ένα άγνωστο μπαρ χωρίς να σηκώσω στιγμή τα μάτια μου απ’ το ξύλινο πάτωμα. Μέθυσα σε λίγη μόνο ώρα κι επέστρεψα τρεκλίζοντας στο κλουβί μου. Είμαι εδώ και περιμένω. Δεν ξέρω τι, δεν υπάρχει κάτι που θα έρθει. Όχι ακόμη τουλάχιστον. Το ασανσέρ σταματά στον όροφό μου, αφουγκράζομαι, το κουδούνι δε χτυπά. Το ήξερα. Σηκώνομαι και πάω μέχρι τη κουζίνα. Απόγευμα με τα στορ κατεβασμένα. Εικονική νύχτα. Παίρνω τη βότκα και γυρίζω στη κόκκινη φλοκάτη. Σκέφτομαι να ομορφύνω αυτό το δωμάτιο και ανοίγω το μπουκάλι. Σε λίγο όλα θα φαντάζουν διαφορετικά, παιδικά και λαμπερά σαν σε λούνα παρκ. Πίνω απ’ το μπουκάλι, όλα τα ποτήρια είναι βρώμικα, σκεπασμένα από στρώμα μούχλας τόσο που δεν αξίζει τον κόπο να τα πλύνω. Θα τα πετάξω και θα αγοράσω καινούρια. Ίσως πάρω πλαστικά. Κατεβάζω με μεγάλες γουλιές το ζεστό ποτό. Καίει τα πάντα, καταστρέφει κερνώντας αμνησία, με παρασύρει, με αποχαυνώνει, μου αρέσει. Τι χρονιά έχουμε; Τι μέρα είναι; Που είναι οι φίλοι μου, οι χορευτές και οι τουρίστριες, ο παραλογισμός και οι αξημέρωτες νύχτες; Πως βρέθηκα εδώ κι από πού ήρθα; Δε θυμάμαι τίποτα απολύτως χωρίς να ‘μαι απόλυτος. Ρεζίλης και δυστυχισμένος κατάντησα. Άγνωστος και αυτοεξόριστος. Πεινασμένος και κουρασμένος. Ποιος είμαι;
  Η βότκα έφτασε στη μέση σχεδόν και το τρενάκι του τρόμου έκανε την εμφάνισή του μαζί με την γιγάντια μπαλαρίνα. Όνειρο φόβου, εφιάλτης παιδικός κι αξεπέραστος μέχρι και σήμερα. Ανάβω το φως και κλείνω τα μάτια. Όλα χορεύουν γύρω μου άναρχα και το κορμί μου μουδιασμένο αδυνατεί να τα ακολουθήσει. Σκαρφαλώνω στη βιβλιοθήκη, προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου. Πόσο αδυνάτισαν! Δεν αναγνωρίζω το σώμα μου. Μπαίνω στα ρούχα μου σαν ξένος. Περπατώ σαν σκιά. Είμαι δεμένος με κάτι που δεν εκφράζεται, ούτε μεταφράζεται. Ανάβω ένα τσιγάρο και προσποιούμαι νηφαλιότητα χωρίς να πετυχαίνω κάτι. Θέλω να σταματήσω να σκέφτομαι και συνεχίζω να πίνω. Η μουσική έπαψε να ακούγεται, η λάμπα γυμνώθηκε και τα βιβλία εξαφανίστηκαν. Μόνο το κόκκινο παρέμεινε. Σαν φρέσκο αίμα πλημμύρισε τα πάντα γύρω μου, έλουσε τα μαλλιά μου. Είμαι ένα κόκκινο σύννεφο που σταμάτησε να ταξιδεύει, σταμάτησε να δακρύζει, να λυσσομανά και να φοβερίζει. Είμαι ένα σύννεφο στη δύση του, στη καταστροφή του. Είμαι ένα πεθαμένο σύννεφο.
  Πέρασε ώρα μάλλον. Ανέβασα το στορ της κουζίνας κι όλα απλώθηκαν κατάμαυρα μπροστά μου. Νύχτωσε, έχω την υποψία. Σύρθηκα μέχρι τη τουαλέτα και ξέρασα το ρωσικό υγρό. Βγήκε από μέσα μου με την ίδια ευκολία που μπήκε πριν ώρες. Μόνο που τώρα πονάω. Το στομάχι μου, ο λαιμός μου, το συκώτι μου. Όλες αυτές οι αηδιαστικές αναθυμιάσεις και η μεγάλη πείνα μου χαρίζουν έναν φρικτό πονοκέφαλο. Κάπου σ’ ένα συρτάρι βρήκα παυσίπονα και πήρα δύο. Τα κατέβασα με βότκα και ξανά ξέρασα. Πήρα άλλα δύο με νερό. Κρατήθηκα, μπούκωσα, τα κατάφερα. Ξάπλωσα με την ελπίδα να δράσουν και να κοιμηθώ. 

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Me llaman calle - Manu Chao

Me llaman calle
Pisando baldosa
La revoltosa y tan perdida
Me llaman calle
Calle de noche calle de dia
Me llaman calle
Hoy tan cansada
Hoy tan vacía
Como maquinita
Por la gran ciudad

Me llaman calle
Me subo a tu coche
Me llaman calle
De malegria
Calle dolida
Calle cansada
De tanto amar
Voy calle abajo
Voy calle arriba
No me rebajo
Ni por la vida
Me llaman calle
Y ese es mi orgullo
Yo se que un dia llegara

Yo se que un dia
Vendra mi suerte
Un dia me vendra a buscar
A la salida un hombre bueno
Pa to la vida y sin pagar
Mi corazon no es de alquilar

Me llaman calle
Me llaman calle
Calle sufrida
Calle tristeza
De tanto amar
Me llaman calle
Calle y mas calle

Me llaman calle
La sin futuro
Me llaman calle
La sinsalida
me llaman calle
Calle y mas calle
Las que mujeres
De la vida
Suben pa bajo
bajan pa arriba
Como maquinita
Por la gran ciudad

Me llaman calle
Me llaman calle
Calle sufrida
Calle tristeza
De tanto amar
Me llaman calle
Calle y mas calle

me llaman siempre
Y a calquier hora
me llaman guapa
Siempre a deshora
Me llaman puta
Tambien princesa
Me llaman calle
Y es mi noblessa
Me llaman calle
Calle sufrida
Calle perdida
De tanto amar

Me llaman calle
Me llaman calle
Calle sufrida
Calle tristeza
De tanto amar 

άτιτλο II

τρέξε πριν την ηχώ
πριν σε προλάβει 
πριν σου κάψει τ' αυτιά 
  με λόγια επανάληψης
  με λόγια θύμησης
πριν σε πλήξει με κατάρες ιστοριών
  μιας αθώας ηλικίας
πριν σε βιάσει για μια ακόμη φορά
  φορώντας το χρυσό της δέρας
  κρατώντας στα χέρια το ομοίωμα που δεν έγινες
  που δεν έφτασες
  που δεν του έμοιασες ποτέ.
    

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

περίεργο!


Ο ορίζοντας λούζεται κάτω από μια όξινη βροχή. Θυμίζει αδιέξοδο. Σα να σου λέει ''φύγε, στρέψε το βλέμμα σου αλλού. Σε άλλες ανηφόρες''. 

Στο βάθος μια όξινη βροχή μολύνει το χώμα, τα πάντα. Σε ποτίζει με λέξεις μελαγχολίας κι αναρωτιέσαι από πότε η μελαγχολία άρχισε να σου κάνει κακό. Συνήθως σ' έθρεφε μ' έναν μυστήριο κι εξωπραγματικό τρόπο. Σου έδινε ζωή, ικανότητα και όρεξη να στραφείς σε άλλες ανηφόρες. 

Εκεί που η ματιά αγγίζει το σκότος, αναρωτιέσαι τι υπάρχει πιο πέρα και συνεχίζεις να προχωράς με βήμα στρατιωτικού αγήματος. Ένας ένας, οι σύντροφοι σωριάζονται πετσοκομμένοι. Στο νου σου υπάρχουν μόνο κάποιες άγνωστες ανηφόρες.

Περίεργο! Εσύ το μόνο που ήθελες πάντα ήταν να πιεις λίγες σταγόνες από την όξινη βροχή.