leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Τζακ Μανουέλ

   Η ζωή ξεκινά μ' έναν θάνατο. Τον τελευταίο και οριστικό θάνατο του κυρίου Κάπα. Η κηδεία του γίνεται στο Α' νεκροταφείο, ένα υπέροχο Κυριακάτικο πρωινό. Το ότι είναι Κυριακή είναι εντελώς τυχαίο. Ή μήπως όχι;


   Στην νεκρώσιμη τελετή ο Τζακ συναντάει τους τρεις αγαπημένους φίλους του. Τον Λου, τον Μπλου και τον Μαρίνι. Δεν τους βγαίνει μιλιά. Το απαιτεί η κατάσταση. Ή μήπως όχι;


   Σε διαδοχικά φλας μπακ θα δεις τον Τζακ να ζει κι άλλους θανάτους. Όλοι του κυρίου Κάπα. Μόνο ο τελευταίος θα τον λυτρώσει. Ή μήπως όχι;


   Ο συμβολαιογράφος διαβάζει τη διαθήκη. Ο Τζακ παίρνει αυτό που του αρέσει κι αυτό που του αξίζει. Θα συνεχίσει τη ζωή του την αμέσως επόμενη μέρα η οποία θα ξεκινήσει όπως ακριβώς και οι χιλιάδες προηγούμενες μέρες του.


   Θα τα ξαναπούμε στο τέλος της διαδρομής του Τζακ. Σίγουρα θα είναι μια αρχή. Ή μήπως όχι;


                                           © 2011 [νίκος μπελάνε]       

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

αργά ή γρήγορα


   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Τις σκιές των μελών μου, την κίνηση του εσώτερου. Τρέχω. Λαχανιάζω. Σταματώ. Αντιγράφω την στάση μου. Κάνω στην άκρη, σε μια οποιαδήποτε άκρη κι ανάβω τσιγάρο. Οι κόπιες των πνευμόνων μου γεμίζουν χαμογελώντας μπροστά στην παρέα των μικρών παιδιών που με προσπερνά. Ο καθρέφτης του μυαλού μου θυμάται με την βοήθεια δύο ματιών που είναι ολόιδια με τα δικά μου. Φτυστά. Θυμάται και παρατηρεί. Διαπερνά κτίρια που υπάρχουν και κτίρια που υπήρξαν. Φτάνει σε δρόμους τόσο γρήγορα όσο ποτέ τα πόδια δεν θα καταφέρουν.

   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Ίσως έτσι αντέξω λίγο ακόμη. Περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Περισσότερο απ’ όσο γνωρίζω ο ίδιος. Συνεχίζω να κρατώ το τσιγάρο με το δεξί μου χέρι και να το φέρνω κάθε λίγο στο παγωμένο μου στόμα. Κρύο της Άνοιξης. Τελευταίες παγωμένες ανάσες του εχθρικού γέρου που απομακρύνεται με την πλάτη γυρισμένη. Μόνος του φεύγει. Ήρθε ακάλεστος και φεύγει μόνος. Αν τον προλάβει στο δρόμο κάποια απ’ τις βλαστήμιες μου θα με κάνει να νιώσω καλύτερα για ένα ολόκληρο λεπτό.

   Ξεμουδιάζω. Κινούμαι μέσα στο φωτοτυπικό μηχάνημα μιας συνηθισμένης στοάς. Εκεί τα θυμάμαι όλα. Εκεί τα βλέπω όλα μπροστά μου ξανά και ξανά. Επαναλαμβανόμενα φωτοαντίγραφα. Ίδια και απαράλλαχτα. Χιλιάδες δίδυμες στατικές εικόνες. Μια βροχή πλάνων, στιγμών, λυγμών.

   Όλοι έχουν χαθεί, έχουν εξαφανιστεί. Αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Σιώπησαν τα πεζοδρόμια. Έσβησαν τα καρό παντελόνια μέσα στους καθρέφτες. Έλειψαν οι φιγούρες κάτω απ’ τα κίτρινα φώτα της πλατείας. Οι δρόμοι παρέμειναν σκεπασμένοι με τις χάρτινες κατάρες των υποσχέσεων για σύντομη επανασύνδεση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Κάποια σπίτια σηκώθηκαν στις μύτες των θεμελίων τους να τους δουν να απομακρύνονται μα πολύ γρήγορα λύγισαν απ’ το βάρος της εγκατάλειψης.

   Τότε ακριβώς ήταν που άκουγα τις ανάσες των δαχτύλων τους καθώς χάιδευαν το κορμί της άσχημης πόλης μεταμορφώνοντάς την στο πιο θελκτικό κορίτσι που περπάτησε πάνω στη γη. Απορροφούσα τα βραχνά εσώψυχα που τόσο ανενδοίαστα εξωτερίκευαν, γαργαλώντας τα παρθένα μου αυτιά, κάνοντας την καρδιά μου να σκιρτάει σε κάθε συλλαβή. Μύριζα το δέρμα των κοριτσιών που έψαχνα όλα τα περίεργα βράδια των ποτισμένων διαδρομών πλάι στις περασμένες ώρες. Ζήλευα τον χορό που σκορπούσε ολόγυρα την αρωματισμένη τους ανάσα. «Θα πεθάνεις απ’ το αλκοόλ ή απ’ τα ναρκωτικά ή απ’ το πολύ ροκ εν ρολ…ή κι απ’ τρία μαζί», μου έλεγαν και δεν συνέβη τίποτα απ’ αυτά ή τουλάχιστον δεν είναι εδώ για να δουν.

   Η Άνοιξη μαράθηκε πριν καν ανθίσει. Ανήκω σε μια γενιά που της απομένει μόνο να πτωχεύσει. Τα πιο όμορφα κείμενα δεν έχουν γραφτεί ακόμη από εμάς κι ούτε θα γραφτούν ποτέ γιατί τα πιο όμορφα κείμενα είναι οι ανάσες που δεν τολμήσαμε να ξεστομίσουμε. Πάψαμε να ερωτευόμαστε και οι ψυχές μας κατάντησαν στέρφα χωράφια. Τα κορμιά μας είναι μολυσματικές χωματερές. Σταματήσαμε να χορεύουμε και τα παλιά μας στέκια μεταμορφώθηκαν σε υπόγεια γκαράζ. Δηλητηριαζόμαστε καθημερινά με άγιο αλκοόλ. Όλοι έφυγαν. Όλοι οι καλοί εξαφανίστηκαν, δικαίως. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα. Το περίμενα χωρίς αγωνία, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς προσπάθεια ν’ αλλάξω κάτι. Στον θρήνο δεν χωράνε λεπτομέρειες. Δεν έχουν θέση οι προκαταλήψεις. Είτε θρηνείς, είτε έχεις ήδη φύγει και βρίσκεσαι αγκαλιασμένος με τους άλλους, τους απομακρυσμένους. Όποιος κάθεται εδώ, μαζί μας, τον προσπερνάει ο χρόνος. Τον χωνεύει η άθλια μιζέρια των κατακερματισμένων, των παραδομένων ψυχών. Όποιος χόρτασε την πλάνη των επιτήδειων μένει για πάντα εδώ. Ως ηττημένος. Ως καταρρακωμένος. Ως πότε; Μέχρι να δραπετεύσει η τελευταία πνοή απ’ τα μισάνοιχτα χείλη του.

   Κάθομαι ήρεμος πίσω απ’ τη βιτρίνα ενός κεντρικού καφέ και κοιτάζω τα αλητάκια στο δρόμο. Περπατάνε αργά με κινήσεις μετρημένες. Φτύνουν ταιριάζοντας τα καπέλα τους πάνω απ’ τα ακατάστατα μαλλιά τους. Χαϊδεύουν τις φαβορίτες τους πειράζοντας κάτι όμορφα κορίτσια που ‘χουν στήσει πηγαδάκι έξω από τα γύρω μαγαζιά. Παρατηρώ τη νεανική ορμή τους. Την ασυγκράτητη λαχτάρα τους. Θα φύγουν κι αυτά. Κάποια στιγμή θα φύγουν. Αργά ή γρήγορα.


νίκος μπελάνε – απρίλιος 2011   

κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

libertad

εσύ! 
      με τη φωτιά στο στήθος
      πως δέχεσαι την πτώση;
      σου κλέψανε τ' αστέρι
      τη σφιγμένη γροθιά
      σ' έσυραν σε όλεθρο ψυχής.

δες!
      τους μεσονύκτιους libertadores 
      του Huntingdon, 
      του Sochi στη Μαύρη Θάλασσα,
      του Δουβλίνου,
      όλης της γης.

βρες!
       στους ανοιχτούς δρόμους
       στις σταγόνες του ωκεανού
       στον ίλιγγο της γνώσης
       στις αγκαλιές της φύσης
       αυτό που βίαια σου στέρησαν
       αυτό που γεννήθηκες για να σου ανήκει
       το δίκαιο που ξέχασες ότι έχεις
       την αγάπη.
        

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

προς άναμμα

ξεφτισμένες σημαίες
ανεμίζουν οι ψυχές
βραχνές ανάσες
έλλειψη νοήματος
νύχτες αναμονής
            ετοιμάσου
              άντεξε
               άκου
η δόνηση της αγάπης
της σκέψης που ξύπνησε
                το αρχέγονο 
                το σπηλαιώδες 
                τον γκρεμό
ένα πηγάδι 
χωρίς έλεος 
ένα μαυροφορεμένο πηγάδι
χωρίς την αίσθηση της καταστροφής (σου)
γεμίζει ποτήρια
κερνάει μουσικές
χορεύει πρόστυχα
φωνάζει
φωνάζει
δαγκώνει το ξύλο και φωνάζει
Ελευθερία!
με χέρια πιο ψηλά
απ' τον πήχη του ήλιου που λάμπει
                                                      στην τρυφερή
                                                      κόλαση
                                                      της κατεστραμμένης
                                                      φλέβας σου
κερνάει
κερνάει αγάπη
μοιράζει μυστικά 
συσσίτια φτωχών
πεινασμένων
πρώην κατεχόντων
κερασφόρων. 


Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

guernica


Έσταζαν μπλε δάκρυα τα τζάμια, διάφανα μάτια με βλέφαρα αραιά
μυστηριακή ομίχλη, αιθαλομίχλη. 
στράγγιζαν μέσα στα ποτήρια μας θολά υγρά
αλκοολούχα, μεθυστικά 
κι ο φωτισμός όσο έπρεπε μας ζάλιζε. 
άνθρωποι περίεργοι, περίεργα ξεχωριστοί. 
η αναμμένη sambuca έρεε στα στομάχια μας
πότιζε γλυκό αλκοόλ, φωτιά απ’ τα χέρια του μπάρμαν 
  με τα ινδιάνικα χαϊμαλιά
  το ανάλαφρο ανοιχτό λευκό πουκάμισο 
  τα μακριά μέχρι τη μέση κατάμαυρα μαλλιά. 
το κορίτσι δίπλα μου κολλητά
μια αγκαλιά χρυσάνθεμα, η απέραντη θάλασσα τόσο γλυκά αλμυρή. 
στη θολούρα του τζαμιού έστεκε κρυστάλλινη νεράιδα 
γνέφοντας εκστατικά, καλώντας ερωτικά 
όλους εμάς 
να την ακολουθήσουμε στα στολισμένα μονοπάτια των μαγεμένων δασών. 
έδιωξα το κρύο μακριά μ’ ένα φιλί
καθώς βούιζαν τα καπνισμένα ηχεία πάνω απ’ τα κεφάλια μας 
και κολυμπούσαμε αδιάκοπα στ' απύθμενα ποτήρια μας
ξεχειλισμένα από βότκα πρωτευουσιάνικη. 
χορός από βινύλιο, μια τρυφεράδα παιδική, ξέπλεκα ηδονικά μαλλιά
η καρδιά χτυπούσε ακούραστα, αλύγιστη στο βάρος του έρωτα
τα παλιά ήταν ξεχασμένα
  δεν υπήρχε παρελθόν
  ούτε μέλλον
μόνο δικές μου ενεστωτικές στιγμές γύρω απ’ τις βενετσιάνικες πέτρες
γλεντούσα χωρίς να σκέφτομαι αν ήταν η αρχή ή το τέλος
δεν μ’ ένοιαζε αν θα υπήρχε άλλη μέρα
  άλλη νύχτα σαν κι εκείνη 
μόνο η αγκαλιά της μ’ ένοιαζε
  το μέλι των ματιών της 
κι άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο 
  ευτυχισμένος 
χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα με τον ρυθμό της μουσικής. 
«Είχα ένα όνειρο Τζο…»

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

πρώτη δεκέμβρη

που είναι; οι λέξεις. εξαφανισμένες μέσα σ' ένα ολοκαίνουριο μπλε τετράδιο. που είναι; το τετράδιο. 
ποιος θα κρατήσει τη στιγμή για πάντα; όχι ο χρόνος. πάνω από τη γη. στον πρώτο όροφο.
απορροφώ λέξεις. λόγια. κουβέντες. πρώτη Δεκέμβρη. λέξεις. όχι πράξεις.
οι πράξεις έπαψαν. μια για πάντα. κάτω στο δρόμο. κάτω απ' τα σύννεφα. πεινώ!
οι ματιές μούδιασαν. ανάμεσα σε γράμματα κι επιστολές. έχω ξεχάσει το βλέμμα εκείνο.
μελένιο, σταχτί και τιρκουάζ. γλύφει το δέρμα. το μήνυμα αποθηκεύτηκε.
5.22 απόγευμα. πρώτη Δεκέμβρη. μαυροντυμένη γυναίκα. κόκκινο αυτοκίνητο. γρήγορο.
ήχοι! καθόλου πράξεις. στασιμότητα. ανάσα μηδέν.
καμία υπηρεσία. καμία εξυπηρέτηση. δεν ωφελεί πλέον. ίσως μόνο κάποιους. όχι εσένα.
έπαψα να πράττω. θα πάψω και να μιλώ. μόνο σε κάποιους. όχι σ' εμένα.
αντίρρηση για την αντίρρηση. χωρίς κίνηση. αποπροσανατολισμένα μυαλά. βολικό. διαβολικό.
οι ιστορίες βρίσκονται κλειδωμένες στο παρελθόν. δεν έχουν να χάσουν τίποτα. ούτε να ρισκάρουν.
δεν έχουν να πουν τίποτα. ειπώθηκαν τα πάντα.
5.35 απόγευμα. κανένα κάλεσμα. καμιά αφορμή. όλα κλεισμένα στο στέρεο κουκούλι της λαγνείας του παρελθόντος.
δεν βρίσκω τρόπο να ζήσω χωρίς εσένα. είσαι χειμώνας. μου δείχνεις τα κάλλη σου.
άγριος καρπός. άγουρος. κάηκε χθες χωρίς να ελπίζει στο τώρα του τότε. έχασε.