leykos xronos

leykos xronos

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ενέχυρα


Οχτώ βαθμοί πάνω απ’ το μηδέν. Κι όμως, η άνοιξη πλησιάζει.

Μόνο το φαρμακείο παραμένει ανοιχτό στη γειτονιά. Λίγα λεπτά απ’ το πολύβουο κέντρο όλα τα εμπορικά καταστήματα έχουν κλείσει. Για πάντα; Ίσως.
Βολτάρω με βήμα πιο αργό απ’ τα χνώτα μου. Ανάσες που προσπερνούν τη γριά με τη σακούλα γεμάτη φάρμακα. Βερεσέ χημεία.
Μάζεψαν τα κιόσκια της λαϊκής. Σήμερα νωρίτερα μα κάποιοι δεν έχουν παράπονο. Μετρούν τον τζίρο με φωνές δυνατές. Τον διαλαλούν κι έπειτα μουρμουρίζουν μέσα στα δόντια τους το κέρδος.
Στα καφενεία της πλατείας, γερασμένοι συνομήλικοι βυζαίνουν νιάτα. Πότε με τα χείλη και πότε με τα μάτια. Μόλις έχουν τσακίσει την τυρόπιτα και τα κόλλυβα της κηδείας τους κι έχουν πετάξει, κοιτάζοντας αλλού, το λαδωμένο κουτί δίπλα στον κάδο με τα λοιπά σκουπίδια.

Δέκα βαθμοί πάνω απ’ το μηδέν. Η άνοιξη δεν αργεί.

Το φαρμακείο της γειτονιάς ξενυχτάει κάθε βράδυ. Συλλέγει πρεζάκια και άστεγους σχιζοφρενείς. Απελπισμένους που δεν έχουν καταλάβει ακόμη ότι αποτελούν παρελθόν ζωντανών κυττάρων. Ανθρώπους που αναμασούν τη μουχλιασμένη μπουκιά της ελπίδας. Της ελπίδας που δεν έχει νικήσει ποτέ κανέναν φόβο.
Κρατώ σημειώσεις γλιστρώντας απαλά το χέρι πάνω στον χάρτινο τοίχο του έρημου τρελοκομείου. Οι τρόφιμοι έχουν δραπετεύσει. Άφησαν πίσω τους κραυγές πρόωρης εκσπερμάτωσης δηλώνοντας ευχαριστημένοι και μετανιωμένοι.
Λίγα λευκά χρυσάνθεμα σαπίζουν στον τάφο των μόχθων μιας ζωής. Ο παλιάτσος των προαστίων κλέβει ένα για να στολίσει το ξεπερασμένο μιραμπό του. Το λουλούδι τσακίζει ανάμεσα στα άγαρμπα δάχτυλά του.

Εννέα βαθμοί πάνω απ’ το μηδέν. Η άνοιξη είναι εδώ.

Ανθίζουν οι τοκογλύφοι.     

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

κόρνο στο λιμάνι


   Ένα καλογυαλισμένο κόρνο γεννά μελωδίες πλάι σε σακιά γεμάτα μπαχάρια και μυρωδάτο πιπέρι. Σίγουρα όχι ακριβώς έτσι μα αυτή είναι η τελευταία γεύση από ήχους και μυρωδιές που έρχεται να φωλιάσει διατηρημένη ατόφια σε κάποιο παρθένο ντουλάπι του μεθυσμένου μου μυαλού. Λιμάνι. Κόλπος Θερμαϊκού. Ξημέρωμα. Η νύφη κοιμάται ή μάλλον έχει μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, άγνωστο, περιμένοντας ανυπόμονα την επόμενη συνάντηση με τη νύχτα.

   Όλοι συναντιούνται στην Καμάρα. Από το σούρουπο και μέχρι να χαθεί για τα καλά κάθε υποψία ήλιου. Εμείς βρεθήκαμε στο καινούριο σπίτι του Άλκοξ. Περισσότερο για να το δούμε παρά να κλειστούμε μέσα. Άλλωστε, δεν είχαμε τέτοια πρόθεση. Ποτέ δεν έχουμε. Προτιμούμε να ανακατεύουμε τα χρώματα της πόλης με το ασημί που ξερνά η γαλαξιακή μας αύρα. Αυτό είμαστε. Ένα τσούρμο ασημένια ρεμάλια που βάζει φωτιά στα γήινα μονοπάτια. Ώσπου να τα κατακτήσει και να γυρίσει από κει που ήρθε.

   Έμεινα κολλημένος για ώρα μπροστά στον ανεμιστήρα που βογκούσε στην αποτυχημένη προσπάθεια να δροσίσει τον χώρο. Η άσφαλτος μπροστά στην αρχαία εκκλησία είχε ανάψει στέλνοντας όλη εκείνη την τυραννική ζέστη μέχρι τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας. Ρουφούσα το ποτό που μου είχε ετοιμάσει ο Κουτσός λέγοντάς μου ότι θα με βοηθήσει και πράγματι το είχε κάνει πολύ δυνατό. Το αλκοόλ δεν στάθηκε ποτέ καλός σύμμαχος ενάντια στη ζέστη αλλά μεθώντας κανείς δεν αισθάνεται τίποτα άλλο πέρα από τη ζάλη του. Αυτό για μένα, τουλάχιστον εκείνη την καυτή Παρασκευή, ήταν και το μόνο ζητούμενο.

   Κάποιο κινητό κουδούνισε τόσο δυνατά που παραλίγο να μου φύγει το ποτήρι απ’ το χέρι. Ο Άλκοξ μίλησε για λίγο και κλείνοντάς το μας είπε πως η δεσποινίς Βήτα μας περίμενε. Έστριψα ένα τσιγάρο και πριν βγούμε από την εξώπορτα του διαμερίσματος το άναψα φυσώντας δυο – τρεις τζούρες μέσα στο σπίτι. Έτσι, για να μείνει λίγη ψυχή παρέα με τα φρεσκοβαμμένα ντουβάρια και τα σκόρπια βιβλία στο πάτωμα. Να δροσίζει στη θέση του ξεχαρβαλωμένου ανεμιστήρα και να στραγγίζει τα ποτήρια με τα μισοτελειωμένα μας ποτά.

   Εννιά πάρα τέταρτο. Καθισμένοι μπροστά σε κάποιον φίλο μπάρμαν που είναι έτοιμος να φροντίσει για το ιδανικό ξεκίνημα μιας ακόμη αιώνιας νύχτας. Θρονιασμένοι στα ψηλά σκαμπό, αγγίζουμε τα σκήπτρα που μας προσφέρει απλόχερα αυτή η πόλη. Τα κραδαίνουμε με περίσσια χαρά, κάνοντας τις πιο ακραίες ευχές που θα μπορούσε να κάνει κάποιος που ζει μία και μοναδική ζωή δίπλα σ’ αυτή τη θάλασσα. Το αλκοόλ ρέει στα πεινασμένα στομάχια μας και τα χέρια μας δένονται κόμπος σ’ ένα σμίξιμο που όμοιό του δεν θα υπάρξει ξανά. Τα κρατάμε ενωμένα, πλεγμένα για ώρα πολλή, δίχως να νοιαζόμαστε που θα καταλήξει η νύχτα. Γνωρίζοντας όμως πολύ καλά που ακριβώς θα καταλήξουμε εμείς αυτή τη νύχτα.

   Έξω απ’ το μπαρ, τόσο κοντά μας, η Θεσσαλονίκη φωτίζει τους δρόμους της με πολύχρωμα λαμπιόνια. Άνθρωποι νέοι οργώνουν την παραλία, τα γύρω στενά, τους κάθετους δρόμους μπερδεύοντας τις παράλληλες ζωές τους. Μας καλούν στο παιχνίδι που παίζεται απ’ το ’89. Από την πρώτη νύχτα που πάτησα το πόδι μου εδώ. Ένα παιχνίδι ατέρμονο, ονειρικό, σαν παιδική ανάμνηση. Κάποια φάρσα που επιμένω να απολαμβάνω άλλοτε με δάκρυα χαράς κι άλλοτε με δάκρυα λύπης.

   Βγήκαμε στο δρόμο. Τα δάχτυλα λύθηκαν για λίγο. Σκουπίσαμε απ’ τα χείλη μας τις τελευταίες σταγόνες του ποτού μας. Το μυαλό μας φλέγεται από την επιθυμία. Τα κορμιά μας συγκατοικούν με την έκσταση. Περπατάμε ο ένας πλάι στον άλλον προσέχοντας όσο γίνεται να μην τσακίσουμε τα εύθραυστα φτερά μας. Πήρε να δροσίζει. Βράδιασε για τα καλά. Δίπλα μου είναι ο Άλκοξ και πιο πέρα βρίσκεται ο Κουτσός και η Δεσποινίς Βήτα αγκαλιά μ’ όλα τα νέον φώτα της μικρής μας πολιτείας. Κάποτε είχαμε σκεφτεί πως αν μείνουμε αγκαλιασμένοι για ένα ολόκληρο λεπτό, θα διώξουμε για πάντα τον θάνατο από κοντά μας.

   Σταματήσαμε μπροστά στην πόρτα κάποιου μπαρ, δυο ανάσες μακριά απ’ τη θάλασσα, κάτω από μια ολοζώντανη φοιτητική εστία. Ξεχειλίζουν τα παράθυρα φρέσκιες πνοές. Καθρεφτάκια στέλνουν σινιάλα πονηρά, κινητά τηλέφωνα κανονίζουν ραντεβού και υπόσχονται έξαψη κι έρωτα μέχρι το επόμενο πρωινό εργαστήριο στη σχολή. Ακούμε γέλια και φωνές ελευθερίας, έστω πρόσκαιρης. Όλοι αυτοί πάνω απ’ τα κεφάλια μας ζούνε μια ζωή που κέρδισαν ή που νομίζουν ότι έχουν κερδίσει. Περιπλανούνται, απάχηδες, σε μια πόλη που ήδη λατρεύουν κι αυτό μέσα τους δεν θα αλλάξει ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτό είναι κάτι που πάντα θα υπερασπίζονται κι ίσως τελικά αποδειχτεί πως έχουν δίκιο.

   Άναψα τσιγάρο δίνοντας τον καπνό μου και στους υπόλοιπους. Πέρασε ώρα μα παραμείναμε έξω ακριβώς απ’ την είσοδο του μπαρ καπνίζοντας, σχεδιάζοντας τους επόμενους μονολόγους μας. Η κίνηση των αυτοκινήτων δίπλα μας πύκνωσε, αποκτώντας τον ρυθμό μιας ξεπεσμένης παρέλασης. Σβήσαμε τα τσιγάρα και χωρίς να πούμε κουβέντα κατευθυνθήκαμε προς την παραλία.

   Τα μαύρα νερά κρύβουν πάντα μέσα τους όλα τα χρώματα που γέννησαν οι περασμένες μέρες. Ανοίγουν τη θελκτική αγκαλιά τους να τα δελεάσουν και στο επόμενο δευτερόλεπτο τα καταπίνουν χωνεύοντας όλους τους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους. Μπροστά στη θέα της αβύσσου κι έχοντας πίσω μας την πόλη να ασθμαίνει, να χαίρεται, να χορεύει, να ζει και να πεθαίνει κάθε μικροστιγμή, καθίσαμε εκεί, δίπλα στο σκάσιμο των κυμάτων. Μ΄ ένα στυλ μιας φυλής εξαφανισμένης και τόσο απομακρυσμένης στο χρόνο που δεν μας θυμίζει τίποτα πλέον. Προτιμήσαμε να μείνουμε εκεί, εισπνέοντας τον αλμυρό αέρα του λιμανιού. Κοιτάζοντας το αδιέξοδο του σκοτεινού ορίζοντα και τα φανάρια των πλοίων που έρχονται και φεύγουν. Τα θαλασσοπούλια που προτιμούν να συνεχίσουν το αέναο πέταγμά τους παρά να παραδοθούν στον λήθαργο της φύσης τους. Ζευγάρια ανθρώπων με σώματα ενωμένα στο δικό τους άπειρο.

   Έριχνα που και που κάτι κλεφτές ματιές πάνω απ’ τον ώμο μου. Άπλωνα το χέρι κι άρπαζα μια κρύα μπύρα απ’ τη νάιλον σακούλα που έφερε κάποια αόριστη στιγμή η Δεσποινίς Βήτα. Η ώρα περνούσε ή είχε μείνει ακριβώς εκεί, ακινητοποιημένη. Λίγη σημασία είχε. Η μόνη αλήθεια που έκοβε τις πιο αλήτικες βόλτες στο μυαλό μου ήταν η αλήθεια που είχα κλείσει μέσα μου και τη φυλούσα ως το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Ήταν η επιστροφή μου εκεί. Στο μέρος όπου ξεκίνησαν όλα. Τα πάντα. Εκεί όπου συνέχιζαν να υπάρχουν οι ανάσες μου έστω και χωρίς εμένα. Οι αγκαλιές στις σκάλες του πανεπιστημίου και οι δειλά ερωτευμένοι στίχοι πλάι στους κάβους των πλοίων. Τα δανεικά φιλιά μιας πρώιμης αγάπης που δεν ανταποδίδονται ποτέ κι από κανέναν.

   Χάιδεψα με τη ματιά μου τους τρεις φίλους. Ο Άλκοξ χόρευε έναν αλλοπρόσαλλο χορό κοντά στο πιο απομακρυσμένο κύμα. Ο Κουτσός πετούσε ήδη λίγο πιο πάνω απ’ τη γήινη ατμόσφαιρα. Η Δεσποινίς Βήτα είχε ετοιμάσει εδώ και ώρα το μεθυστικό κοκτέιλ για την υπομονή που απαιτεί η αναμονή μέχρι την επόμενη μεγάλη νύχτα. Πριν κλείσω τα μάτια και παρασυρθώ απ’ τον βαθύ ύπνο που μου πρόσφερε απλόχερα η νύφη, κοίταξα για τελευταία φορά προς το λιμάνι. Ένα καλογυαλισμένο κόρνο γεννούσε χάλκινες μελωδίες πλάι σε σακιά γεμάτα μπαχάρια και μυρωδάτο πιπέρι. Σίγουρα όχι ακριβώς έτσι μα αυτή ήταν η τελευταία γεύση από ήχους και μυρωδιές που ήρθε και φώλιασε διατηρημένη ατόφια σε κάποιο παρθένο ντουλάπι του μεθυσμένου μου μυαλού. Λιμάνι. Κόλπος Θερμαϊκού. Ξημέρωμα.      

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Αρχή, το φινάλε


   Η πρώτη πτήση είναι πάντα το φινάλε. Η τελευταία είναι η αρχή της ποίησης. Ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία πτήση υπάρχουν οι χαρούμενοι μετεωρισμοί της θλίψης. Τα σκέρτσα και τα παιχνιδίσματα της χαρμολύπης.

   Μέσα στο ανυπόφορο σκηνικό της μεγαλούπολης, ξεπρόβαλα κουβαλώντας ασθενικά τις δυο βαριές φτερούγες μου. Η γκρίζα άσφαλτος μ’ έδιωχνε. Οι στενοί δρόμοι δεν με χωρούσαν. Χτύπησα με κόπο τα φτερωτά μου άκρα καταφέρνοντας να κερδίσω όσο ακριβώς ύψος χρειαζόταν για να αντικρίσω τη θάλασσα. Εκείνη, μανιασμένη κι ανήσυχη όσο ποτέ, μου χάρισε τα θαλασσοπούλια της. Να παίξω. Να ξεχάσω όσα η μοναξιά κερνούσε. Εγώ, αδύναμος και νηστικός, βρέθηκα έρμαιο στις κατάρες των ανέμων.

   Ένα δυνατό σπρώξιμο μ’ έριξε σε μιαν άγνωστη περιοχή. Σ’ ένα σύμπλεγμα πολυκατοικιών με βρώμικες ταράτσες κι άσχημα μπαλκόνια. Προσγειώθηκα άτσαλα στο κενό ενός υγρού κι ανήλιαγου ακάλυπτου. Πλήγωσα το κορμί μου γδέρνοντάς το πάνω σε σκουριασμένες κεραίες και δεξαμενές βρόχινου νερού. Μέτρησα τις πληγές μου και τις πρόσθεσα με τις παλιές. Να ‘χουν παρέα αιμάτινη, πηχτή, που δεν γιατρεύεται ποτέ.

   Ακόνισα τις αισθήσεις μου και υπολόγισα πως αν καταφέρω να αναρριχηθώ στη σάπια κληματαριά που πέθαινε μπροστά μου, ίσως και να ξανάβρισκα τον καθαρό ουρανό. Τις πρώτες προσπάθειες τις έλουσε η αποτυχία. Τα δύστυχα κλαδιά υποχωρούσαν κάτω από το βάρος και τις άτσαλες κινήσεις μου. Αυτό που ήξερα να κάνω ήταν να πετάω. Όχι να σκαρφαλώνω.

   Αγκάλιασα τον γέρικο κορμό να πάρω μιαν ανάσα. Δυο λεπτά μόνο, μέχρι να ξαναβρώ τις δυνάμεις που μ’ εγκατέλειψαν. Αυτό που ράγισε την σιωπή του απομεσήμερου ήταν η δική σου φωνή. Ερχόταν στ’ αυτιά μου από κάπου ψηλά. Τέντωσα τον λαιμό μου ψηλώνοντας λίγο ακόμη. Ακολούθησα το κάλεσμα της άυλης παρτιτούρας που έβγαζε μπροστά σ’ ένα ασημένιο κλουβί. Στο μπαλκόνι κάποιου ορόφου είκοσι μέτρα πάνω απ’ το μουσκεμένο χώμα του ακάλυπτου.

   Όλο το κερί που βάραινε τα φτερά μου, αυτόματα, έλιωσε. Άρχισα να ανεβαίνω έχοντας πάψει να σέρνω τη λύπη όλης της πόλης πίσω μου. Έφτασα στο επιθυμητό ύψος αντικρίζοντας την εκστατική εικόνα του άγουρου έρωτα. Σε βρήκα κλεισμένη μέσα στην ασημένια φυλακή σου. Δεν πατούσες πουθενά. Δεν άγγιζες τίποτα. Με κοιτούσες ευθεία στα μάτια ψιθυρίζοντας στίχους του βασιλιά Μελάνι, προσποιούμενη ότι δεν υπάρχουν κάγκελα να μας χωρίζουν. Βέβαιη πως μέσα σ’ αυτή τη δύστυχη πόλη του νότου υπάρχουμε μόνο εμείς. Ο ένας για τον άλλον κι άλλος κανείς.

   Ο μετεωρισμός με κούρασε και η επαφή με οτιδήποτε δικό σου έκαιγε αφόρητα.

    «Θέλω να ‘σαι η ζωή μου.», μουρμούρισα λαχταρώντας τη συνέχεια της φωνής σου.

    «Η ζωή σου θα είναι η φωνή μου. Ως την αιωνιότητα. Δίχως εικόνα. Κανένα είδωλο.»

   Ήρεμος, ατάραχος μπροστά σου, έστρεψα το στήθος και τα μάτια μου μακριά από σένα . Πέταξα ψηλά. Πάνω απ’ τον ακάλυπτο. Πολύ πιο πάνω απ’ το ψηλότερο κτίριο του άχαρου αστικού τοπίου, μέχρι που ξαναβρήκα τη θάλασσα. Κοίταξα για τελευταία φορά την σκόνη που κάλυπτε τα στοιχισμένα δέντρα των λεωφόρων και βούτηξα στο κενό δίχως να ανοίξω τα φτερά μου. Η συνάντηση με το νερό θύμισε πρόσκρουση με τσιμέντο. 

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

σαμπουάν

   Πες μου λίγο. Τι κάνεις εκεί; Τι ακριβώς κάνεις; 


Πλαισιωμένη απ' αυτόν τον εκκωφαντικό ρόμβο, τον συνάμα κλειστοφοβικό. Γυρισμένη ελαφρά στο πλάι του αύριο που διώχνεις, μην σε αρπάξει η πρόωρη ενηλικίωση. Χωρίς στόμα. Μόνο μάτια. Με το παιδικό σου κορμί διπλωμένο στα δύο. Αλειμμένο με το λάδι του κάρδαμου.


   Ντρέπομαι να στέκω γυμνός μπροστά σου. Μην με κοιτάζεις.


Αφιέρωσε το βλέμμα σου στον εχθρό της νιότης. Στείλε του άγρια, αιμοβόρα βλέφαρα. Κοιτάζοντας εμένα δεν έχεις τίποτα να κερδίσεις. Ίσως μόνο τη νίκη του θάρρους. Την επικράτηση της ασχήμιας. 


   Μυρίζω τα αρώματα του μύρτιλου. Κάτω ακριβώς από την σκούφια σου.


Στις τρεις γραμμές της παλάμης σου, η ζωή μου. Κινούμαι νευρικά. Ρυτίδες και μπούκλες ανάκατες. Βγαίνω βιαστικά απ' τα ορμητικά νερά. Να γλιτώσω τον πνιγμό. Να ξεφύγω από την συμμετρία της ρίγας. Πως έμπλεξα με τις κόρες σου; Εγώ, ο μοναχικός γιος. Πως εγκλωβίστηκα στο αγέραστο προφίλ σου;  


   Μην με κοιτάς μικρή μου Μαρσεγιέζα. Μην με κοιτάς. 

     

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

με το χιόνι να μας ζεσταίνει


Παρουσίαση:    Αρνητικό 13 Στέργια Κάββαλου - Μαίρη Γεωργίου

[μπαρ Φλου, Θεσσαλονίκη, 080212]

   Πολλοί απ’ όσους γνωρίζω, θαυμάζουν το βιβλίο, πρώτα, ως αντικείμενο. Κι αυτό πάντα είναι μια καλή αρχή για να εισχωρήσεις βαθιά στον υπέροχο κόσμο που ανοίγει μπροστά σου το κάθε βιβλίο ξεχωριστά.

   Ας αφήσουμε όμως την παραπάνω δήλωση να υπάρχει σε κάποιο διάκενο των ωρών της σημερινής νύχτας. Ας φανταστούμε ένα βιβλίο να πετάει, ίδιο με ανοιχτή αγκαλιά, κι εμείς σκαρφαλωμένοι πάνω του να απολαμβάνουμε το υποδόριο ταξίδι των κοφτερών σελίδων του. Να διαβάζουμε τις αράδες του στο ημίφως της δύσης και στο εκτυφλωτικό παιχνίδισμα της ανατολής. Βλέποντας εικονογραφημένες, με το νου, φαντασίες ακόμη κι εκεί όπου η φαντασία απαγορεύεται και διώκεται ως κακούργημα. Μέσα σ’ αυτό το εκπληκτικό, το αιώνιο ταξίδι, μικρά παιδιά και πάλι, σηκωνόμαστε στις μύτες των ποδιών μας. Τεντώνουμε τ’ ακροδάχτυλα να φτάσουμε το βάζο με το σπιτικό γλυκό, το κεράσι, το μέλι. Βουτάμε μέσα, βυθιζόμαστε ολόκληροι, γλυκαίνουμε. Κρυφά. Όπως τότε, που οι σκοτεινές κρυψώνες μάς κυρίευαν και μας συνέπαιρναν όλους. Που δεν μας φόβιζαν και παρέα τους γλεντούσαμε τη σκανταλιά που μόλις είχαμε κάνει.

   Έτσι θέλησα να το δω απ’ την αρχή. Απ’ όταν έπιασα το Αρνητικό 13 στα χέρια μου κι έκανα κείνη τη μεγάλη βόλτα κάτω απ’ τον, ανέλπιστα, ζεστό ήλιο του χειμώνα. Απολαμβάνοντας την περιπλάνηση ως το σπίτι και μέχρι την πρώτη εντύπωση, πριν την αποσυμπίεση που προσφέρει η ολοκλήρωση της ανάγνωσης. Πριν τη τρικυμία των απογυμνωμένων μυστικών και των λυτρωτικών εξομολογήσεων. Μέσα στο τρίσβαθο του χρόνου. Του χρόνου, που πάντα έχεις την απόλυτη αίσθηση ότι είναι παρών και πάντα μα πάντα σφάλεις.

   Δεκατρία συν δεκατρία τα γράμματα. Ο αναγνώστης μεταμορφώνεται σε μια σάρκινη γέφυρα που ενώνει τις άκρες από τις πένες των δύο συγγραφέων. Γίνεται αυτόματα ο ίδιος ένας ταχυδρόμος των πιο μύχιων εκμυστηρεύσεων. Με το γλύφανο στο ένα χέρι και το μετάξι στο άλλο. Πηγαινοφέρνει τους φακέλους. Εναλλάσσει τις ηρωίδες. Εκμηδενίζει την απόσταση που τις χωρίζει. Ενώνει το όποιο χάσμα υπήρχε αρχικά έστω και σαν υποψία. Κι όλο κοιτάζει λάθρα. Ένας λαθραναγνώστης γεμάτος περιέργεια.

   Κρυφοκοιτάζει. Όλο και πιο αδιάκριτα. Σχεδόν απροκάλυπτα, φανερά. Έπειτα, βάζει άφοβα τα χέρια του μέσα στις στάχτες. Πλάι σε μια φλόγα που σιγοκαίει για χρόνια χωρίς καν να το υποψιάζεται. Χωρίς να το έχει προσέξει ως εκείνη τη στιγμή. Πλάι σε μια φλόγα που σελίδα με τη σελίδα φουντώνει. Ανακατεύει τις στάχτες νομίζοντας πως είναι άτρωτος στις μνήμες των γραμμάτων, στο ευερέθιστο των επιστολών. Το δέρμα καίγεται, ξεφλουδίζει και η μνήμη επανέρχεται. Ακέραιη, στιβαρή και καυτή όπως πρωτοστάθηκε μπροστά του κατά τη γέννησή της.

Η γέννηση της μνήμης

Η λήθη της μνήμης

Ο ερεθισμός της μνήμης

                                                    **********

   Το ταξίδι των γραμμάτων συνεχίζει και τροφοδοτείται με το ακατάπαυστο πηγαινέλα ενός ποτισμένου λόγου. Δεν σταματά ποτέ. Αλλάζει μέσα, οχήματα και προορισμούς. Γραφικούς χαρακτήρες, ανάσες και κόλλες αλληλογραφίας. Αποστάζει ψυχές. Ίσως ανέγγιχτες, αγνές. Ίσως δύσβατες κι απλησίαστες. Δύο ψυχές που αναζητάς. Αυτές και την άγουρη παρέα τους τις νύχτες χωρίς φως. Κολλημένος στον κρύο τοίχο που γειτονεύει με το κρεβάτι και τους ενήλικους φόβους σου.

   Κείμενα κλεισμένα μέσα σε σφραγισμένους φακέλους αεροπορίας. Αρωματισμένους με μυστικά περάσματα αφηγήσεων και στιγμιότυπα δύο κοριτσιών διαφορετικών με την πρώτη ματιά. Δύο υπάρξεων που αργότερα περιπλέκονται, μπερδεύονται, μεταβάλλουν ρόλους, φορέματα, γοβάκια, δυνάστες και έρωτες. Στη διάρκεια ενός καλοκαιριού που θέλουν με λαχτάρα να διώξουν. Να λυτρωθούν απ’ τη μοναξιά του και να υποδεχτούν κάποιον άγριο μα και εξαγνιστικό χειμώνα. Οι δύο λυπημένες Σειρήνες. Οι δύο μεταμορφωμένες Σταχτοπούτες.

   Κείμενα γραμμάτων που θέλεις [επιθυμείς απεγνωσμένα] να τα φιλήσεις στα μάτια. Ξεκινάς φοβισμένα κι έπειτα τα αντιμετωπίζεις παλεύοντας με κοφτές ανάσες, τυλιγμένος με πέρλες ιδρωμένης λατρείας. Φοράς τα ρούχα του καλού γιου, να ξεχωρίζεις απ’ το πόπολο, μήπως και τα γοητεύσεις μια στάλα. Λέξη στη λέξη αποκτάς μια δύναμη που πηγάζει μέσα ακριβώς από τα ίδια τα κείμενα. Όμως, όσο νομίζεις πως είσαι έτοιμος κι ολοκληρωμένος, τόσο απομακρύνεσαι κι αυτό ακριβώς είναι που σου δίνει την ενέργεια να συνεχίσεις.

   Η αγάπη που σου χαρίζουν ως το τέλος είναι παράφορη. Κι εσύ τη στέλνεις πίσω. Διπλή. Μαζί με τις αγωνίες σου στολισμένες με μαυροκόκκινες [πάλι] κορδέλες. Έτσι ώστε να μην τρομάξουν και σταματήσει αυτό το υπέροχο αλισβερίσι. Το πάρε – δώσε μιας λογοτεχνίας που σε ορίζει και σου αρέσει. Που σε κυριεύει και σου δίνει χαρά επειδή υπάρχει. Μια λογοτεχνία άλλοτε γυμνή κι άλλοτε ντυμένη με τα ιριδίζοντα πέπλα μιας μακριάς βλεφαρίδας.

   Δεκατρία συν δεκατρία – του θανάτου και της ζωής – γράμματα. Μάλλον… όχι του θανάτου. Της ζωής, μόνο! Μια ζωή τεμαχισμένη όσο και ακέραια. Εξουθενωμένη όσο και ακμαία. Κλισαρισμένη μα κι ελεύθερη. Η ζωή μας. Δική μας η ζωή, δικό μας και το χαρτί. Κι αυτή τη φορά, όχι καμένο. Γιατί η Στέργια και η Μαίρη πήρανε λίγες σταγόνες μελάνης και τις μεταμόρφωσαν σε ποίημα.

                                                                                          νίκος μπελάνε