leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

με το χιόνι να μας ζεσταίνει


Παρουσίαση:    Αρνητικό 13 Στέργια Κάββαλου - Μαίρη Γεωργίου

[μπαρ Φλου, Θεσσαλονίκη, 080212]

   Πολλοί απ’ όσους γνωρίζω, θαυμάζουν το βιβλίο, πρώτα, ως αντικείμενο. Κι αυτό πάντα είναι μια καλή αρχή για να εισχωρήσεις βαθιά στον υπέροχο κόσμο που ανοίγει μπροστά σου το κάθε βιβλίο ξεχωριστά.

   Ας αφήσουμε όμως την παραπάνω δήλωση να υπάρχει σε κάποιο διάκενο των ωρών της σημερινής νύχτας. Ας φανταστούμε ένα βιβλίο να πετάει, ίδιο με ανοιχτή αγκαλιά, κι εμείς σκαρφαλωμένοι πάνω του να απολαμβάνουμε το υποδόριο ταξίδι των κοφτερών σελίδων του. Να διαβάζουμε τις αράδες του στο ημίφως της δύσης και στο εκτυφλωτικό παιχνίδισμα της ανατολής. Βλέποντας εικονογραφημένες, με το νου, φαντασίες ακόμη κι εκεί όπου η φαντασία απαγορεύεται και διώκεται ως κακούργημα. Μέσα σ’ αυτό το εκπληκτικό, το αιώνιο ταξίδι, μικρά παιδιά και πάλι, σηκωνόμαστε στις μύτες των ποδιών μας. Τεντώνουμε τ’ ακροδάχτυλα να φτάσουμε το βάζο με το σπιτικό γλυκό, το κεράσι, το μέλι. Βουτάμε μέσα, βυθιζόμαστε ολόκληροι, γλυκαίνουμε. Κρυφά. Όπως τότε, που οι σκοτεινές κρυψώνες μάς κυρίευαν και μας συνέπαιρναν όλους. Που δεν μας φόβιζαν και παρέα τους γλεντούσαμε τη σκανταλιά που μόλις είχαμε κάνει.

   Έτσι θέλησα να το δω απ’ την αρχή. Απ’ όταν έπιασα το Αρνητικό 13 στα χέρια μου κι έκανα κείνη τη μεγάλη βόλτα κάτω απ’ τον, ανέλπιστα, ζεστό ήλιο του χειμώνα. Απολαμβάνοντας την περιπλάνηση ως το σπίτι και μέχρι την πρώτη εντύπωση, πριν την αποσυμπίεση που προσφέρει η ολοκλήρωση της ανάγνωσης. Πριν τη τρικυμία των απογυμνωμένων μυστικών και των λυτρωτικών εξομολογήσεων. Μέσα στο τρίσβαθο του χρόνου. Του χρόνου, που πάντα έχεις την απόλυτη αίσθηση ότι είναι παρών και πάντα μα πάντα σφάλεις.

   Δεκατρία συν δεκατρία τα γράμματα. Ο αναγνώστης μεταμορφώνεται σε μια σάρκινη γέφυρα που ενώνει τις άκρες από τις πένες των δύο συγγραφέων. Γίνεται αυτόματα ο ίδιος ένας ταχυδρόμος των πιο μύχιων εκμυστηρεύσεων. Με το γλύφανο στο ένα χέρι και το μετάξι στο άλλο. Πηγαινοφέρνει τους φακέλους. Εναλλάσσει τις ηρωίδες. Εκμηδενίζει την απόσταση που τις χωρίζει. Ενώνει το όποιο χάσμα υπήρχε αρχικά έστω και σαν υποψία. Κι όλο κοιτάζει λάθρα. Ένας λαθραναγνώστης γεμάτος περιέργεια.

   Κρυφοκοιτάζει. Όλο και πιο αδιάκριτα. Σχεδόν απροκάλυπτα, φανερά. Έπειτα, βάζει άφοβα τα χέρια του μέσα στις στάχτες. Πλάι σε μια φλόγα που σιγοκαίει για χρόνια χωρίς καν να το υποψιάζεται. Χωρίς να το έχει προσέξει ως εκείνη τη στιγμή. Πλάι σε μια φλόγα που σελίδα με τη σελίδα φουντώνει. Ανακατεύει τις στάχτες νομίζοντας πως είναι άτρωτος στις μνήμες των γραμμάτων, στο ευερέθιστο των επιστολών. Το δέρμα καίγεται, ξεφλουδίζει και η μνήμη επανέρχεται. Ακέραιη, στιβαρή και καυτή όπως πρωτοστάθηκε μπροστά του κατά τη γέννησή της.

Η γέννηση της μνήμης

Η λήθη της μνήμης

Ο ερεθισμός της μνήμης

                                                    **********

   Το ταξίδι των γραμμάτων συνεχίζει και τροφοδοτείται με το ακατάπαυστο πηγαινέλα ενός ποτισμένου λόγου. Δεν σταματά ποτέ. Αλλάζει μέσα, οχήματα και προορισμούς. Γραφικούς χαρακτήρες, ανάσες και κόλλες αλληλογραφίας. Αποστάζει ψυχές. Ίσως ανέγγιχτες, αγνές. Ίσως δύσβατες κι απλησίαστες. Δύο ψυχές που αναζητάς. Αυτές και την άγουρη παρέα τους τις νύχτες χωρίς φως. Κολλημένος στον κρύο τοίχο που γειτονεύει με το κρεβάτι και τους ενήλικους φόβους σου.

   Κείμενα κλεισμένα μέσα σε σφραγισμένους φακέλους αεροπορίας. Αρωματισμένους με μυστικά περάσματα αφηγήσεων και στιγμιότυπα δύο κοριτσιών διαφορετικών με την πρώτη ματιά. Δύο υπάρξεων που αργότερα περιπλέκονται, μπερδεύονται, μεταβάλλουν ρόλους, φορέματα, γοβάκια, δυνάστες και έρωτες. Στη διάρκεια ενός καλοκαιριού που θέλουν με λαχτάρα να διώξουν. Να λυτρωθούν απ’ τη μοναξιά του και να υποδεχτούν κάποιον άγριο μα και εξαγνιστικό χειμώνα. Οι δύο λυπημένες Σειρήνες. Οι δύο μεταμορφωμένες Σταχτοπούτες.

   Κείμενα γραμμάτων που θέλεις [επιθυμείς απεγνωσμένα] να τα φιλήσεις στα μάτια. Ξεκινάς φοβισμένα κι έπειτα τα αντιμετωπίζεις παλεύοντας με κοφτές ανάσες, τυλιγμένος με πέρλες ιδρωμένης λατρείας. Φοράς τα ρούχα του καλού γιου, να ξεχωρίζεις απ’ το πόπολο, μήπως και τα γοητεύσεις μια στάλα. Λέξη στη λέξη αποκτάς μια δύναμη που πηγάζει μέσα ακριβώς από τα ίδια τα κείμενα. Όμως, όσο νομίζεις πως είσαι έτοιμος κι ολοκληρωμένος, τόσο απομακρύνεσαι κι αυτό ακριβώς είναι που σου δίνει την ενέργεια να συνεχίσεις.

   Η αγάπη που σου χαρίζουν ως το τέλος είναι παράφορη. Κι εσύ τη στέλνεις πίσω. Διπλή. Μαζί με τις αγωνίες σου στολισμένες με μαυροκόκκινες [πάλι] κορδέλες. Έτσι ώστε να μην τρομάξουν και σταματήσει αυτό το υπέροχο αλισβερίσι. Το πάρε – δώσε μιας λογοτεχνίας που σε ορίζει και σου αρέσει. Που σε κυριεύει και σου δίνει χαρά επειδή υπάρχει. Μια λογοτεχνία άλλοτε γυμνή κι άλλοτε ντυμένη με τα ιριδίζοντα πέπλα μιας μακριάς βλεφαρίδας.

   Δεκατρία συν δεκατρία – του θανάτου και της ζωής – γράμματα. Μάλλον… όχι του θανάτου. Της ζωής, μόνο! Μια ζωή τεμαχισμένη όσο και ακέραια. Εξουθενωμένη όσο και ακμαία. Κλισαρισμένη μα κι ελεύθερη. Η ζωή μας. Δική μας η ζωή, δικό μας και το χαρτί. Κι αυτή τη φορά, όχι καμένο. Γιατί η Στέργια και η Μαίρη πήρανε λίγες σταγόνες μελάνης και τις μεταμόρφωσαν σε ποίημα.

                                                                                          νίκος μπελάνε   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου