leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Tom Waits - God's away on business




I'd sell your heart to the junkman baby
For a buck, for a buck
If you're looking for someone
To pull you out of that ditch
You're out of luck, you're out of luck
The ship is sinking
The ship is sinking
The ship is sinking
There's leak, there's leak,
In the boiler room
The poor, the lame, the blind
Who are the ones that we kept in charge?
Killers, thieves, and lawyers
God's away, God's away,
God's away on Business. Business.
God's away, God's away,
God's away on Business. Business.
Digging up the dead with
A shovel and a pick
It's a job, it's a job
Bloody moon rising with
A plague and a flood
Jain the mob, jain the mob
It's all over, it's all over, it's all over
There's a lick, there's a lick,
In the boiler room
The poor, the lame, the blind
Who are the ones that we kept in charge?
Killers, thieves, and lawyers
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
God's away, God's away,
On Business. Business.
[Instrumental Break]
Goddamn ther's always such
A big temptation
To be good, To be good
Tere's always free cheddar in
A mousetrap, baby
It's a deal, it's a deal
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
God's away, God's away, God's away
On Business. Business.
I narrow my eyes like a coin slot baby,
Let her ring, let her ring
God's away, God's away,
God's away on Business.
Business...

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

μία παρουσίαση δίπλα στη βροχή


Λίγα λόγια για το Αλτσχάιμερ Trance:

   Η μεγάλη μου ανυπομονησία, το άγχος της δημιουργίας, οι σκόρπιες λέξεις που κολλούσαν στο μυαλό μου, μπήκαν σε μια σειρά, έστω και την ύστατη στιγμή, την τελευταία, όπως συνηθίζω σε κάθε πράγμα που κάνω. Δύο μέρες πριν σταθώ μπροστά σας, κάθισα στην αιώνια ξύλινη και άβολη καρέκλα μου και τελείωσα την πέμπτη ή έκτη ανάγνωση του Αλτσχάιμερ Trance. Είχα γεμίσει ολόκληρος με τα κείμενα της Στέργιας, τόσο, που κόντεψα να τα αποστηθίσω. Κάθε βιβλίο που αγαπώ, το κουβαλώ μαζί μου όπου κι αν είμαι και με κάθε πρώτη ευκαιρία το δίνω σε ανθρώπους που σημαίνουν για μένα τα πάντα, έτσι, για να το μοιραστώ μαζί τους. Η ουσία στην τέχνη αυτή είναι. Να την μοιράζεσαι. Να κινείται και ν’ ανασαίνει από χέρι σε χέρι.

   Άναψα το πρώτο τσιγάρο απ’ το δεύτερο πακέτο κι άρχισα να σκέφτομαι όλα όσα μου ψιθύρισε το βιβλίο. Όσα μου γλυκομίλησε κι όσα ούρλιαξε. Όλα αυτά που με συνεπήραν και τ’ άλλα που με τράβηξαν απ’ το χέρι και μ’ έστειλαν στην άγνωστη κόλαση μιας μεγαλούπολης. Μιας μητρόπολης που έχω περίεργα χτισμένη στο παιδικό μου μυαλό. Ξέχασα επί τόπου όλες τις αναγνώσεις, όλες εκείνες τις ώρες που αφιέρωσα σ’ αυτές. Στράγγισα την καρδιά μου κι έσταξε η μελάνη που χρειαζόμουν για να γράψω αυτές τις αράδες.


   Έναν πίνακα είδα, ζωγραφισμένο με λέξεις. Λέξεις σύγχρονου νεορομαντισμού που άπλωσαν το κορμί τους στη ράχη του βιβλίου κι έδωσαν μία περίεργη ώθηση λυρισμού στις 125 σελίδες του.

   Κυνισμός. Πόνος. Ο θάνατος σαν υποψία, ο θάνατος σαν λύτρωση, ο θάνατος προ και εντός των πυλών. Κατακερματισμός ψυχών. Απομόνωση. Αδιέξοδα. Έλλειψη επικοινωνίας. Καθημερινή βιοπάλη. Καθημερινή πάλη με σένα, με μένα, με ξένους, με αγαπημένους, καταραμένους κι ευτυχισμένους.

   Αγρίμια. Αθώα πλάσματα στο αέναο ταξίδι της αναζήτησης. Μιας αναζήτησης ή πολλών. Η σημασία βρίσκεται μέσα στο καθένα. Το πέρασμα μέσα από την ουτοπία και την απομυθοποίηση αυτής. Κι άλλα πλάσματα. Σκόρπια. Σκορπισμένα. Διαιρεμένα. Χωνεμένα στο τεράστιο στομάχι της αδηφάγου πόλης. Μιας πόλης που κάθε ξημέρωμα, δικό της ή δικό σου, τα έχει κάψει όλα κι έχει πάρει φωτιά απ’ τις επιθυμίες, τις αναβολές, τους ανορεκτικούς ψυχαναγκασμούς. 

   Συνουσία με την αντίφαση και το πέρα απ’ το όριο. Και το όχι εδώ ή πως αλλιώς εδώ. Με ποιο τρόπο επιτέλους; Μία κατάσταση διαρκούς red alert. Για τον κόσμο που βλέπουμε ή για τον άλλον που πιστεύουμε, τον αθέατο. Τον ονειρεμένο. Τον επιθυμητό. Τον κόσμο όπου τα τείχη μίσους παύουν να ορθώνονται μπροστά στ’ ανυποψίαστα μάτια των περαστικών. Μπροστά στα υποψιασμένα μάτια των παιδιών. Παιδιών κάθε ηλικίας, που το μόνο που λαχταρούν είναι να απολαύσουν την γλυκιά πλευρά της σοκολατένιας ζωής που ονειρεύτηκαν πολύ πριν μας επισκεφτούν.
«Ποιον να βλαστημήσω; Την τύχη μου; Όχι απλώς μου κακιώνει, αλλά μοιάζει να με ξεγράφει κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. Κι εγώ ζω κάθε μέρα όλο και πιο λίγο.»


   Τέλειωσα την πρώτη ανάγνωση κι ακούμπησα το βιβλίο πάνω σ’ ένα γραφείο χωρίς συρτάρια. Το σπίτι, πάνω ακριβώς απ’ το δικό μας, ανακαινιζόταν για δεύτερη φορά από τότε που νοικιάσαμε. Μέσα στους χτύπους των σφυριών και το διαπεραστικό τρυπάνι, άκουσα ένα πιάνο που το φαντάστηκα λευκό, γυάλινο μα καθόλου εύθραυστο. Σχηματίστηκε αβίαστα, με κάθε λεπτομέρεια, ένα μικρό κορίτσι, να χτυπά τα δάχτυλά του στα ασπρόμαυρα πλήκτρα. Σε μια μονότονη άσκηση που άλλοτε θα μου χάριζε απλόχερα πονοκέφαλο. Όμως αυτή τη φορά μ’ αγκάλιασε σφιχτά. Μου χάρισε σκέψεις και μου ‘μαθε πως οι σκιές τη μέρα θεριεύουν όπως τις πρέπει. Μας σκεπάζουν λέγοντας, αυτές είμαστε, αντιμετώπισέ μας. Ενώ τη νύχτα λειτουργούν παράδοξα. Λάμπουν κάτω απ’ τ’ αστέρια και τα κρεμαστά φώτα του μπαρ. Δίνουν την εντύπωση πως θα ξημερώσει ελπίδα.

   Όσο κι αν αυτό ηχεί απίστευτο.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

αποσιωπητικά

   Κάθισα χθες. Όπως ακριβώς και προχθές. Η νύστα έβαφε με σκοτάδι τα μάτια μου. 

''Θα το βγάλω. Σήμερα θα τελειώσω.''

   Σηκώθηκα περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου. Άναψα το φως της τουαλέτας κι άφησα τη βρύση να τρέχει. Έριξα παγωμένο νερό στο πρόσωπο και στο κεφάλι μου. 

''Δεν θα κοιμηθώ αν δεν τελειώσω.''

   Άναψα τσιγάρο. Βήματα ακούστηκαν από τον πέμπτο. Ο εκαβίτης ξύπνησε. Έχει βάρδια. 

''Έχω κι εγώ βάρδια.''

   Έσβησα το τσιγάρο πιέζοντας το με δύναμη, λες και μου 'φταιγε. Όλα μου έφταιγαν. Η ανυπακοή κάποιων, η ελαφρότητα άλλων, η ανοησία όλων. 

''Δεν θα κάνω άλλο τσιγάρο. Τι θα γίνει αν ξημερώσει και δεν έχω τελειώσει ακόμη; Τι θα μου πει αν με βρει με το τσιγάρο στο χέρι;''

   Έπειτα από τέσσερις ώρες στην άβολη καρέκλα, μούδιασα. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα εκ νέου προς τη τουαλέτα. Έβρεξα το πρόσωπο με παγωμένο νερό. Από τον πέμπτο δεν ακουγόταν τίποτα. Ξαναγύρισα στην ξύλινη θέση μου. 

''Πριν ξημερώσει θα έχω τελειώσει. Πριν φανερωθεί ο ήλιος, είναι σίγουρο πως ...''

      

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

steel

   Απόμεινα τελευταίος. Να περιμένω τη μεγάλη νύχτα. Να δοκιμάζω απ' την αρχή τη στιφάδα της πόλης. Απ' την αρχή ως το τέλος. Ο πρώτος. Το τέλος. Ο τελευταίος. Στον χαλύβδινο πάτο. Που πιο κάτω δεν έχει. Δεν υπάρχει. Όσο κι αν χτυπάς με πείσμα το τακούνι της μπότας σου. Όσο κι αν παρακαλάς τον πρώτο θεό που βρίσκεις μπροστά σου. Τον τελευταίο. Όσο κι αν λαχταράς να βρεθείς λίγο πιο κάτω. Στου γκρεμού τη ρίζα. Κάτω. Αγκαλιά με τη σάπια ρίζα. Να σε ταΐζει καυτή χολή.  Καυτή. Χολή. Η ρίζα.


   Απόμεινε το λάθος. Στο τέλος πάντα μένει το λάθος. Μονάχο. Υστερικό. Να καρτερά την αλήθεια. Να παρακαλά τον πρώτο αλάθητο που βρίσκει μπροστά του. Τον άσπιλο. Τον αναμάρτητο. Να μην του δίνει σημασία κανείς. Ούτε αυτός που το εφηύρε. Μένει μόνο. Το λάθος από λάθος ξεχνιέται. Το ξεχνάνε όλοι. Οι ρίζες. Οι χαλύβδινοι πάτοι. Οι ακίνδυνοι άνθρωποι. Οι βασανιστές.


   Απόμεινε το βάρος. Ο χάλυβας. Το βαρύ βασανισμένο του κορμί. Απ' το βάρος όλων μας. Το περιττό. Το φτιασιδωμένο. Το δολοφονημένο. Το δολοφονικό. Δίπλα στην έσχατη ρίζα. Τη διψασμένη για πρόωρο θάνατο. Αργό. Επώδυνο. Λυτρωτικό. Στο τέλος. Χωρίς βάρος, πλέον. Με την τελευταία ανάσα. Της χολής ανάσα. Κερασμένη απ' το πρώτο λάθος. 


   Απόμεινες εσύ. Το κορίτσι. Η χαρά και η ζωή. Μετεωρίζεσαι με τεντωμένο κορμί. Αβασάνιστο. Ονειρικό. Πετάς με τη χάρη αδάμαστης ψυχής. Μπορείς. Πάνω απ' όλα. Δεν κινδυνεύεις. Πως μπορείς; Μπορείς! Τα φτερά σου αμάδητα. Τα φτερά σου άλιωτα. Τα φτερά σου άφθαρτα. Τα φτερά σου χαλύβδινα.        

 

 

   

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

ενικός (του Νεκτάριου Λαμπρόπουλου)

Τους ποιητές που αγαπώ
τους φωνάζω συνήθως με το μικρό τους όνομα, 
μήπως και μπερδευτούν
και σηκωθούν από τους τάφους 
και τις σελίδες
νομίζοντας πως κάποιος παλιόφιλος τους κάλεσε.


Ορατότης Μηδέν (ποιήματα και άλλα)- Λαμπρόπουλος Νεκτάριος
εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑδΑ