leykos xronos

leykos xronos

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Αρχή, το φινάλε


   Η πρώτη πτήση είναι πάντα το φινάλε. Η τελευταία είναι η αρχή της ποίησης. Ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία πτήση υπάρχουν οι χαρούμενοι μετεωρισμοί της θλίψης. Τα σκέρτσα και τα παιχνιδίσματα της χαρμολύπης.

   Μέσα στο ανυπόφορο σκηνικό της μεγαλούπολης, ξεπρόβαλα κουβαλώντας ασθενικά τις δυο βαριές φτερούγες μου. Η γκρίζα άσφαλτος μ’ έδιωχνε. Οι στενοί δρόμοι δεν με χωρούσαν. Χτύπησα με κόπο τα φτερωτά μου άκρα καταφέρνοντας να κερδίσω όσο ακριβώς ύψος χρειαζόταν για να αντικρίσω τη θάλασσα. Εκείνη, μανιασμένη κι ανήσυχη όσο ποτέ, μου χάρισε τα θαλασσοπούλια της. Να παίξω. Να ξεχάσω όσα η μοναξιά κερνούσε. Εγώ, αδύναμος και νηστικός, βρέθηκα έρμαιο στις κατάρες των ανέμων.

   Ένα δυνατό σπρώξιμο μ’ έριξε σε μιαν άγνωστη περιοχή. Σ’ ένα σύμπλεγμα πολυκατοικιών με βρώμικες ταράτσες κι άσχημα μπαλκόνια. Προσγειώθηκα άτσαλα στο κενό ενός υγρού κι ανήλιαγου ακάλυπτου. Πλήγωσα το κορμί μου γδέρνοντάς το πάνω σε σκουριασμένες κεραίες και δεξαμενές βρόχινου νερού. Μέτρησα τις πληγές μου και τις πρόσθεσα με τις παλιές. Να ‘χουν παρέα αιμάτινη, πηχτή, που δεν γιατρεύεται ποτέ.

   Ακόνισα τις αισθήσεις μου και υπολόγισα πως αν καταφέρω να αναρριχηθώ στη σάπια κληματαριά που πέθαινε μπροστά μου, ίσως και να ξανάβρισκα τον καθαρό ουρανό. Τις πρώτες προσπάθειες τις έλουσε η αποτυχία. Τα δύστυχα κλαδιά υποχωρούσαν κάτω από το βάρος και τις άτσαλες κινήσεις μου. Αυτό που ήξερα να κάνω ήταν να πετάω. Όχι να σκαρφαλώνω.

   Αγκάλιασα τον γέρικο κορμό να πάρω μιαν ανάσα. Δυο λεπτά μόνο, μέχρι να ξαναβρώ τις δυνάμεις που μ’ εγκατέλειψαν. Αυτό που ράγισε την σιωπή του απομεσήμερου ήταν η δική σου φωνή. Ερχόταν στ’ αυτιά μου από κάπου ψηλά. Τέντωσα τον λαιμό μου ψηλώνοντας λίγο ακόμη. Ακολούθησα το κάλεσμα της άυλης παρτιτούρας που έβγαζε μπροστά σ’ ένα ασημένιο κλουβί. Στο μπαλκόνι κάποιου ορόφου είκοσι μέτρα πάνω απ’ το μουσκεμένο χώμα του ακάλυπτου.

   Όλο το κερί που βάραινε τα φτερά μου, αυτόματα, έλιωσε. Άρχισα να ανεβαίνω έχοντας πάψει να σέρνω τη λύπη όλης της πόλης πίσω μου. Έφτασα στο επιθυμητό ύψος αντικρίζοντας την εκστατική εικόνα του άγουρου έρωτα. Σε βρήκα κλεισμένη μέσα στην ασημένια φυλακή σου. Δεν πατούσες πουθενά. Δεν άγγιζες τίποτα. Με κοιτούσες ευθεία στα μάτια ψιθυρίζοντας στίχους του βασιλιά Μελάνι, προσποιούμενη ότι δεν υπάρχουν κάγκελα να μας χωρίζουν. Βέβαιη πως μέσα σ’ αυτή τη δύστυχη πόλη του νότου υπάρχουμε μόνο εμείς. Ο ένας για τον άλλον κι άλλος κανείς.

   Ο μετεωρισμός με κούρασε και η επαφή με οτιδήποτε δικό σου έκαιγε αφόρητα.

    «Θέλω να ‘σαι η ζωή μου.», μουρμούρισα λαχταρώντας τη συνέχεια της φωνής σου.

    «Η ζωή σου θα είναι η φωνή μου. Ως την αιωνιότητα. Δίχως εικόνα. Κανένα είδωλο.»

   Ήρεμος, ατάραχος μπροστά σου, έστρεψα το στήθος και τα μάτια μου μακριά από σένα . Πέταξα ψηλά. Πάνω απ’ τον ακάλυπτο. Πολύ πιο πάνω απ’ το ψηλότερο κτίριο του άχαρου αστικού τοπίου, μέχρι που ξαναβρήκα τη θάλασσα. Κοίταξα για τελευταία φορά την σκόνη που κάλυπτε τα στοιχισμένα δέντρα των λεωφόρων και βούτηξα στο κενό δίχως να ανοίξω τα φτερά μου. Η συνάντηση με το νερό θύμισε πρόσκρουση με τσιμέντο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου