leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

σε βρήκα μόνη

Κάθισα να γράψω μερικές αράδες. Δεν στρώθηκα. Κάθισα. Απλά. Όπως κάθεσαι να πιεις τον πρωινό καφέ λίγο μετά από ένα ήρεμο ξύπνημα. Έπειτα από εννιά ώρες ήσυχου ύπνου. Έπειτα από τη νυχτερινή δράση. 


    Βγήκα, μεσημέρι σχεδόν, μια βόλτα στην πόλη. Είχε κίνηση. Το ευχαριστιόμουν. Κοιτούσα όλους αυτούς που τρέχανε πάνω κάτω διασχίζοντας τους δρόμους με τις μηχανές, τα πόδια, τα αυτοκίνητα, με τα αναπηρικά τους καρότσια. Κοιτούσα όλους αυτούς που κάπου τους ήξερα. Όλοι γνωριζόμαστε. Έχω παρατηρήσει τους τελευταίους μήνες ότι δεν μου δίνει κανείς σημασία. Ίσως μόνο κάποιοι να λένε, που σίγουρα το λένε - να ο τρελός! κάνει τη βόλτα του πάλι μονάχος. Τους έχω ακούσει. Μια φορά ένας που διάβαζε λαθραία την κρεμασμένη εφημερίδα στο περίπτερο. Και μία γυναίκα με παραγεμισμένο το στόμα της, πασαλειμμένο με λίγδα, αυτό μουρμούρισε και παραλίγο να πνιγεί απ' τα ψίχουλα. Τρία - τέσσερα παιδιά, θα 'ταν του δημοτικού, έπαιζαν χαρούμενα κάτω από ένα κόκκινο στοιχειωμένο δέντρο του πάρκου και τραγουδούσαν τη μελωδία του Τρελού. Κι άλλους έχω ακούσει. Πολλούς. Κάποιοι το ψιθυρίζουν στον διπλανό τους όταν τους προσπερνώ σκεπάζοντας τα χείλη με τα περιποιημένα χέρια τους.


    Δεν σταμάτησα. Δεν έκανα στάση πουθενά. Το ευχαριστιόμουν. Χαιρόμουν με τις φάτσες όλων αυτών των δυστυχισμένων. Έκλεβα την εικόνα των ιδρωμένων πολιτών. Μια μητέρα έδινε συμβουλές στο μικρό της αγόρι πως να γίνει το μίζερο ανθρωπάκι που είναι ήδη ο πατέρας του. Πως να μάθει να κυνηγά το Αύριο χωρίς να ζει ούτε μια στιγμή του Σήμερα. Έπειτα, το τράβηξε στην άκρη και του έκλεισε τα μάτια, τα σφράγισε με τα όμορφα νύχια της, για να μην με δει, να μην με αντικρίσει και το πάρω μαζί μου.


    Μια στιγμή λυπήθηκα. Και η στιγμή κράτησε για χρόνια. Ήταν που σε είδα χτυπημένη στη μέση του δρόμου, ξαπλωμένη στην άσφαλτο. Μόλις είχε γίνει το κακό. Τέντωσες το κορμί σου κι ύστερα το δίπλωσες για μερικά δευτερόλεπτα. Έκανες να σηκωθείς μα ξανάπεσες. Προσπάθησες, τεντώθηκες. Τα κατάφερες! Προχώρησες με δυο σίγουρα βήματα προς μια αβέβαιη αιωνιότητα. Όμως λύγισες και βρέθηκες πάλι στην άσφαλτο. Αίμα δεν υπήρχε πουθενά. Δεν θα υπάρξει ποτέ. Αναίμακτα γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Συνέχισα να σε βλέπω. Δεν έκανα τίποτα. Δεν μπορούσα, ήταν αδύνατο να σε βοηθήσω. Δεν μου το έμαθε κανείς και τα ένστικτά μου έχουν πάψει να αναπνέουν. Χωρίς άλλη σκέψη γύρισα το κεφάλι και το σώμα μου γι' αλλού. Πήγα σ' ένα ξενυχτάδικο παρέα με όλα εκείνα τα ψευτοχαρούμενα ανθρωπάκια και το γλέντησα μέχρι το πρωί. Ήπια λίτρα αλκοόλ μέχρι να νιώσω τόσο κουρασμένος. Μέχρι να επιθυμήσω το δάγκωμα μιας ετοιμόγεννης σκύλας και την αγκαλιά του παπλώματος. 


    Δεν σε ξέχασα. Σε είδα στον ύπνο μου. Σ' έβλεπα για εννιά συνεχόμενες ώρες ήσυχου ύπνου. Ήσουν όμορφη. Ξαπλωμένη στην άσφαλτο της πόλης. Στεγνή, χωρίς αίμα. Σ' έβλεπα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Δεν ήθελα. Δεν μου το έμαθε κανείς. Ποιος ασχολείται μ' έναν τρελό;      

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

λέξεις από τον Άδη

Τσαρλς Μπουκόβσκι - Η πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη
(Σε μετάφραση του Γιάννη Λειβαδά από τις εκδόσεις Ηριδανός.)

.. αν εξαιρέσει κανείς τα απαράδεκτα, σχεδόν παιδικά, τυπογραφικά και κυρίως ορθογραφικά λάθη, αν παραβλέψει την ακριβή τιμή (20 ευρώ) και εστιάσει εκεί που χρειάζεται, δηλαδή στα διηγήματα του Μπουκόβσκι, μόνο να κερδίσει μπορεί. Και να κερδίσει τα πάντα. Ο Χανκ συνεχίζει να μας ταΐζει με λέξεις βγαλμένες απ' τα έγκατα του Άδη. Δεν συνεχίζω. Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από το διήγημα ''Δέκα Μαλακίες''.

    ''Το πρωί όταν σηκώνομαι, πάω για κατούρημα, επιστρέφω, τους βρίσκω και τους δυο να κοιμούνται σ' ένα στενό καναπέ όπου χωράει ένα άτομο με το ζόρι, αλλά είναι οι δυο τους και τα πρόσωπά τους μαζί και κοιμούνται μαζί και τα σώματά τους, μα εγώ γιατί γίνομαι συναισθηματικός;;; Το μόνο που νιώθω είναι ένας ελαφρύς κόμπος στον λαιμό, είναι η αυτόματη θλίψη της ωραιότητας που κάποιος διαθέτει, οι δυο τους, που ούτε καν με μισούν... που θα μπορούσαν ακόμη και να μου ευχηθούν τι;...
    Βγαίνω έξω ενθαρρυμένος και γεμάτος θλίψη και συναισθήματα και αρρώστια και κατήφεια και Μπουκόβσκι, γέρος, στο ηλιόφως, θεέ μου, φτάνω στην έσχατη γωνία, στο τελευταίο χτύπημα του μεσονυχτίου, παγερός ο κ. Τσ., η φοβερή Χ., Μαίρη Μαίρη, αθώος σαν ένα έντομο πάνω στον τοίχο, η ζέστη του Δεκέμβρη ένας διανοητικός ιστός αράχνης κατά μήκος της παντοτινής μου ραχοκοκαλιάς, Έλεος ωσάν του Κέρουακ το νεκρό βρέφος ριγμένο φαρδιά - πλατιά στις σιδηροδρομικές γραμμές στο Μεξικό μέσα στον παντοτινό Ιούλιο των απομυζόντων τάφων, τους αφήνω εκεί στη βολή τους, στην μεγαλοφυΐα της αγάπης τους, και οι δυο τους όντας από μένα πιο άξιοι, αλλά το Νόημα, το ίδιο, μια αηδία, που μεταβάλλεται, γίνεται άμμος, μέχρι που, εγώ ίσως να καθίσω να το γράψω, αφήνοντας λίγα πράγματα απέξω (με φοβέρισαν ποικίλες ισχυρές δυνάμεις ώστε να κάνω πράγματα φυσιολογικά μονάχα και μ' ευχαρίστηση τα έπραξα)
      Και μπαίνω στο παλιό των έντεκα χρόνων αυτοκίνητο
      Και τώρα έχω απομακρυνθεί
      Βρίσκομαι εδώ
      Κι εδώ σου γράφω μία μικρή παράνομη ιστορία
      Αγάπης
      Για μένα ακατανόητη
      Μα, ίσως, για σένα
      Κατανοητή.


                                                     Ειλικρινά δικός σου,
                                              Σάντσεζ και Μπουκόβσκι.


    Υ.Γ. - ετούτη τη φορά το Πάθος ατύχησε. Βάστα μέχρι εκεί που αντέχεις: την αγάπη, το πάθος ή το μίσος.''  

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

στολισμένο Τίποτα

   Πως θα διατηρήσω την ψυχραιμία μου, την καθαρή σκέψη, το ελεύθερο πνεύμα, την εσωτερική αναζήτηση;

   Πως θα κρατήσω ανέπαφη την αξιοπρέπεια, ατάραχη την ψυχική γαλήνη;
   Πως θα αφήσω ανενόχλητο τον ταξιδευτή νου, αχαλίνωτη τη γλώσσα και το σώμα;
   Πως θα παραμείνω αδούλωτος, χωρίς περιττούς ηρωισμούς και ψευδεπίγραφα συμβόλαια;
   Πως θα παγώσω στο χρόνο τον ανορθόγραφο ιχνογράφο εαυτό μου, ό,τι κι αν  σημαίνει αυτό;
   Πως θα μεταδώσω τη φλόγα στους πολλούς αν πάψει η σπίθα μέσα μου;

   Πως θα καταφέρω να διώξω την ανοησία γύρω μου χωρίς να εκφυλιστώ, χωρίς να ξεφλουδίσω μάταια τον αρχαίο έρωτα;

   Πως θα ταξιδέψω παντού τριγύρω το Εσύ, το Εσείς, το Εμείς ως ένα; Επίσης, πως θα επιτεύξω το όλον με όλους;
   Ξέρεις, μου μάθανε πως η πικρή γεύση κάνει καλό μα ακόμη δεν έχω καταλάβει που. Μου δίδαξαν πως αν σκύψω θα δείξω ταπεινός και όχι δούλος. Αν παραμείνω ακίνητος θα 'μαι όμορφος σαν ελληνικό άγαλμα. Αν κλείσω το στόμα μου θα μοιάζω σοφός. Ίσως, ακόμη, αν κοροϊδέψω αλλήλους να γίνω Θεός.

   Πως θα αποτρέψω το αναπότρεπτο, το στέρεα δομημένο, το τόσο πυκνά υφασμένο;
   Πως θα βυθίσω στην πιο βαθιά θάλασσα τον φελλό του σκοταδισμού και της εκμηδένισης;

   Πως θα ξεσκουριάσω το κορμί και το μυαλό κάποιου που παραμένει υπνωτισμένος στο, υπερπάντων, στολισμένο Τίποτα;

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

στη δύση η ανατολή

   δεν μου έχει μείνει καμία γεύση στο στόμα. ίσως και να έπρεπε. μπορεί να φταίει το μούδιασμα της γλώσσας.


   τα πάντα ακυρώνονται μέσα σε λίγες στιγμές. στιγμές που είναι ικανοποιητικά αρκετές για να ξεχάσεις ολόκληρα μέρη της πρόσφατης ζωής.


   σαρώνω με τα μάτια το παγωμένο τοπίο και τρυπώ τους τοίχους της απαγόρευσης. δεν έχει μείνει τίποτα.


   οι θλιμμένες νύχτες γιγαντώνουν τη λύπη της ημέρας. την κάνουν να φαντάζει μεγαλύτερη απ' όσο επιθυμούσαμε στη σκοτεινή εφηβεία μας. 


   πρώτη φορά οι ώρες περνούν τόσα αργά και ο χρόνος τρέχει άπιαστος. ανελέητος. χάντρα στη χάντρα ξοδεύονται οι μήνες.


   και οι μνήμες; δεν έχει μείνει τίποτα σου λέω.η νάρκη. η ζάλη. το στάσιμο. το βρώμικο. το χρώμα της αυγής. το βάλσαμο. το φιλί. 


   ακόμη και τα λόγια σώθηκαν. δεν περισσεύουν πια. σιωπούν στεγνά. αποστεωμένα. ανύπαρκτα. νεκρά. 


   ο τελευταίος χορός αγκαλιά με τη δύση. η τελευταία παράσταση δόθηκε χωρίς επιτυχία. καλώς μας ήρθες Άνοιξη.