leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

κόρνο στο λιμάνι


   Ένα καλογυαλισμένο κόρνο γεννά μελωδίες πλάι σε σακιά γεμάτα μπαχάρια και μυρωδάτο πιπέρι. Σίγουρα όχι ακριβώς έτσι μα αυτή είναι η τελευταία γεύση από ήχους και μυρωδιές που έρχεται να φωλιάσει διατηρημένη ατόφια σε κάποιο παρθένο ντουλάπι του μεθυσμένου μου μυαλού. Λιμάνι. Κόλπος Θερμαϊκού. Ξημέρωμα. Η νύφη κοιμάται ή μάλλον έχει μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο, άγνωστο, περιμένοντας ανυπόμονα την επόμενη συνάντηση με τη νύχτα.

   Όλοι συναντιούνται στην Καμάρα. Από το σούρουπο και μέχρι να χαθεί για τα καλά κάθε υποψία ήλιου. Εμείς βρεθήκαμε στο καινούριο σπίτι του Άλκοξ. Περισσότερο για να το δούμε παρά να κλειστούμε μέσα. Άλλωστε, δεν είχαμε τέτοια πρόθεση. Ποτέ δεν έχουμε. Προτιμούμε να ανακατεύουμε τα χρώματα της πόλης με το ασημί που ξερνά η γαλαξιακή μας αύρα. Αυτό είμαστε. Ένα τσούρμο ασημένια ρεμάλια που βάζει φωτιά στα γήινα μονοπάτια. Ώσπου να τα κατακτήσει και να γυρίσει από κει που ήρθε.

   Έμεινα κολλημένος για ώρα μπροστά στον ανεμιστήρα που βογκούσε στην αποτυχημένη προσπάθεια να δροσίσει τον χώρο. Η άσφαλτος μπροστά στην αρχαία εκκλησία είχε ανάψει στέλνοντας όλη εκείνη την τυραννική ζέστη μέχρι τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας. Ρουφούσα το ποτό που μου είχε ετοιμάσει ο Κουτσός λέγοντάς μου ότι θα με βοηθήσει και πράγματι το είχε κάνει πολύ δυνατό. Το αλκοόλ δεν στάθηκε ποτέ καλός σύμμαχος ενάντια στη ζέστη αλλά μεθώντας κανείς δεν αισθάνεται τίποτα άλλο πέρα από τη ζάλη του. Αυτό για μένα, τουλάχιστον εκείνη την καυτή Παρασκευή, ήταν και το μόνο ζητούμενο.

   Κάποιο κινητό κουδούνισε τόσο δυνατά που παραλίγο να μου φύγει το ποτήρι απ’ το χέρι. Ο Άλκοξ μίλησε για λίγο και κλείνοντάς το μας είπε πως η δεσποινίς Βήτα μας περίμενε. Έστριψα ένα τσιγάρο και πριν βγούμε από την εξώπορτα του διαμερίσματος το άναψα φυσώντας δυο – τρεις τζούρες μέσα στο σπίτι. Έτσι, για να μείνει λίγη ψυχή παρέα με τα φρεσκοβαμμένα ντουβάρια και τα σκόρπια βιβλία στο πάτωμα. Να δροσίζει στη θέση του ξεχαρβαλωμένου ανεμιστήρα και να στραγγίζει τα ποτήρια με τα μισοτελειωμένα μας ποτά.

   Εννιά πάρα τέταρτο. Καθισμένοι μπροστά σε κάποιον φίλο μπάρμαν που είναι έτοιμος να φροντίσει για το ιδανικό ξεκίνημα μιας ακόμη αιώνιας νύχτας. Θρονιασμένοι στα ψηλά σκαμπό, αγγίζουμε τα σκήπτρα που μας προσφέρει απλόχερα αυτή η πόλη. Τα κραδαίνουμε με περίσσια χαρά, κάνοντας τις πιο ακραίες ευχές που θα μπορούσε να κάνει κάποιος που ζει μία και μοναδική ζωή δίπλα σ’ αυτή τη θάλασσα. Το αλκοόλ ρέει στα πεινασμένα στομάχια μας και τα χέρια μας δένονται κόμπος σ’ ένα σμίξιμο που όμοιό του δεν θα υπάρξει ξανά. Τα κρατάμε ενωμένα, πλεγμένα για ώρα πολλή, δίχως να νοιαζόμαστε που θα καταλήξει η νύχτα. Γνωρίζοντας όμως πολύ καλά που ακριβώς θα καταλήξουμε εμείς αυτή τη νύχτα.

   Έξω απ’ το μπαρ, τόσο κοντά μας, η Θεσσαλονίκη φωτίζει τους δρόμους της με πολύχρωμα λαμπιόνια. Άνθρωποι νέοι οργώνουν την παραλία, τα γύρω στενά, τους κάθετους δρόμους μπερδεύοντας τις παράλληλες ζωές τους. Μας καλούν στο παιχνίδι που παίζεται απ’ το ’89. Από την πρώτη νύχτα που πάτησα το πόδι μου εδώ. Ένα παιχνίδι ατέρμονο, ονειρικό, σαν παιδική ανάμνηση. Κάποια φάρσα που επιμένω να απολαμβάνω άλλοτε με δάκρυα χαράς κι άλλοτε με δάκρυα λύπης.

   Βγήκαμε στο δρόμο. Τα δάχτυλα λύθηκαν για λίγο. Σκουπίσαμε απ’ τα χείλη μας τις τελευταίες σταγόνες του ποτού μας. Το μυαλό μας φλέγεται από την επιθυμία. Τα κορμιά μας συγκατοικούν με την έκσταση. Περπατάμε ο ένας πλάι στον άλλον προσέχοντας όσο γίνεται να μην τσακίσουμε τα εύθραυστα φτερά μας. Πήρε να δροσίζει. Βράδιασε για τα καλά. Δίπλα μου είναι ο Άλκοξ και πιο πέρα βρίσκεται ο Κουτσός και η Δεσποινίς Βήτα αγκαλιά μ’ όλα τα νέον φώτα της μικρής μας πολιτείας. Κάποτε είχαμε σκεφτεί πως αν μείνουμε αγκαλιασμένοι για ένα ολόκληρο λεπτό, θα διώξουμε για πάντα τον θάνατο από κοντά μας.

   Σταματήσαμε μπροστά στην πόρτα κάποιου μπαρ, δυο ανάσες μακριά απ’ τη θάλασσα, κάτω από μια ολοζώντανη φοιτητική εστία. Ξεχειλίζουν τα παράθυρα φρέσκιες πνοές. Καθρεφτάκια στέλνουν σινιάλα πονηρά, κινητά τηλέφωνα κανονίζουν ραντεβού και υπόσχονται έξαψη κι έρωτα μέχρι το επόμενο πρωινό εργαστήριο στη σχολή. Ακούμε γέλια και φωνές ελευθερίας, έστω πρόσκαιρης. Όλοι αυτοί πάνω απ’ τα κεφάλια μας ζούνε μια ζωή που κέρδισαν ή που νομίζουν ότι έχουν κερδίσει. Περιπλανούνται, απάχηδες, σε μια πόλη που ήδη λατρεύουν κι αυτό μέσα τους δεν θα αλλάξει ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτό είναι κάτι που πάντα θα υπερασπίζονται κι ίσως τελικά αποδειχτεί πως έχουν δίκιο.

   Άναψα τσιγάρο δίνοντας τον καπνό μου και στους υπόλοιπους. Πέρασε ώρα μα παραμείναμε έξω ακριβώς απ’ την είσοδο του μπαρ καπνίζοντας, σχεδιάζοντας τους επόμενους μονολόγους μας. Η κίνηση των αυτοκινήτων δίπλα μας πύκνωσε, αποκτώντας τον ρυθμό μιας ξεπεσμένης παρέλασης. Σβήσαμε τα τσιγάρα και χωρίς να πούμε κουβέντα κατευθυνθήκαμε προς την παραλία.

   Τα μαύρα νερά κρύβουν πάντα μέσα τους όλα τα χρώματα που γέννησαν οι περασμένες μέρες. Ανοίγουν τη θελκτική αγκαλιά τους να τα δελεάσουν και στο επόμενο δευτερόλεπτο τα καταπίνουν χωνεύοντας όλους τους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους. Μπροστά στη θέα της αβύσσου κι έχοντας πίσω μας την πόλη να ασθμαίνει, να χαίρεται, να χορεύει, να ζει και να πεθαίνει κάθε μικροστιγμή, καθίσαμε εκεί, δίπλα στο σκάσιμο των κυμάτων. Μ΄ ένα στυλ μιας φυλής εξαφανισμένης και τόσο απομακρυσμένης στο χρόνο που δεν μας θυμίζει τίποτα πλέον. Προτιμήσαμε να μείνουμε εκεί, εισπνέοντας τον αλμυρό αέρα του λιμανιού. Κοιτάζοντας το αδιέξοδο του σκοτεινού ορίζοντα και τα φανάρια των πλοίων που έρχονται και φεύγουν. Τα θαλασσοπούλια που προτιμούν να συνεχίσουν το αέναο πέταγμά τους παρά να παραδοθούν στον λήθαργο της φύσης τους. Ζευγάρια ανθρώπων με σώματα ενωμένα στο δικό τους άπειρο.

   Έριχνα που και που κάτι κλεφτές ματιές πάνω απ’ τον ώμο μου. Άπλωνα το χέρι κι άρπαζα μια κρύα μπύρα απ’ τη νάιλον σακούλα που έφερε κάποια αόριστη στιγμή η Δεσποινίς Βήτα. Η ώρα περνούσε ή είχε μείνει ακριβώς εκεί, ακινητοποιημένη. Λίγη σημασία είχε. Η μόνη αλήθεια που έκοβε τις πιο αλήτικες βόλτες στο μυαλό μου ήταν η αλήθεια που είχα κλείσει μέσα μου και τη φυλούσα ως το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Ήταν η επιστροφή μου εκεί. Στο μέρος όπου ξεκίνησαν όλα. Τα πάντα. Εκεί όπου συνέχιζαν να υπάρχουν οι ανάσες μου έστω και χωρίς εμένα. Οι αγκαλιές στις σκάλες του πανεπιστημίου και οι δειλά ερωτευμένοι στίχοι πλάι στους κάβους των πλοίων. Τα δανεικά φιλιά μιας πρώιμης αγάπης που δεν ανταποδίδονται ποτέ κι από κανέναν.

   Χάιδεψα με τη ματιά μου τους τρεις φίλους. Ο Άλκοξ χόρευε έναν αλλοπρόσαλλο χορό κοντά στο πιο απομακρυσμένο κύμα. Ο Κουτσός πετούσε ήδη λίγο πιο πάνω απ’ τη γήινη ατμόσφαιρα. Η Δεσποινίς Βήτα είχε ετοιμάσει εδώ και ώρα το μεθυστικό κοκτέιλ για την υπομονή που απαιτεί η αναμονή μέχρι την επόμενη μεγάλη νύχτα. Πριν κλείσω τα μάτια και παρασυρθώ απ’ τον βαθύ ύπνο που μου πρόσφερε απλόχερα η νύφη, κοίταξα για τελευταία φορά προς το λιμάνι. Ένα καλογυαλισμένο κόρνο γεννούσε χάλκινες μελωδίες πλάι σε σακιά γεμάτα μπαχάρια και μυρωδάτο πιπέρι. Σίγουρα όχι ακριβώς έτσι μα αυτή ήταν η τελευταία γεύση από ήχους και μυρωδιές που ήρθε και φώλιασε διατηρημένη ατόφια σε κάποιο παρθένο ντουλάπι του μεθυσμένου μου μυαλού. Λιμάνι. Κόλπος Θερμαϊκού. Ξημέρωμα.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου