leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

αργά ή γρήγορα


   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Τις σκιές των μελών μου, την κίνηση του εσώτερου. Τρέχω. Λαχανιάζω. Σταματώ. Αντιγράφω την στάση μου. Κάνω στην άκρη, σε μια οποιαδήποτε άκρη κι ανάβω τσιγάρο. Οι κόπιες των πνευμόνων μου γεμίζουν χαμογελώντας μπροστά στην παρέα των μικρών παιδιών που με προσπερνά. Ο καθρέφτης του μυαλού μου θυμάται με την βοήθεια δύο ματιών που είναι ολόιδια με τα δικά μου. Φτυστά. Θυμάται και παρατηρεί. Διαπερνά κτίρια που υπάρχουν και κτίρια που υπήρξαν. Φτάνει σε δρόμους τόσο γρήγορα όσο ποτέ τα πόδια δεν θα καταφέρουν.

   Αντιγράφω τον εαυτό μου. Ίσως έτσι αντέξω λίγο ακόμη. Περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Περισσότερο απ’ όσο γνωρίζω ο ίδιος. Συνεχίζω να κρατώ το τσιγάρο με το δεξί μου χέρι και να το φέρνω κάθε λίγο στο παγωμένο μου στόμα. Κρύο της Άνοιξης. Τελευταίες παγωμένες ανάσες του εχθρικού γέρου που απομακρύνεται με την πλάτη γυρισμένη. Μόνος του φεύγει. Ήρθε ακάλεστος και φεύγει μόνος. Αν τον προλάβει στο δρόμο κάποια απ’ τις βλαστήμιες μου θα με κάνει να νιώσω καλύτερα για ένα ολόκληρο λεπτό.

   Ξεμουδιάζω. Κινούμαι μέσα στο φωτοτυπικό μηχάνημα μιας συνηθισμένης στοάς. Εκεί τα θυμάμαι όλα. Εκεί τα βλέπω όλα μπροστά μου ξανά και ξανά. Επαναλαμβανόμενα φωτοαντίγραφα. Ίδια και απαράλλαχτα. Χιλιάδες δίδυμες στατικές εικόνες. Μια βροχή πλάνων, στιγμών, λυγμών.

   Όλοι έχουν χαθεί, έχουν εξαφανιστεί. Αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε αυτό. Σιώπησαν τα πεζοδρόμια. Έσβησαν τα καρό παντελόνια μέσα στους καθρέφτες. Έλειψαν οι φιγούρες κάτω απ’ τα κίτρινα φώτα της πλατείας. Οι δρόμοι παρέμειναν σκεπασμένοι με τις χάρτινες κατάρες των υποσχέσεων για σύντομη επανασύνδεση που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Κάποια σπίτια σηκώθηκαν στις μύτες των θεμελίων τους να τους δουν να απομακρύνονται μα πολύ γρήγορα λύγισαν απ’ το βάρος της εγκατάλειψης.

   Τότε ακριβώς ήταν που άκουγα τις ανάσες των δαχτύλων τους καθώς χάιδευαν το κορμί της άσχημης πόλης μεταμορφώνοντάς την στο πιο θελκτικό κορίτσι που περπάτησε πάνω στη γη. Απορροφούσα τα βραχνά εσώψυχα που τόσο ανενδοίαστα εξωτερίκευαν, γαργαλώντας τα παρθένα μου αυτιά, κάνοντας την καρδιά μου να σκιρτάει σε κάθε συλλαβή. Μύριζα το δέρμα των κοριτσιών που έψαχνα όλα τα περίεργα βράδια των ποτισμένων διαδρομών πλάι στις περασμένες ώρες. Ζήλευα τον χορό που σκορπούσε ολόγυρα την αρωματισμένη τους ανάσα. «Θα πεθάνεις απ’ το αλκοόλ ή απ’ τα ναρκωτικά ή απ’ το πολύ ροκ εν ρολ…ή κι απ’ τρία μαζί», μου έλεγαν και δεν συνέβη τίποτα απ’ αυτά ή τουλάχιστον δεν είναι εδώ για να δουν.

   Η Άνοιξη μαράθηκε πριν καν ανθίσει. Ανήκω σε μια γενιά που της απομένει μόνο να πτωχεύσει. Τα πιο όμορφα κείμενα δεν έχουν γραφτεί ακόμη από εμάς κι ούτε θα γραφτούν ποτέ γιατί τα πιο όμορφα κείμενα είναι οι ανάσες που δεν τολμήσαμε να ξεστομίσουμε. Πάψαμε να ερωτευόμαστε και οι ψυχές μας κατάντησαν στέρφα χωράφια. Τα κορμιά μας είναι μολυσματικές χωματερές. Σταματήσαμε να χορεύουμε και τα παλιά μας στέκια μεταμορφώθηκαν σε υπόγεια γκαράζ. Δηλητηριαζόμαστε καθημερινά με άγιο αλκοόλ. Όλοι έφυγαν. Όλοι οι καλοί εξαφανίστηκαν, δικαίως. Θα γινόταν αργά ή γρήγορα. Το περίμενα χωρίς αγωνία, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς προσπάθεια ν’ αλλάξω κάτι. Στον θρήνο δεν χωράνε λεπτομέρειες. Δεν έχουν θέση οι προκαταλήψεις. Είτε θρηνείς, είτε έχεις ήδη φύγει και βρίσκεσαι αγκαλιασμένος με τους άλλους, τους απομακρυσμένους. Όποιος κάθεται εδώ, μαζί μας, τον προσπερνάει ο χρόνος. Τον χωνεύει η άθλια μιζέρια των κατακερματισμένων, των παραδομένων ψυχών. Όποιος χόρτασε την πλάνη των επιτήδειων μένει για πάντα εδώ. Ως ηττημένος. Ως καταρρακωμένος. Ως πότε; Μέχρι να δραπετεύσει η τελευταία πνοή απ’ τα μισάνοιχτα χείλη του.

   Κάθομαι ήρεμος πίσω απ’ τη βιτρίνα ενός κεντρικού καφέ και κοιτάζω τα αλητάκια στο δρόμο. Περπατάνε αργά με κινήσεις μετρημένες. Φτύνουν ταιριάζοντας τα καπέλα τους πάνω απ’ τα ακατάστατα μαλλιά τους. Χαϊδεύουν τις φαβορίτες τους πειράζοντας κάτι όμορφα κορίτσια που ‘χουν στήσει πηγαδάκι έξω από τα γύρω μαγαζιά. Παρατηρώ τη νεανική ορμή τους. Την ασυγκράτητη λαχτάρα τους. Θα φύγουν κι αυτά. Κάποια στιγμή θα φύγουν. Αργά ή γρήγορα.


νίκος μπελάνε – απρίλιος 2011   

κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου