leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

και του χρόνου

Επιστρέφω πάντα στην αρχή του λόγου που μ' έφερε κάποτε εδώ. Αγκαλιάζω εκείνες τις ώρες με μάτια αχαλίνωτης συμπόνιας, σχεδόν συγκινητικής. Τις σκεπάζω με τις δάφνες της φράντζας των γυμνασιακών σκασιαρχείων. Του πρώτου ριγέ σκιρτήματος στην αυλή του σπιτιού των προγόνων μου. Επιστρέφω στην αρχή του λόγου για να καταφέρω να δω ίσια μπροστά στο μέλλον που έχω ζήσει και που εκείνη την ώρα δεν υποψιαζόμουν καν. Πολλές φορές, αυτή η επιστροφή, έχει ημερολογιακή χάρη. Άλλες πάλι, όχι. Ποιος νοιάζεται άραγε; Πάντως, μου συμβαίνει ως ένα αναπόφευκτο γεγονός. Ως ένα υποχρεωτικό ταξίδι που κάποιος άλλος φρόντισε να μου κλείσει τα εισιτήρια και τη θέση στο τρένο της επιστροφής. Μπορεί να το κουβαλούν μέσα τους οι μέρες. Οι τελευταίες μέρες του χρόνου. Του κάθε χρόνου που τελειώνει.Μπορεί απλά να είναι μία ανασκόπηση στα έσω κιτάπια των λεγομένων ή των πεπραγμένων. Συνήθως δεν δίνω σημασία στο που ακριβώς επιστρέφω αλλά στο γεγονός ότι επιστρέφω. Αυτό είναι που προσθέτει την τελευταία πινελιά μέλλοντος στο παρελθόν που δεν ξέχασα. Ούτε έχασα.

Σπάνια στέκομαι σε συγκεκριμένα συμβάντα. Πρόσεξε, δεν ξεχνώ κανένα απ' αυτά. Όμως δεν χρειάζεται να τα αναφέρω με το όνομα και την ημερομηνία τους. Με τον πόνο που προκάλεσαν ή την υπέρτατη χαρά που δώρισαν. Υπάρχουν μέσα μου κι όταν υπάρχει κάτι μέσα σου είναι περιττό να το αναφέρεις στον εαυτό σου. Το 'χεις χωνέψει κι αυτό για μένα αρκεί. Κάποιοι μάλιστα με κατηγορούν ότι ξεχνώ. Ότι έχω μάθει να ξεχνώ. Ότι έχω εξασκηθεί πάνω στην τεχνική της θελημένης αμνησίας. Σε κάποιες περιπτώσεις έχουν δίκιο. Όμως στις πτώσεις και τις απογειώσεις έχουν άδικο. Δεν τους κατηγορώ. Έχω μερίδιο ευθύνης και αρκετά μεγάλο μάλιστα. Όμως κι αυτό λίγη σημασία έχει.

Δεν έχω καμία διάθεση να σου αποδείξω ότι αυτή τη στιγμή αναπολώ ή προσπαθώ να σημειώσω τα συν και τα πλην των προηγούμενων 365 ημερών της ζωής μου. Θα ήταν εξάλλου μεγάλο μπλέξιμο για μένα. Τα έχω ωραία στο κεφάλι μου όμως δεν μπορώ να σου τα μεταφέρω. Η σημασία αυτού του κειμένου είναι η ανάγκη μου να τονίσω την ανάγκη της επιστροφής στην αρχή του λόγου που με έφερε κάποτε (σήμερα) εδώ. Κι από εκεί να χαιρετήσω τον παρείσακτο εαυτό μου. Από εκεί να τον γλιτώσω από τον τυχοδιωκτισμό των κειμένων του. Από εκεί να τον λυτρώσω από το παρελθόν που ακόμη δεν θυμάται. Από εκεί να σηκώσω σε στυλ πρόποσης το ποτήρι και να πιω στην έναρξη και το φινάλε. Να πιω στην καταστροφή του παλιού και στη γέννηση του νέου κόσμου. Να πιω στην καταστροφή του Χρόνου.  





Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Aime' Degare' [παρουσίαση στον Ιανό]




[ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ]



Το πράγμα είναι απλό. Ξαφνικά, έκλεισα τα μάτια. Τα σφάλισα με τη λαχτάρα ενός παιδιού που το παροτρύνεις να κάνει μία και μοναδική ευχή. Μία ευχή που θα το οδηγήσει απευθείας στο λαμπρό του μέλλον. Στο μέλλον που είναι για όλους άγραφο και μόνο τούτο το παιδί γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτό. Έκλεισα τα μάτια κλειδώνοντας τα βλέφαρα και τα πίεσα με τόση δύναμη ώσπου άρχισα να βλέπω ανακλάσεις σχημάτων γεωμετρικής τελειότητας μέσα από το καλειδοσκόπιο της άπειρης φαντασίας. Όρθωσα το κορμί μου και βούλιαξα τα γυμνά μου πέλματα στους βρεγμένους κόκκους της άμμου. Έμεινα εκεί, στητός κι αγέρωχος μέσα στην παιδικότητα της στάσης μου, αναλογιζόμενος την ευχή της κατάρας που θα με στοίχειωνε όλα τα υπόλοιπα χρόνια ως το τέλος της παιδικής αθωότητας και την αρχή του ενήλικου εφιάλτη.





Με τα μάτια κλειστά βλέπω τα πάντα καθαρότερα. Τα βλέπω αληθινά. Είναι κι εκείνοι οι 9 μήνες που δεν ξέχασα ποτέ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Εκείνοι οι ατελείωτοι 9 μήνες που καθόρισαν αυτό που τελικά έγινα. Ένα υπέρλαμπρο θαύμα. Ένα τέλειο δημιούργημα. Ένα αριστούργημα! Έγινα ό,τι κρυφά ζηλεύεις σκεπασμένος με το σεντόνι ως επάνω τις άγριες μοναχικές σου νύχτες. Με βλέπεις να βαδίζω διασχίζοντας την παραλία και τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης θαυμάζοντας την τέλεια όψη μου, την εθιστική φιγούρα μου. Εξυμνείς τη μαγική μήτρα που με σμίλεψε. Κόβεται η ανάσα σου από την απόλυτη επικράτηση της ηδονής μέσα στο παραδομένο μυαλό σου. Εγώ είμαι ο αιώνιος σύντροφος που ονειρεύεσαι σε κάθε σου ζωή. Εγώ είμαι ο εξαγνιστικός μύθος της ψυχής σου. Το ακριβό πετράδι που θέλεις να φυλάξεις στην πιο απομονωμένη θυρίδα της καρδιάς σου. Κι ας μην θέλεις να παραδεχτείς τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι ας θέλεις να με πετροβολήσεις σε κάθε ευκαιρία. Κι ας κλείνεις αηδιασμένος τα μάτια κάθε φορά που με αντικρίζεις. Κι ας με δείχνεις ξεδιάντροπα με το δάχτυλο χλευάζοντας δυνατά ώστε να σε ακούσουν όλοι, ακόμη και οι πιο απομακρυσμένοι, ακόμη και οι νεκροί.





Ό,τι με ακολουθεί είναι αλήθεια ή τουλάχιστον έτσι θέλουν να νομίζουν οι πολλοί. Ό,τι με στιγματίζει βαθιά είναι χαράδρα. Μία κοιλάδα διάπλατα ανοιγμένων σωμάτων. Ό,τι περνιέται για Παρόν καταστρέφεται πριν γίνει Μέλλον κι ό,τι αγγίζω γίνεται αυτόματα κι αμετάκλητα Παρελθόν.

Είμαι ο γιος της απέραντης θλίψης. Ανάμεσα και μέσα μου κυριαρχεί μια κόκκινη ματωμένη έρημος. Ένα άνυδρο τοπίο πληγών που καίνε. Που αγωνίζονται μάταια να δροσιστούν από την πάχνη του πρωινού και τις καλοταϊσμένες σταγόνες της μεσημεριανής καταιγίδας. Το κεφάλι μου είναι ένα δοχείο με στάχτη που κάποιος την αναδεύει σαδιστικά κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Η αμηχανία δεν λείπει ποτέ. Είναι παρούσα ακόμη και κάτω από τα πέπλα της μαγείας. Κάτω από τα βλέφαρα της έφηβης σκόνης που δεν αφήνει έναν σαν κι εμένα να ανδρωθεί ποτέ. Μόνο γεμίζει με περιττό αίμα τους βουβώνες, σπέρνοντας ψεύτικα λουλούδια στον κόρφο μου και κάνει την κάθε μέρα που ακολουθεί να μην υπάρχει.





Μ’ ασημένιους κύκλους βάφω το λειψό μου κορμί. Πάνω σε εκστατικά πεντάγραμμα τεντωμένων χορδών. Μέσα σε αράδες στοιχειωμένων παραμυθιών. Χωμένος σε εικονογραφημένες μαξιλαροθήκες παλαιών συγγενών. Με ανάσες παιδικών φτερών στους ώμους βηματίζω στις κρεμαστές γέφυρες του τρύγου. Με δέρμα διάφανο όσο ένα λεπτό ριζόχαρτο, μεθώ ευτυχισμένος απ’ τον έρωτα των ιδρωμένων σωμάτων. Έναν έρωτα που δεν ένιωσα ποτέ. Έναν έρωτα που υποψιάζομαι ότι η μαγική του μυρωδιά κεντάει την ευτυχία στην καρδιά ακόμη κι ενός παραμορφωμένου τέρατος.



            

Μου αρέσει να ξυπνώ το χάραμα και με παγωμένο νερό να διώχνω μακριά μου τους πρόσκαιρους εφιάλτες. Ετοιμάζομαι σχολαστικά βάζοντας ζεστά ρούχα από καλοραμμένα ακριβά υφάσματα. Με το πρώτο λάλημα του πετεινού βρίσκομαι έξω, στο πλακόστρωτο του δρόμου της Μαύρης Τουλίπας. Μένω σε μια πνιγμένη, από μικρά σπίτια, γειτονιά. Κολλημένα άθλια το ένα δίπλα στο άλλο. Ο λόγος που συνήθως βγαίνω τόσο νωρίς το πρωί είναι για να μην απαντήσω κανέναν. Λαχταρώ να κλέψω μια ντροπαλή καλημέρα απ’ τον ήλιο που ανατέλλει . Μήπως μου χαρίσει έστω και μια πυρωμένη ανάσα διαλύοντας έτσι την υγρασία που μου τσακίζει τα κόκαλα. Λίγο πριν ξεμυτίσω, η ματιά μου δραπετεύει σκονισμένη από την ανοικτή κουρτίνα. Πλέει ατρόμητη πάνω από τη βαριά επίπλωση και χαϊδεύει με λαχτάρα το γυαλισμένο πιάνο που γεννά μελωδίες – δώρο για ολόκληρη τη γειτονιά κάτω από τα επιδέξια δάχτυλά μου. Σταματά πάνω στο αιώνιο παραμύθι. Στην ακριβή κληρονομιά μου. Στέκει επίμονα δίπλα στην τρελή νεράιδα. Στο πλάι της σοφής κυρίας που κάποτε άκουγε στο όνομα Ροζαλία. Και τη βλέπει λάμποντας όπως το τελευταίο της νύχτας αστέρι. Την κοιτάζει ώσπου να πάψω να βλέπω. Ώσπου να τυφλωθώ. Μέχρι να ξαναβρεθώ με την αγαπημένη μου Μαρί, λίγο πιο έξω από τη Νίκαια. Γεννημένος ξανά. Από την αρχή. Από μια ανθρώπινα αποδεκτή αρχή. Να χορεύω, να περπατώ και να ερωτεύομαι χωρίς όρια, χωρίς βλέμματα καρφωμένα, χωρίς προσβλητικά στολίδια βρώμικων ψυχών, χωρίς κρυφές ανάγκες και δαιδαλώδη αδιέξοδα.





Βρίσκομαι κάπου εδώ γύρω. Ίσως κάτω απ’ το χώμα που μόλις πάτησες ή πίσω απ’ τον ήλιο που πριν λίγο σε τύφλωσε. Σ’ αγκαλιάζω με το στερημένο μου κορμί. Σε τυλίγω με μια αγκαλιά που αγαπά από ένστικτο. Λατρεύει όπως της έμαθαν πολύ παλιά, τόσο, που κοντεύει να ξεχάσει πως είναι. Η κατάρα κυριαρχεί της μνήμης. Ξανά και ξανά. Η φωνή μου παύει ν’ ακούγεται. Σκύψε για λίγο πάνω μου. Μόνο για λίγο.     





Λίγο πριν απ’ το τέλος που διακαώς επιθυμείς, οι ψίθυροι μετατρέπονται σε κραυγές που πονάνε. Πνιγμένα σχόλια ανόητης μισανθρωπίας ταράζουν την ήσυχη ατμόσφαιρα κάθε που το τέρας της κωμόπολης κόβει ελεύθερο τις βόλτες του. Ανόητες αντιδράσεις πετσοκόβουν άγαρμπα την αραχνοΰφαντη αισθητική ενός λαμπρού μυαλού. Εκκωφαντικά πρωτοσέλιδα απορρίπτουν το διαφορετικό. Κίτρινες στήλες ειδήσεων καταγγέλλουν μια σπάνια ομορφιά που μόνο η μάνα μπορούσε να διακρίνει στον «αγαπημένο» της γιο. Η μουσική πληγώνει, το παραμύθι δακρύζει, η ανάσα λιγοστεύει ώσπου κυριαρχεί η γαλήνη και το άπειρο φως κάτω ακριβώς από την ανθισμένη Άνοιξη των τραυματισμένων μελών που χορεύουν πλέον ανενόχλητα. Ανέγγιχτα από χρόνους, σημάδια και χείλη συκοφαντίας. Το πέρασμα του μοναχικού και δυστυχισμένου πρίγκιπα με το μεγάλο μυστικό από τον σκληρό κόσμο μας, μας προτρέπει να αφουγκραζόμαστε, να αποδεχόμαστε και να αγαπάμε όσα η ψυχή και η φύση προσφέρει κάτω από τα βρεγμένα με την πρωινή δροσιά κλαδιά και πάνω στο αιθέριο νοτούρνο που ψιθυρίζει το σκαμμένο χώμα. Η γη που δέχεται τον καθένα ως πλάσμα της με την αγάπη που του πρέπει. Το λιγοστό χιόνι που καλεί κάθε πρωί τον μοναδικό αγαπημένο. Τον Aime.



Νίκος Μπελάνε – 131212 - Θεσσαλονίκη   


[το βιβλίο Aime' Degare' της Ειρήνης Βακαλοπούλου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ο κήπος με τις λέξεις] 


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

μια στοίβα στο κομοδίνο

Είναι, σήμερα ακριβώς, σαν όλες εκείνες τις ασήκωτες ημέρες που δεν μπορείς να ανοίξεις τα μελαγχολικά μάτια σου και να δεις καθαρά αυτό που βλέπουν όλοι οι άλλοι. Διαλέγεις κάποιο προσωπικό τέμπο καθαρίζοντας τον σκουριασμένο λαιμό σου κι αρχίζεις να επιδίδεσαι σε διάφορες εκτελέσεις σχιζοφρενικών τραγουδιών, στυλ μπαλάντας - δολοφονικής εννίοτε. Αναμασάς τις ίδιες πάντα αποστολικές μελωδίες που σε κρατούν αλυσοδεμένο στο ζεστό κρεβάτι με τα παγωμένα σύνορα και τις αχανείς στέπες που απλώνονται πέρα μακριά από τα σκεπασμένα πόδια σου. Ρίχνεις κάτι κλεφτές και πονηρές ματιές στη στοίβα των βιβλίων με τις τσακισμένες σελίδες που έχεις μόνιμα στο κομοδίνο, κάτω ακριβώς από τη λάμπα με το σκισμένο καπέλο. Δεν τολμάς να απλώσεις το χέρι κι ούτε καν σκέφτεσαι να καταστρέψεις τις απαλές νιφάδες που σε χωρίζουν με όλο αυτό το δημιούργημα. Είναι το δικό σου δημιούργημα που χάρισες σ' έναν κόσμο ο οποίος αδυνατεί ακόμη και τώρα να δεχθεί. Όμως που και που κοιτάζει περίεργα πίσω απ' τα γαλλικά παραθυρόφυλλα που επίτηδες άφησες ανοικτά, κάποιο πολύτιμο βράδυ. 

Είναι, χθες περίπου, σαν όλες τις περασμένες, όλες τις προηγούμενες, όλα τα νυχτόβραδα που προηγήθηκαν, όλες τις νύχτες που αναλώθηκαν ώστε να γίνεις αυτό που πραγματικά έγινες και δεν έγινες αυτό που πραγματικά σιχαινόσουν. Τότε, μέχρι χθες, άπλωνες τη χάρη ενός μεταξένιου κορμιού στολίζοντας το με τ' άστρα του παρθένου χιονιού, αλείφοντας το με τα αγέννητα τέκνα της πιο κρυφής σου επιθυμίας. Μέσα σου δούλευες ξανά και ξανά τις ίδιες σκηνές της ποθητής πρεμιέρας προσπαθώντας να κοιτάζεις όσο δυνατόν λιγότερο στο κείμενο που έτσι κι αλλιώς γράφτηκε από σένα τον ίδιον. Λάτρευες μέχρι λιποθυμίας τα σκηνικά που αναφερόταν σε κάποιο φουτουριστικό έργο. Τα σκηνικά που δανείστηκες από το μέλλον της μεθεπόμενης ζωής κάποιου που σου μοιάζει ή που θα σου μοιάζει στα σίγουρα αλλά δεν θα είσαι εσύ ολότελα και ακριβώς. Χθες, περίπου λίγο πριν, τα μεσάνυχτα ήταν που αποκοιμήθηκες αγκαλιά με το ιερό κομποσχοίνι που γκρέμισε όσα έχτισες ή τ' άφησε αραχνιασμένα μέχρι την επόμενη, σαν σήμερα, ημέρα ώστε να μην μπορείς και να μην έχεις την παραμικρή διάθεση ή δύναμη έστω και να τα αγγίξεις (μόνο) για λίγο. Κατεδάφισε όλες αυτές τις στοίβες των βιβλίων με τα σκληρά εξώφυλλα και με τα ακόμη πιο σκληρά εσώφυλλα αφήνοντας μισάνοιχτα τα γαλλικά παραθυρόφυλλα για να μπορεί ο κάθε αχρείος να ρίχνει τις κλεφτές του ματιές χωρίς την παραμικρή σταγόνα Αγάπης στην άκρη του βέβηλου ματιού του. 

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

μετα-

μετατρέπομαι
[καταπέλτης ονείρων]
μεταμφιέζομαι
[βουλιμικό σκουλίκι]
μεταλλάσσομαι
[προϊστάμενος ιός]
μεταμορφώνομαι
[πηγή ανάρμοστων αισθήσεων πάθους|εθισμού|αόριστου μέλλοντα]

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

λεπτές κινήσεις αντιβαρύτητας

Σηκώνομαι απ' το κρεβάτι ενώ δεν έχω ξυπνήσει

Φορώ τη ρόμπα

Η τουαλέτα με υποδέχεται κρύα

Ξερνώ τη χθεσινή πίτσα

Κατουρώ τις χθεσινές μπύρες

Βουρτσίζω σχολαστικά τα δόντια μου

***

Ξυπνώ

Η κουζίνα με υποδέχεται κρύα

Ανοίγω το ψυγείο

Το φως του παραμένει σβηστό

Κλείνω το ψυγείο και το ξανανοίγω

Το φως ανάβει κανονικά

Ξεχνώ γιατί άνοιξα το ψυγείο

Ετοιμάζω καφέ

Ζεστό

***

Διασχίζω τον μισό διάδρομο

Το καθιστικό με υποδέχεται κρύο

Κάθομαι στον κόκκινο καναπέ

Βουλιάζω ρουφώντας μια καυτή τζούρα ελληνικού

Πίνω νερό από ένα μπουκάλι που βρίσκω στο πάτωμα

Το νερό με υποδέχεται κρύο

***

Κοιτάζω το ρολόι

09:45

Ξανακοιτάζω το ρολόι

09:45

Κοιτάζω τρίτη φορά το ρολόι

09:46

Ηρεμώ

***

Στρίβω ένα περιποιημένο τσιγάρο

Χτυπώ το φίλτρο στον αναπτήρα

Ανάβω το τσιγάρο και καταφέρνω να μην πνιγώ

Τραβώ δεύτερη τζούρα

Πνίγομαι

Βήχοντας βγαίνω στο μπαλκόνι

Το μπαλκόνι με υποδέχεται κρύο

Κάποιο περιστέρι πετάει μακριά

Μπαίνω μέσα κλείνοντας πίσω μου την μπαλκονόπορτα

***

Τελειώνω τον καφέ

Τελειώνω το τσιγάρο

Παρατάω την κούπα πάνω στο τραπέζι

Σβήνω το τσιγάρο στο τασάκι

Πίνω νερό απ' το ίδιο μπουκάλι που πριν βρήκα στο πάτωμα

Αφουγκράζομαι

Το σπίτι δεν έχει να μου πει τίποτα

Το σπίτι είναι άδειο

Η αγάπη λείπει στη Δύση για δουλειές

***

Διασχίζω όλον τον διάδρομο

Σέρνω τις γέρικες παντόφλες μου

Φτάνω στο υπνοδωμάτιο

Βγάζω τη ρόμπα

Ξαπλώνω

Το κρεβάτι με υποδέχεται κρύο.



Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

λερωμένα δάχτυλα

με ποια αρχή θα αρχίσεις;

Πρώτα σκέφτηκες τις λέξεις;
Τις λέξεις;

ΑΚΟΥΣΤΕ!

Πρώτα απ' όλα σκέφτηκε τις λέξεις.

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ!

δεν έμαθα λέξεις στην αρχή
πρώτα έμαθα να χορεύω
σε μια λίμνη υγρής πλαναισθησίας

το σώμα μου εκτινάχθηκε
βρέθηκα ανάποδα
πήρα βαθιά ανάσα
έκλαψα χορεύοντας
γλίστρησα σε χέρια 
σε χλιαρές αγκαλιές
αμέσως μετά, κοιμήθηκα.

Στο πρώτο όνειρο κολύμπησα
γύρισα πίσω στη μακάρια φύση
και ράντισα με εφιάλτες
τα οξέα του στομάχου.

Πρώτα σκέφτηκα τα λερωμένα δάχτυλα!

Ξύπνησα με μάτια κίτρινα
με στόμα σαλιωμένο 
τα σπλάχνα μου ούρλιαζαν 
ακατανόητους θορύβους

Οι λέξεις της δεύτερης ζωής
ήρθαν αργά το απόγευμα 
Αγάπη μου!
το μαλλί μου φούντωνε ατίθασο
συνέχισα να πεινάω

η πρώτη ζωή πρόβαλε φασκιωμένη
σε καρέ κόκκινης λαδομπογιάς

η εποχή που ακόμη έβαφα τα χέρια
με κάρβουνο και μελάνη
γράφοντας συνθήματα σε τοίχους
γνωρίζοντας πως δεν θα τα διαβάσει Κανείς. 



Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

μπάρα (το πράγμα είναι απλό)

Το πράγμα είναι απλό. Κάθεσαι αναπαυτικά, βολεμένα, στρογγυλά στο ψηλό σκαμπό της φιλόξενης μπάρας την οποία έχεις επιλέξει μία συγκεκριμένη νύχτα (να σε μεθύσει, να σου δώσει βήμα, να σε θυσιάσει στο βωμό της).

Γύρω σου και μέσα σου και παντού όλα χορεύουν τον μυστηριακό χορό της αιθυλικής αλκοόλης. Δεν δίνεις σημασία σε τίποτα παραμόνο στον ποτισμένο μικρόκοσμο που περιβάλει τον επίσης ποτισμένο εσώκοσμο.

Έχεις, από καιρό, πάψει να προσποιείσαι. Ξαναλέω, το πράγμα είναι απλό.

Στο πέμπτο ποτό σε πιάνει μια γενική λιγούρα. Καταπίνεις κυμματιστά πατατάκια λες και δεν υπάρχει αύριο. Τέλος, φτύνεις το μπωλ στο ξύλινο πάτωμα ενώ θυμάσαι την διαδεδομένη ρήση κάποιου μπαροφιλόσοφου ότι στα μπαρ πάμε για να πιούμε και ουχί για να φάμε. 

Μια ελαφριά τάση λιποθυμίας ακολουθεί το μαυροσκότεινο μπιτ που ξερνούν τα ηχεία. Εστιάζεις στο μοναδικό αντικείμενο που δεν κινείται στον χώρο, σε μια λάμπα ας πούμε. Δευτερόλεπτα μετά η λάμπα αρχίζει να σαλεύει προς το μέρος σου ξεφυσώντας κόκκινους καπνούς και πύρινες νεφώσεις. 

Η φράση «το πράγμα είναι απλό» σε λάιτ μοτίβ.

Δεν κινείσαι ούτε χιλιοστό ενώ σχεδόν αδιάφορα παραγγέλνεις το έκτο ποτό. Το πίνεις χωρίς ανάσα ρίχνοντας κλεφτές ματιές στη λάμπα που ήδη έχει επιστρέψει στην αρχική της κατάσταση και συμπεριφορά. Απλά κρέμεται ακίνητη και φωτίζει, όπως δηλαδή πρέπει να κάνουν όλες οι μπαρόλαμπες μέσα στον τέλεια σχεδιασμένο ντουνιά.

Ο μπάρμαν σου βάζει το έβδομο ποτό που άλλοι ονομάζουν και εισιτήριο στην τρέλα. 

Κάθεσαι σταυροπόδι κι ακουμπάς την παλάμη στο πηγούνι πλήρως στοχαστικά. Σκέφτεσαι αν θα ήταν σωστό, μέσα σε τόσο κόσμο, να έπαιρνες λιγάκι έναν υπνάκο. Το έχεις κάνει στο παρελθόν κι έπιασε. Γιατί όχι και τώρα;

Η καύτρα σου καίει τα δάχτυλα. Ξυπνάς! Ο διπλανός σου σε ρωτάει τι έπαθες. «Σκέφτομαι», του απαντάς σοβαρά. «Εδώ δεν ήρθαμε για να σκεφτούμε», σου ανταπαντάει επίσης σοβαρά. Σκέφτεσαι αυτό που μόλις άκουσες. Συμπληρώνεις τη γνωστή, γνωστότερη όλων, ρήση:

"Στα μπαρ πάμε για να πιούμε. Δεν πάμε για να φάμε. Δεν πάμε για να σκεφτούμε."

Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο δεν το εξετάζουμε καν. Θα το δείξει η ιστορία των καταμετρημένων σωστόλαθων της Μεγάλης Μπαρικής [στον νέο εμπλουτισμένο τόμο]      

  

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

διαβάτες στην πόλη [το κείμενο της παρουσίασης στη δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης]



Περπάτησα σε μιαν άγνωστη πόλη. Πόλη βγαλμένη από τις λεπτομέρειες των διαμαντιών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δημιουργημένη να εξυπηρετήσει κάποιον σκοπό που μόνο η ίδια θεωρεί αυτονόητο. Μία πόλη τοποθετημένη κάπου στο ακαθόριστο μέλλον, κοντινό ή πολύ μακρινό, λίγη σημασία έχει.

Διέσχισα τους δρόμους μιας άγνωστης πόλης. Πόλης βγαλμένης από τις αυλακώσεις του βινυλίου και τις κραυγές των καταραμένων τροβαδούρων. Εξαρτημένης από το σκοτεινό παρελθόν της και από το απαστράπτον φουτουριστικό περιβάλλον της. Διέσχισα τους δρόμους μιας πόλης που είναι φτιαγμένη να κλέβει το γέλιο αφού πρώτα υποσχέθηκε ανοιχτές αγκαλιές στολισμένες με ανθισμένα χρυσάνθεμα.

Μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την πόλη, άοκνος διαβάτης, έζησα μήπως και απαντήσω το πεπρωμένο τεσσάρων ηρώων. Ηρώων με ενηλικίωση βίαια ποτισμένη από την απόδραση του παιδικού ενστίκτου και την μεταμόρφωσή του στο πιο άχαρο, κουρασμένο πρόσωπο, στον άδικο κόσμο ενός εγκλήματος που είτε το πράττεις είτε το βιώνεις ως θύμα.

Μου δόθηκε μια πόρτα, ως ευκαιρία. Ως μονοπάτι διαφυγής. Μια πόρτα μέσα σ’ ένα δολοφονικό μυαλό που γέννησαν οι όρκοι προσήλωσης και οι βαρύγδουπες, στο άκουσμα, υποσχέσεις. Οι κανόνες που ορίστηκαν για να μην ακολουθηθούν ποτέ ή έστω μέχρις ενός σημείου που θα μπορούσε να είναι και το χείλος ενός αβυσσαλέου γκρεμού. Μου την δώρισε ο ίδιος ο δολοφόνος. Ο φυσικός αυτουργός της φρικαλέας πράξης. Μιας πράξης που δεν ονειρεύτηκε ούτε για μια στιγμή να εκτελέσει. Έμεινε να χαμογελά μονάχα στην ιδέα ενός ταξιδιού αρωματισμένου με βότανα, σακιά μπαχαρικών και μυστηριακούς χορούς που όμως παρέμεινε ουτοπία μέχρι να στάξει η μελάνη και η ζυγαριά να γύρει αργά από το έγκλημα στην τιμωρία.

Και συνέχισα να διαβαίνω φτάνοντας ως την καρδιά της πόλης με τις χαρτογραφημένες αρτηρίες. Τις ηλεκτροφόρες φλέβες που πρήζονται και αναπνέουν από τους μεταλλικούς ήχους των τρένων και τις απόκρυφες σκέψεις των υπνωτισμένων επιβατών. Ο κάθε επιβάτης ακολουθεί την διαδρομή του, προκαθορισμένη χρόνια πριν, όταν αυτός επέλεξε την μονότονη και απερίσκεπτη πορεία του προς έναν θάνατο που πάντα θα αποτελεί την τελευταία στάση μιας άχαρης ζωής. Τους ακολούθησα όλους και τον καθένα ξεχωριστά. Ακολούθησα τούτες τις πορείες γνωρίζοντας πως η καθεμιά τους θα αποτελέσει και δική μου στάση. Πολλές στάσεις και όλες τελευταίες.

Απόκτησα συνήθειες, εμμονές. Έχασα τον δίκαιο ύπνο βυθισμένος κάπου ανάμεσα σε στίχους και γραμματοσειρές αιώνων άχρονων. Έμαθα να υπερτονίζω κλισέ που χαρίζουν την ψευδαίσθηση της ικανοποιητικής επιβίωσης αλλά και μια απέραντη θλίψη. Μια θλίψη που δεν παύει να θυμίζει τα ατελείωτα στεγνά χρόνια χωρίς ούτε ένα δάκρυ να μουσκεύει 
το μαξιλάρι στο διπλό αλλά άδειο κρεβάτι.

Έζησα μέρες καρμπόν με τις προηγούμενες. Ίδιες κι απαράλλαχτες σαν πολλαπλά είδωλα στους μαγικούς καθρέφτες του θλιμμένου Λούνα Παρκ της μεγάλης πλατείας. Όπου το κέντρο της ζωής είναι το σημείο Μηδέν της τεράστιας Ρόδας. Το κέντρο του ατσάλινου τροχού. Ένας φαύλος κύκλος απελπισμένης επανάληψης. Ξανά και ξανά λες και η νύχτα δεν εναλλάσσεται  ποτέ με τη μέρα ή το αντίστροφο.

Φυλακίστηκα, γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, μέσα σε διαμερίσματα πολύ μακριά από την πιο κοντινή Επαρχία. Με όλες αυτές τις κάθετες και οριζόντιες, τις αυστηρές γραμμές που απομονώνουν, αιχμαλωτίζουν τις ψυχές, τις συνειδήσεις, τις ροές των σκέψεων, τις ιδέες, μ’ ένα όφελος, μια ικανοποίηση: την κοινή, ευχάριστη θέα προς ένα Αστικό Σύμπαν, ίσως κάποιο πολύχρωμο σιντριβάνι ή μια πλατεία που δημιουργεί με την εικόνα της φτιασιδωμένα ραντεβού των ευχών κάθε Διαβάτη και κάθε παρατηρητή από τα απόλυτα ορθογώνια ανοίγματα προς την δήθεν Αποκάλυψη. Εκεί μέσα είδα όνειρα έπειτα από κοπιαστικές προσπάθειες να αγκαλιάσω τον βαθύ ύπνο. Είδα όνειρα που ποτέ δεν υπερπήδησαν στον κόσμο του ρεαλιστικού που υποτίθεται ότι βιώνουμε.

Με την έλλειψη κάθε νοήματος να σκεπάζει την Πόλη ως γιγάντια, στεγανή μεμβράνη, συνέχισα να ζω καταργώντας κάθε νόμο της Φυσικής. Εξακολούθησα να μετακινώ τα τεράστια κάτοπτρα ψάχνοντας τον Ήλιο μέσα στη νύχτα.

Οι ήρωες δεν σταματούν στιγμή να ζουν, να ανασαίνουν, να κοινωνούν με μικρές ζωογόνες γουλιές όσα η Πόλη ορίζει. Όσα η φιλία ζωγραφίζει. Όσα ο Έρωτας εξουσιάζει. Περιπλανώμενοι μέσα σε μπαρ και ροκ πεντάγραμμα. Μέσα σε όνειρα μεγαλύτερα απ’ όσο μπορούν να αντέξουν σε μία και μόνη ζωή. Μέσα σε μια παράξενη ζωή. Παράξενη παράξενη, όμως. Αγκιστρωμένοι από ανεξίτηλα σημάδια στο δέρμα μιας άγριας εφηβείας, οι διαπιστώσεις τους μυρίζουν αλλαγή μιας συνήθειας ή μιας σειράς σκέψεων που κάποτε, όχι πολύ παλιά, τους υποσχέθηκαν την γλυκιά ρουτίνα μέχρι τουλάχιστον να βρουν την άκρη που με λύσσα αποζητούν. Διαπιστώσεις που επιδρούν όπως μόνο η αδικία της ανώφελης πράξης μπορεί να επιδράσει σ’ έναν διαταραγμένο ψυχισμό. Σ’ έναν κόσμο μιας ψυχής ρημαγμένης και βίαια αποκολλημένης από τις σταθερές και την ομαλή συνέχεια, ως πορεία, μέσα σε κάποιο Αύριο που πιθανολογεί την επιθυμία και που πιθανόν να έχει αυτό ακριβώς το δίκιο που η λογική ορίζει.

                                                           ***

Κατάλαβα πως η περιπλάνηση θα συνεχιστεί. Θα ξεφύγει από τις ασφάλτινες ρωγμές των δρόμων και τις προσόψεις των τεράστιων κτιρίων. Θα αποδράσει από τα νυχτοπερπατημένα στενά που κυκλώνουν τις πλατείες και τον αλλόκοτο εαυτό της πόλης. Θα βουτήξει μέσα ακριβώς στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ως την τελευταία σελίδα. Θα ξεπεράσει το οπισθόφυλλο και θα κυλήσει στο πάτωμα, ακριβό απόσταγμα, πλημμυρίζοντας το ζεστό δωμάτιο ψάχνοντας τη Λύτρωση των τεσσάρων ηρώων. Τη Λύτρωση που μεταμφιεσμένη σε μια θελκτική γυναικεία φιγούρα βγαλμένη από κάποιο αστραφτερό βενετσιάνικο καρναβάλι στο βάθος του χρόνου θα ξεφεύγει συνεχώς απλώνοντας τη νέον αύρα της παντού.

Όμως η όμορφη αυτή γυναίκα πρέπει να βρεθεί κι αν πράγματι ανήκει μονάχα στη φαντασία πρέπει να μετατραπεί σε ύλη και να κατακτηθεί. Γιατί έμαθα πως στο τέλος όλοι και όλα λυτρώνονται. Με κάθε κόστος και με οποιονδήποτε ανθρώπινο ή απάνθρωπο τρόπο. Με πράξεις που φέρουν το όνομα της εξιλέωσης σε κάθε ύστατη στιγμή. Με αποφάσεις που χαλαρώνουν τα δεσμά μιας πορείας αναμειγμένης με τα υγρά όνειρα των ερωτευμένων. Με έργα που επιτρέπουν τη συνέχιση στο άπειρο. Με σπουδαγμένες κινήσεις απαλλαγής από το ψυχοφθόρο φορτίο. Με την εμφύσηση απαραίτητου οξυγόνου για να συνεχίσει τους ρυθμικούς χτύπους της κάθε γυάλινη κι εύθραυστη καρδιά.

Ήρθε η ώρα να κλείσω το βιβλίο. Να το αφήσω πάνω στο φθαρμένο ξύλο του φορτωμένου με ταξίδια τραπεζιού. Ήρθε η ώρα να αφήσω πίσω μου το Άστυ. Να παρατήσω μία ολόκληρη Πόλη στην τύχη της και να αναλογιστώ τις υπόλοιπες τύχες. Τις τύχες των νέων παιδιών που θέλησαν να ζήσουν, να ερωτευτούν και να αγκαλιάσουν την ευτυχία που δεν τους χάρισε κανένας. Να μπερδευτώ λαθραία μέσα στα ανοιχτά μέλη και στα ελεύθερα μυαλά αγγίζοντας τις ηλεκτροφόρες κεραίες τους με τον μουδιασμένο μου νου. Έφτασε εκείνη η μικρή και πολύτιμη στιγμή να σταθώ μπροστά σας και να σας πω με αυτά τα ελάχιστα λόγια πως έζησα κι εγώ εκεί μέσα. Τα είδα όλα με τα μάτια μου. Συνάντησα την αλήθεια και τον βούρκο του ψέματος. Μ’ ακούμπησαν οι κατάρες και οι λαχτάρες, οι φτερωτοί έρωτες και οι σκοτεινοί δαίμονες. Ταξίδεψα απ’ άκρη σ’ άκρη στο μεγαλείο ενός τόπου που, υποτίθεται, σου δίνεται απλόχερα να τον ζήσεις. Πέταξα πάνω από αυτόν τον τόπο που τελικά σου φράζει όλα τα ανοίγματα πρόσβασης σε οτιδήποτε ζωογόνο. Σε κάθε τι συνώνυμο της απόλυτης αρμονίας. Που, όμως, σου αφήνει μικρές χαραμάδες ελπίδας να βιώσεις την ζωή που ονειρεύτηκες πριν ακόμη γεννηθείς. Αυτήν την ζωή που γονιδιακά σου υποσχέθηκε η γυναίκα που έμαθες να αποκαλείς «Μάνα».

Δεν γνωρίζω αν βρέθηκε ή αν θα βρεθεί ποτέ αυτή η υπέροχη γυναίκα που ονόμασα Λύτρωση. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τους ήρωες των μυθιστορημάτων όταν τελειώνει η ανάγνωση. Όταν τερματίζει αυτό το αλισβερίσι. Φαντάζομαι ότι στην χειρότερη περίπτωση μένουν εγκλωβισμένοι στο τυπωμένο χαρτί του εκδοτικού οίκου ή στην καλύτερη όλων ζουν ανάμεσα στην δική τους πραγματικότητα και στο δικό μας ονειρικό υποσυνείδητο. Εκπνέουν, κατά πως θέλουν οι ίδιοι, ανάσες και στεναγμούς ερωτήσεων και αποριών για το τι θ’ απογίνουμε ΕΜΕΙΣ μετά το τέλος της κάθε ανάγνωσης. Με κάποιο ντελικάτο άλμα ξεπηδούν από τον χάρτινο κόσμο τους και μας συναντούν. Με έναν κυκλωτικό χορό μας εγκλωβίζουν για πάντα. Με ακατάληπτα λόγια μας μεθούν προσποιούμενοι πως δεν συμβαίνει τίποτα. Με μονάκριβες σταγόνες απεγνωσμένης αγωνίας μάς λούζουν μεγαλόπρεπα και μας επιτρέπουν να τους εμπιστευτούμε όπως δεν εμπιστευτήκαμε ούτε το ίδιο μας το αίμα.

Ναι! Αυτό ακριβώς κάνουν οι ήρωες των βιβλίων. Αυτό ακριβώς κάνουν οι ήρωες ΑΥΤΟΥ του βιβλίου. Κι αυτό ακριβώς είναι που μας συνεπαίρνει με το πέρας κάθε ανάγνωσης. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τους ακολουθούμε. Και, είναι αλήθεια, θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Για πάντα!            

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ας σοβαρευτούμε αγάπη μου

Οι γυμνοί σου αστράγαλοι. Αυτό έμεινε στο κουφάρι της μνήμης που κάποιοι θα ονόμαζαν κρεβάτι. Έφυγες και τους άφησες πίσω σου. Μου τους άφησες. Δύο μπαγιάτικοι αστράγαλοι. Πίσω. Εδώ. Σε μένα. Δεν θα σαπίσουν ποτέ έτσι όπως είναι βουτηγμένοι μέσα στη φορμόλη της λοξής μνήμης. Μα ούτε και θα περπατήσουν ξανά γιατί... καταλαβαίνεις γιατί. 
Δύο λευκοί αστράγαλοι με τα ξανθά ίσια μαλλιά τους να δραπετεύουν απ' το καλάθι με τα ξυνόμηλα. Να γίνονται σχοινί. Να συναντούν τα δερμάτινα σανδάλια με τις αλμυρές δαντέλες τους, του περασμένου πελάγους κεντήματα. Κολλημένες και βαμμένες απ' το ιώδιο του κοκαλωμένου αστερία. Του νεκρού αστεριού με τις διαμελισμένες κεραίες.

Χθες κυνήγησα τη σκόνη του χαμηλοτάβανου σπιτιού μου. Έδιωξα όλες τις άνεργες νότες που έσβησαν εκείνο το μεσημέρι. Κοίταξα τα καρέ της ξύλινης πόρτας πίσω από τα περιστρεφόμενα πτερύγια του ανεμιστήρα. Εναλλασσόμενα κομμάτια θολών ονείρων. Έψαξα για τις σάρκες σου και τις βρήκα κουλουριασμένες στο πλάι της ψάθας να λούζονται κρυφά με άργιλο.
Τώρα με κοιτάζουν με μάτια βουρκωμένα ενώ παρακαλούν για την παύση της ομηρίας τους. Μα δεν φταίω για ό,τι τους συμβαίνει. Ίσως θα φταίξω για ό,τι τους συμβεί. Μέχρι τότε είμαι αθώος τεμαχισμένη μου φύση. Μου άφησες δύο αστράγαλους. Αλαβάστρινα πορτρέτα βασανισμένων παρθένων. Στερημένων βημάτων. Το ξέχασες αγάπη μου;  

  
 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

βουητό [περιοδικό ΛΥΚΟΣ #10]



Του ήταν αδύνατο να αντέξει άλλο. Όλο αυτό το υπόγειο ψιθύρισμα που αναδυόταν από τα πηγαδάκια των παρευρισκομένων γύρω του τον έκανε να νιώθει αφόρητα. Τον κούραζε. Έκανε να σηκωθεί λίγο, να ξεπιαστεί. Έτριψε τον σβέρκο του με την δεξιά παλάμη και με ήρεμες κινήσεις περιέστρεψε το κεφάλι του ακούγοντας τα διαδοχικά κρακ στη βάση του. Πλησίασε τη βιτρίνα του μπουφέ στο ευρύχωρο σαλόνι και σκύβοντας ελαφρά αντίκρισε το σκιώδες είδωλό του. Τα λιγοστά λευκά μαλλιά του έστεκαν κοκαλωμένα στεφανώνοντας το γερασμένο κρανίο του. Έβγαλε τη μικρή χτένα από την τσέπη του γιλέκου και έστρωσε ευλαβικά το λεπτό μουστακάκι που αντιστεκόταν σθεναρά στον χρόνο και μη θέλοντας να γεράσει ήταν ακόμη μαύρο σαν κάρβουνο. Έψαξε για την ταμπακιέρα του. Έλεγξε την εσωτερική τσέπη του σακακιού, τις δύο εξωτερικές και την πίσω τσέπη του παντελονιού η οποία δεν έλεγε με τίποτα να ξεκουμπώσει. Μάταια! Σάρωσε με την ματιά του τον χώρο του σαλονιού κι εντόπισε τη γυναίκα του. Την ρώτησε από μακριά μήπως πήρε το μάτι της την ταμπακιέρα αλλά αυτή, τόσο απορροφημένη που ήταν με τις κουβέντες της ομήγυρης, δεν του έδωσε καμία σημασία. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Φτάνοντας, άγγιξε την λουστραρισμένη επιφάνεια από ξύλο καρυδιάς και θαύμασε ακόμη μια φορά την τέχνη του πατέρα του να τιθασεύει το ξύλο και να δημιουργεί θαύματα. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι και η ταμπακιέρα βρισκόταν εκεί, γυαλισμένη και με τα αρχικά του να στολίζουν την ακριβή πρόσοψή της. Γ.Β. Την άνοιξε κι έβγαλε ένα άφιλτρο. Πήρε τον βαρύ επιτραπέζιο αναπτήρα που έστεκε αγέρωχος δίπλα στον χαρτοκόπτη και το άναψε τραβώντας δυο δυνατές διαδοχικές ρουφηξιές. Ο καπνός τον ζάλισε τόσο ώστε έπαψε για λίγο να ακούει το διαρκές βουητό από τους καλεσμένους. Αναρωτήθηκε πότε είχε κάνει το τελευταίο του τσιγάρο. Η ζάλη τον διέταξε να καθίσει στη στιβαρή καρέκλα του γραφείου αλλά κι εκεί δεν άντεξε πολύ. Σηκώθηκε πάλι και διασχίζοντας το σαλόνι χαμογέλασε με μια συγκρατημένη χαρά σε όλους όσοι κάθονταν φορώντας ό,τι πιο επίσημο διέθετε η γκαρνταρόμπα τους. 

    Περπάτησε σε όλο το σπίτι καπνίζοντας κι απολαμβάνοντας την μεγάλη προσέλευση του κόσμου που είχε κατακλύσει ως και τις πιο απόμερες γωνίες του παλιού αρχοντικού. Άνθρωποι έστεκαν όρθιοι και στις δύο μεγάλες βεράντες αδυνατώντας να βρουν κάποιο ελεύθερο κάθισμα στο εσωτερικό του φροντισμένου κτιρίου. Η οικοδέσποινα μερίμνησε για όλα. Κεράσματα, λικέρ, ακριβό κονιάκ αλλά δεν κατάφερε να υπολογίσει σωστά τα καθίσματα που θα απαιτούσε μια τέτοια επίσημη στιγμή. Συνέχισε τη μικρή του βόλτα ανεβαίνοντας την ξύλινη εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Τα σκαλοπάτια, ο διάδρομος και τα έξι δωμάτια ήταν γεμάτα με παιδιά που έτρεχαν εδώ κι εκεί αλώνοντας και διαταράζοντας την ήρεμη και ενήλικη ζωή του ισογείου. Δεν είχε την παραμικρή διάθεση να τα μαλώσει νουθετώντας τα ώστε να κάνουν λιγότερη φασαρία. Τα παιδιά πρέπει να ζουν και να συμπεριφέρονται σαν παιδιά. Αυτή ήταν πάντα η άποψή του και μ’ αυτήν ακριβώς την αντίληψη μεγάλωσε και τα δικά του παιδιά. Μπήκε στο δωμάτιο που τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια μοιραζόταν με τη γυναίκα του μυρίζοντας την αγαπημένη του σύντροφο στην ατμόσφαιρα. Χωρίς να το σκεφτεί χάιδεψε τη φωτογραφία στο κομοδίνο της. Την ασπρόμαυρη φωτογραφία από την ημέρα του γάμου τους πλαισιωμένη από την ασημένια κορνίζα, κειμήλιο της γιαγιάς του. Τα παιδιά γύρω του σώπασαν δείχνοντας σεβασμό χωρίς να τους το υποδείξει κανείς. Ένα πολύ μικρό, ίσα που άρχισε να περπατάει, τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και του έσκασε ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Πέρασε ανάμεσά τους και ξανακατέβηκε την σκάλα παρατηρώντας ότι σταμάτησε να τρίζει. Έβγαλε μεγαλόπρεπα την ταμπακιέρα κι άναψε ακόμη ένα άφιλτρο. Πλησιάζοντας τον κόσμο το βουητό επανήλθε στ’ αυτιά του χαρίζοντάς του έναν ελαφρύ πονοκέφαλο. Έσκυψε πάνω από μια παρέα προσπαθώντας να καταλάβει για τι ακριβώς μιλάνε αλλά όλοι μιλούσαν τόσο σιγανά που δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει ούτε μία κουβέντα τους. Μία κοπέλα μάλιστα, ή έτσι του φάνηκε, έκλαιγε γοερά. Αυτός, ανάλαφρος και ξεκούραστος όσο ποτέ, μιμούμενος την παιδική χάρη όσων αντίκρισε στον επάνω όροφο συνέχισε να απολαμβάνει το τσιγάρο του κλέβοντας λίγη από την ευωδία που φώλιαζε στα κρυστάλλινα ποτήρια του κονιάκ. Άφησε να περάσουν μερικές στιγμές παρατηρώντας παλιούς φίλους, συνεργάτες και κυρίως τη γυναίκα του κι έσβησε το τσιγάρο του σ’ ένα από τα μπρούτζινα σταχτοδοχεία του σαλονιού. Τεντώθηκε με τα χέρια στην ανάταση και ταίριαξε το κουστούμι του να δείχνει όμορφος, χτένισε ακόμη μία φορά το κατάμαυρο μουστάκι του καθρεφτίζοντας το πρόσωπό του στη λεία ταμπακιέρα και ξάπλωσε στο στενό ξύλινο φέρετρο σφαλίζοντας τα μάτια. Γύρω του το βουητό ολοένα και ξεμάκραινε.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Pablo [περιοδικό ΛΥΚΟΣ, #9]



Ο Παύλος σηκώθηκε πριν χαράξει. Αν και ήταν η μέρα που είχε το ρεπό του ήταν αδύνατο να μείνει στο κρεβάτι. Πήγε κατευθείαν στη τουαλέτα και γέμισε τον κάδο του πλυντηρίου με τα άπλυτα της δουλειάς. Το ρύθμισε στο εντατικό πρόγραμμα και πρόσθεσε απορρυπαντικό. Ο κάδος άρχισε το κυκλικό του ταξίδι μέσα στη μονοτονία του άγουρου πρωινού και την ησυχία των κοιμισμένων γειτόνων.
    Κοίταξε για λίγο το πρόσωπό του στον στρογγυλό καθρέφτη του μπάνιου, κάτω ακριβώς από το άγριο φως που σκορπούσαν οι δύο γυμνές λάμπες. Ένα φως που ράπιζε αλλά δεν ξέπλενε ποτέ. Ούτε τις σκέψεις αλλά ούτε και τις μνήμες. Πόσο μπορεί να γεράσει ένας άνθρωπος μέσα σ’ έναν χρόνο; Οι 365 ημέρες δεν μετρούν για όλους το ίδιο. Μάλλον.
    Ετοίμασε τον καφέ του με τις ίδιες κι απαράλλαχτες κινήσεις που τον ετοίμαζε κάθε προηγούμενη μέρα. Περίμενε υπομονετικά να φουσκώσει το καϊμάκι του και τον σέρβιρε στην αγαπημένη της κούπα. Διπλό και αχνιστό. Κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά στην κλειστή TV κι άνοιξε το ράδιο. Οι νότες του Μότσαρτ αγκάλιασαν το παγωμένο σαλόνι. Αλλά δεν το ζέσταναν. Έξω πήρε να χαράζει με τον ήλιο να μην έχει καμία διάθεση να στολίσει την Ανατολή. Ο Παύλος άναψε το πρώτο τσιγάρο της νέας μέρας. Της δίδυμης ημέρας μ’ εκείνη ακριβώς, την περσινή. «Σαν σήμερα», σκέφτηκε.
    Στο κενό που άφηνε κάθε μουσικό κομμάτι όταν τελείωνε και μέχρι να αρχίσει το επόμενο, ακουγόταν το πληκτικό γύρισμα του κάδου. Φανταζόταν το περίεργο κοκτέιλ από νερό, σαπούνι και αίμα να πλημμυρίζει ολόκληρο το διαμέρισμα. Να βάφει το κορμί του. Σηκώθηκε σχεδόν αυτόματα κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα του μπάνιου για να ελαχιστοποιήσει τον θόρυβο. Δεν κατάφερε και πολλά και ξαναγύρισε στην πολυθρόνα. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’ τον καφέ που έκαιγε ακόμη κι άναψε δεύτερο τσιγάρο. «Ένας χρόνος», ψέλλισε και ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο μέχρι ο καπνός να βρεθεί αγκαλιά με τα τοιχώματα του στομαχιού του.
    Ο δαιμονισμένος ήχος του τηλεφώνου ήρθε να προσθέσει ακόμη λίγη παράνοια στο θολωμένο του κεφάλι και μαζί με τους υπόλοιπους ήχους να του δώσουν να καταλάβει ότι δεν θα ξέφευγε και τόσο εύκολα απ’ αυτό που με μαεστρία και σαδισμό κάποιος άλλος είχε σχεδιάσει. Έμεινε ακίνητος, σχεδόν χωρίς να ανασαίνει, να ακούει το επαναλαμβανόμενο κουδούνισμα της μισητής συσκευής. Μια συσκευή που δηλώνει την παρουσία της πάντα για κάτι κακό, δυσοίωνο και τετελεσμένο. Δεν το σήκωσε. Δεν μπήκε καν στον κόπο να το βγάλει απ’ την πρίζα. Το άφησε να χτυπάει μέχρι που όποιος κι αν ήταν βαρέθηκε και το έκλεισε. «Όχι σήμερα», ούρλιαξε προς τη νεκρή πλέον συσκευή και η φωνή του ακούστηκε τόσο κουρασμένη. Λες και είχε έναν ολόκληρο χρόνο να κλείσει μάτι. Μετά από δυο λεπτά το τηλέφωνο άρχισε και πάλι χτυπάει. Ο Παύλος σηκώθηκε και το έβγαλε απ’ την πρίζα.
    Ο ήλιος κατάφερε με κόπο να στείλει κάτι υποκίτρινες αχτίδες που με δυσκολία χάριζαν το χρώμα τους στο μοναχικό διαμέρισμα. Ο Παύλος, μπροστά στη βιβλιοθήκη, χάιδευε τις ράχες των βιβλίων λερώνοντας τα δάχτυλά του με την σκόνη των περασμένων μηνών. Το άγγιγμά του έφτασε ως τον φάκελο του ταξιδιωτικού πρακτορείου. Τον άνοιξε για να βεβαιωθεί ότι όλα είναι εντάξει και τον ξανάκλεισε μ’ ένα πικρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του. «Είναι το ταξίδι μας», μονολόγησε μπροστά στην φωτογραφία της πνίγοντας κάθε λυγμό που προσπαθούσε να βρει διέξοδο απ’ την ψυχή του ως τον έξω κόσμο.
    Απ’ το ράδιο, τώρα, ακουγόταν μόνο παράσιτα και το πλυντήριο μ’ έναν αποκρουστικό ηλεκτρονικό ήχο τον προειδοποιούσε ότι η πλύση είχε τελειώσει. Έσκυψε μπροστά στην θολωμένη από την υψηλή θερμοκρασία πόρτα και κοίταξε τα καθαρά ρούχα της δουλειάς. Το αίμα είχε καθαρίσει γι’ ακόμη μια φορά. Οι φόρμες, οι ποδιές και τα παντελόνια ήταν έτοιμα να φορεθούν. Σαν καινούρια. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το δυστύχημα. Λες και δεν πέρασε ποτέ από μπροστά του το φορείο. Λες και δεν αντίκρισε ποτέ τα μακριά της μαλλιά πνιγμένα στη λάσπη και στο πηγμένο αίμα. Το σκεπασμένο της κορμί μ’ εκείνη την άθλια και βρώμικη κουβέρτα του νοσοκομείου δεν σταμάτησε στιγμή να αναπνέει καθώς τα μάτια του την έβλεπαν μέσα στη βιάση του μεσονυχτίου. Σαν να μην έμεινε ποτέ του ανήμπορος να κάνει αυτό που ήξερε τόσο καλά να κάνει στο παρελθόν. Σαν να μην πέρασε ένας χρόνος και μια μέρα πριν. Όπου όλα ήταν ιδανικά.
    Άφησε τα καθαρά ρούχα να μουλιάζουν μέσα στους υδρατμούς του κάδου. Το σακίδιό του ήταν έτοιμο από την προηγούμενη νύχτα. Πήρε το εισιτήριο της μιας θέσης και την φωτογραφία της και βάζοντάς τα στην τσέπη του φόρεσε το μπουφάν που πλέον του έπεφτε λίγο μεγάλο. Κοίταξε απαλά το σπίτι για τελευταία φορά κι αποφάσισε, πριν εξαφανιστεί για πάντα, να δηλώσει ασθένεια για την επόμενη εργάσιμη μέρα. «Me llamo Pablo», ψιθύρισε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.