leykos xronos

leykos xronos

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

λάθος χρόνος

   Πρώτη φορά τη συνάντησα έξω απ' τον προαύλιο χώρο του Αγίου Γεωργίου. Έδειχνε μόνη κι ίσως πράγματι να ήταν. Έψαχνε τα σκουπίδια. Όχι με τη λαχτάρα του πεινασμένου μα με την περιέργεια ενός μικρού παιδιού. 
   
   Η ηλικία της ήταν ακαθόριστη. Μεγάλη, βέβαια, αλλά δεν είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα σ' έκαναν να την αποκαλέσεις γριά. Είχε τα γκρίζα μαλλιά της ελεύθερα να ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια των ώμων και να χαϊδεύουν ανεπαίσθητα την αδύνατη μέση της. Φορούσε μια ξεθωριασμένη σατέν ρόμπα, σκαλωμένη σε μια εποχή που δεν έζησα ποτέ. Η ρόμπα της δεν είχε κουμπιά. Έκλεινε στο στήθος με μια παραμάνα ντυμένη με σκουριά. Το δεξί της χέρι δεν έμενε ποτέ ακίνητο. Ήταν μόνιμα απασχολημένο να ανοίγει και να κλείνει την παραμάνα με μια αυτόματη κίνηση που δεν την έπιανε καν το μάτι σου, όσο καλά κι αν την παρατηρούσες. Την έβγαζε και την έβαζε, την ανοιγόκλεινε με ταχύτητα ασύλληπτη και κάποιες φορές την έσερνε πάνω στο ξεσκισμένο φουστάνι της, δήθεν να την καθαρίσει. 
   
   Όταν επιτέλους αποφάσιζε να σταματήσει το ανακάτεμα των σκουπιδιών, έμενε σαστισμένη για μερικά δευτερόλεπτα, όρθια μπροστά στον κάδο, με το δεξί της χέρι να παίρνει φωτιά από το ιλιγγιώδες άνοιξε - κλείσε της παραμάνας. Έκανε μεταβολή κι έστεκε πρόσωπο με την είσοδο της αυλής του Άι Γιώργη. Πάνω στα κάγκελα του φράχτη έχει πάντα αναρτημένα διάφορα χαρτιά και ανακοινώσεις αιμοδοσίας, κηδειόχαρτα και χαρτιά μνημοσύνων. Σε αυτά κολλούσαν τα θολά της μάτια. Πλησίαζε τόσο, μέχρι που αλληθώριζε, διαβάζοντας συλλαβιστά ένα ένα τα ονόματα των πεθαμένων. Το πρόσωπό της μούλιαζε απ' τα δάκρυα που δραπέτευαν αβίαστα. Έκανε ένα βήμα πίσω, πήγαινε μπροστά στο επόμενο χαρτί, κολλούσε και πάλι πάνω του και συνέχιζε τον αλμυρό της θρήνο.            
   
   Τη συνάντησα και σήμερα έξω απ' την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Έχω μάθει όλες τις συνήθειες και όλες τις κινήσεις της απ' έξω. Το μόνο που δεν μπορώ να συνηθίσω, αυτό που ακόμη με μπερδεύει, είναι το κόλπο με την παραμάνα. Την βρήκα να κλαίει, με την μύτη κολλημένη, μπροστά σε δύο κηδειόχαρτα. Δεν άντεξα και την πλησίασα για πρώτη φορά από τη μέρα που την πρωτοείδα.


''Τους γνωρίζετε;'', ρώτησα, μετανιώνοντας αμέσως για τον χρόνο που χρησιμοποίησα.


''Όχι, αλλά θα τους γνωρίσω σύντομα'', ήρθε στ' αυτιά μου η απάντησή της χωρίς καν να κοιτάξει την πηγή της ερώτησης. 


   Η παραμάνα συνέχισε απτόητη το σκουριασμένο της παιχνίδι. Εις τους αιώνες...