leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

ήσυχα κι ωραία

   Ήρεμα. Ησύχασε. Η ιστορία έχει ως εξής. 

.. την άφησα πίσω μου χωρίς να κοιτάξω δεύτερη φορά. Το σακουλάκι του καπνού ήταν γεμάτο και το μπουκάλι του μπέρμπον έβγαζε μερικά ποτά ακόμη. Έτσι, ήμουν ήσυχος. Όσο γίνεται δηλαδή, γιατί με όσα είχα ακούσει κι όσα ακολούθησαν δύσκολα κάποιος μπορεί να παραμείνει ήσυχος. Ακόμη κι εγώ που περνιέμαι για τέρας ψυχραιμίας. Τέρας!

   Μην προτρέχεις. Θα τα μάθεις όλα στην ώρα τους κι αν μ' αφήσεις να πάρω μιαν ανάσα πρώτα.

.. άνοιξα το μπουκάλι και κατέβασα δυο γενναίες γουλιές απ' το αμερικάνικο υγρό, έτσι, για να μου φύγει το τρέμουλο απ' την ταραχή. Έστριψα ένα τσιγάρο και φύλαξα το σακουλάκι και το μπέρμπον μέσα στο μπουφάν. Ανέβασα το φερμουάρ κι άναψα το τσιγάρο με το τελευταίο σπίρτο που είχε ξεμείνει στο μικρό σπιρτόκουτο. Έβαλα μπρος τη μηχανή, που πήρε με την δεύτερη, και μάρσαρα άγρια στα μούτρα ενός κακομοίρη συνταξιούχου πνίγοντάς τον στο καυσαέριο. Προσπάθησε κάτι να πει αλλά δεν του έδωσα την παραμικρή σημασία. Κάρφωσα την πρώτη και την κοπάνησα στη μία. 

   Όχι. Δεν είχα κανένα σχέδιο για το που θα πάω. Ήθελα μόνο να εξαφανιστώ. Να μην ξανακούσω τη φωνή της.

.. στο πρώτο βενζινάδικο σταμάτησα να φουλάρω. Δεν είχα δεκάρα τσακιστή πάνω μου. Μόλις με πλησίασε ο υπάλληλος, σήκωσα το δεξί μπατζάκι και τράβηξα γρήγορα το ατσάλινο στιλέτο που έχω πάντα μαζί μου. ''άστα λα βίστα μπέιμπι'', του λέω και φεύγω με χίλια. Ο τύπος πρέπει να έμεινε άναυδος. 

  Ναι ρε, πάντα σου λέω. Αυτό σου έκανε εντύπωση;

.. έξω απ' τα όρια της πόλης κι εφόσον βεβαιώθηκα ότι δεν με ακολουθεί κανείς, έκοψα ταχύτητα και συνέχισα να οδηγώ πιο χαλαρά, πιο ανθρώπινα ρε παιδί μου. Ο δρόμος ήταν καρφί και πάνω που άρχισα να ξεχνιέμαι και να ονειροπολώ για τη νέα ζωή που μόλις ξεκινούσε, δύο δυνατά χέρια με άρπαξαν απ' τη μέση και μ' έσφιξαν, χουφτώνοντας την καρδιά και το μπουκάλι με το μπέρμπον. Κόντεψα να μείνω στον τόπο και η μηχανή λίγο έλειψε να φύγει απ' τον δρόμο. 

   Δεν ξέρω πως έκανε τέτοιο πράγμα. Με είχε ακολουθήσει χωρίς να πάρω χαμπάρι. 

.. με στόμα στραβό απ' την ταχύτητα της μηχανής και με όση δύναμη διέθετα, την ρώτησα τι θέλει και γιατί δεν μ' αφήνει ήσυχο. Η εξάτμιση έκανε τόσο θόρυβο που το μόνο που άκουγα ήταν ένα συνεχές βουητό. Ένα βουητό που σε καμία περίπτωση δεν μεταφραζόταν σε ανθρώπινες λέξεις. Το σφίξιμο στη μέση δυνάμωνε και τα δύο χέρια ανέβαιναν με απειλητική διάθεση προς το λαρύγγι μου. Άρχισα πραγματικά να τα χάνω αλλά δεν σκέφτηκα ούτε μια στιγμή να σταματήσω αυτή την τρελή κούρσα. Κατέβασα τρίτη και η μηχανή σηκώθηκε στη μία τόσο πολύ που η πλάτη της ακούμπησε στην παγωμένη άσφαλτο. Ούρλιαξε απ' τον πόνο κι αυτό το άκουσα καθαρά. Έφερα με δυσκολία σε οριζόντια θέση το μηχανάκι και κοίταξα στον αριστερό καθρέφτη. Είχε εξαφανιστεί. Ένα ρίγος διαπέρασε την πλάτη μου και η καρδιά μου ξαναβρήκε τη θέση της. Είχα γλιτώσει μια και καλή, επιτέλους!

   Γύρω στις πέντε τα χαράματα. Γιατί; Έχει καμιά σημασία;

.. Έπειτα από καμιά 200αριά χιλιόμετρα, βρήκα πάνω στην εθνική ένα μοτέλ. Έκανα στην άκρη κι έσβησα τη μηχανή. Μπαίνοντας στη ρεσεψιόν, που περισσότερο έμοιαζε με σπίτι, δεν βρήκα κανέναν. Παρατήρησα πως υπήρχε ένας καναπές, ένα χαμηλό τραπεζάκι, μία λάμπα με υφασμάτινο καπέλο και μια τηλεόραση 32 ιντσών. Το περίεργο με όλα αυτά ήταν πως έμοιαζαν διαολεμένα με τα αντικείμενα που είχα στο δικό μου καθιστικό και που μόλις πριν 2 ώρες τα είχα αφήσει πίσω μου. Τρομοκρατήθηκα. Κι όσο κυλούσαν τα δευτερόλεπτα και δεν εμφανιζόταν κανείς, ο φόβος άρχισε να με κυριεύει, να με κυκλώνει. Κι ο φόβος, ξέρεις, δεν συγχωρεί. 

   Ναι σου λέω. Ίδια. Ακόμη και το ξεθωριασμένο χρώμα του καναπέ.

.. Αποφάσισα να το παίξω ήρεμος και κάθισα στην άκρη του καναπέ. Διστακτικά στην αρχή μα έπειτα από λίγο ξεθάρρεψα. Άπλωσα την αρίδα μου και τέντωσα τα πόδια που ήταν ακόμη πιασμένα απ' την οδήγηση. Πέντε λεπτά αργότερα, μπορεί και λιγότερο, άκουσα περίεργους και ύποπτους όσο και γνώριμους θορύβους απ' το βάθος ενός σκοτεινού διαδρόμου που οδηγούσε ποιος ξέρει σε ποια κόλαση. Μπροστά μου εμφανίστηκε και πάλι αυτή. Η πλάτη της ήταν γδαρμένη τόσο άγρια που όπου στεκόταν άφηνε και μια λίμνη αίματος στο σκονισμένο πάτωμα του μοτέλ. Δεν κατάφερα να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι. Η απορία μου πλέον ήταν μεγαλύτερη του φόβου μου αλλά κι ο φόβος δεν πήγαινε πίσω. Τα είχα κάνει πάνω μου. Με μία αστραπιαία κίνηση όρμησε προς το μέρος μου αρπάζοντας το στιλέτο που βλακωδώς κάποτε της είπα που το κρύβω. Άρχισε να με χαράζει, να με κόβει φέτες, να με τρυπά διαπερνώντας το δύστυχο κορμί μου ξανά και ξανά. Έχασα τόσο αίμα που λιποθύμησα ανήμπορος να αντιδράσω.

   Χθες βράδυ. Τι εννοείς όταν λες ότι φαίνομαι μια χαρά; Εμένα θα μου πεις; Μα καλά, όταν μου λες ''μην μου πεις πάλι ότι καθίσατε και είδατε ταινιούλα ήσυχα κι ωραία'', τι περιμένεις ν' ακούσεις. Τα 'θελε κι εσένα ο κώλος σου.