leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Το χαμόγελο της πολαρόιντ



το Χαμόγελο της πολαρόιντ κυκλοφορεί τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Απόπειρα. 




Δεκαπέντε ιστορίες. Δεκαπέντε πυρετικές ιστορίες που στροβιλίζονται, κάνουν κύκλους. Πασχίζουν να αποφύγουν η μία την άλλη κι όμως κάπου μέσα στις σκιές ενώνονται πεισματικά. Επαναλαμβάνουν μονολόγους, νυχτερινές προσευχές και αφορισμούς. Επαναλαμβάνονται όπως η κάθε ίδια μέρα που ζούμε μέσα στη ζωή που άλλοτε προσπερνάμε κι άλλοτε κολλάμε στις μικρές κι ασήμαντες, για τους άλλους, στιγμές της. Ενώνουν τ’ ακροδάχτυλά τους δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα στους ήρωες κι αφήνουν να δραπετεύσει η αίσθηση ότι πρόκειται για έναν και μόνο ήρωα. Κάποιον καθημερινό, ανασφαλή και τελικά θνητό που υψώνει το φθαρτό κορμί του μήπως και αγγίξει αυτό που ποτέ δεν του προσφέρθηκε.

Δεκαπέντε μικρές ιστορίες δηλητηριασμένες με τις εμμονές που τις πρέπουν. Μικρές ιστορίες για τις μεγάλες απώλειες, τη νοσταλγία που κερνάνε οι αναμνήσεις, τη μοναξιά που ξεχειλίζει στο τέλος κάθε Σαββατόβραδου. Προχωρούν πιασμένες σφιχτά απ’ το χέρι με την απιστία, την προδοσία, την τρέλα αλλά και με την ομορφιά της σπάνιας φιλίας, τη γεύση της άγουρης ποίησης, την ανάσα του νέου έρωτα. Μετεωρίζουν τα άυλα κορμιά τους πάνω απ’ τα ανυποψίαστα κεφάλια των περαστικών μέχρι να επιστρέψουν και πάλι στο μέρος απ’ όπου ξεκίνησαν. Μέχρι να συναντήσουν τη μπάρα πάνω στην οποία γράφτηκαν. Κάτω από το φως της μεταμεσονύκτιας λάμπας της, λίγο πριν ξημερώσει. Όταν κι ο τελευταίος θαμώνας έχει πέσει για ύπνο. Δεκαπέντε ιστορίες κι ένας μονόλογος. Σύνολο δεκάξι. Sweet Sixteen.        

                                                               [από το οπισθόφυλλο του βιβλίου]

... περισσότερες λεπτομέρειες σε λίγο!

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

τα κορίτσια της αρχαίας εφηβείας

Σπρώχνω το καρότσι πάνω στο καλογυαλισμένο πάτωμα του συνοικιακού σούπερ μάρκετ. Το έχω φορτώσει με άχρηστα πράγματα, με αγορές που δεν τρώγονται, ούτε πίνονται. Με απορρυπαντικά και οδοντόκρεμες, με μπλε τετράδια και γομολάστιχες. Τα πλακάκια γλιστρούν λες και τα έχουν περάσει με κερί. Ποιος ο λόγος άραγε; Ένα μικρό αγόρι, γύρω στα 7 ή 8, δεν ξέρω, έχει πάρει από το ράφι με τα είδη κουζίνας ένα μεγάλο, κοφτερό μαχαίρι κι έχει κάτσει στο τέλος ενός σκοτεινού, μισοφωτισμένου διαδρόμου. Έχει βαλθεί να χαλάσει όσο περισσότερο πάτωμα μπορεί. Ξύνει τους αρμούς απ' τα πλακάκια, τους αφαιρεί άτσαλα κι έπειτα χαράζει τα αιώνια ιερογλυφικά της παιδικής κατεργαριάς σχεδόν αριστοτεχνικά. Το βλέπω και δεν μιλώ. Κάνω να φύγω κι αλλάζω διάδρομο. Στον ακριβώς παράλληλο συναντώ ένα κορίτσι. Είναι κοντά στην ηλικία μου και σπρώχνει το δικό της καρότσι γεμάτο με αγορές που τρώγονται. Το ιδανικό καρότσι της μέσης γυναίκας που έχει να φροντίσει ένα τσούρμο κουτσούβελα κι έναν άντρα που δεν σταματά ποτέ να πεινάει και να απαιτεί. Κι άλλο, κι άλλο φαΐ. Τάισε με κι άλλο γαμώτο!

Το μικρό κορίτσι, που είναι κοντά στην ηλικία μου ή που θα μπορούσε να μοιάζει τόσο πολύ με μένα ή έστω κάποιοι, σε άλλη περίπτωση, θα έλεγαν πολύ άνετα ότι είμαστε συνομήλικοι, δίδυμα ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο συγγενές, σέρνει το καρότσι του απελπισμένο ψάχνοντας το δικό της μικρό βλαστάρι. Το πρόσωπό της έχει γεράσει κι αυτή έχει σαλτάρει ολόκληρη από την αγωνία της να βρει τον κατεργάρη που παραμένει κρυμμένος στην εξαφανισμένη απ' όλα τα βλέμματα γωνιά του και συνεχίζει απτόητος να χαράζει τα ακαταλαβίστικα σχέδια που μόνο αυτός και οι υπόλοιποι εφτάχρονοι ή οκτάχρονοι νιώθουν. Τη βλέπω, την παρατηρώ κι οσμίζομαι τον φόβο όπως η άγρια σκύλα. Βλέπω τη νιότη να χάνεται στα σημάδια που αφήνουν οι τέσσερις μικρές ρόδες του καροτσιού πάνω στο γαμωγυαλισμένο πάτωμα. Εκεί ακριβώς την αφήνει. Και στο δρόμο. Και στο σπίτι με τα υγρά σεντόνια και τα ασιδέρωτα βρακιά του άντρα της. Και στις ανούσιες συνευρέσεις με τις γυναίκες της πολυκατοικίας κι ολόκληρης της γειτονιάς. Και στη μουρμούρα της άκομψης πεθεράς. Την έχει αφήσει πίσω εδώ και χίλια χρόνια. Στο πλάι των ονείρων που ήταν ασημένια και κόντεψαν να γίνουν χρυσά αλλά... όχι! Αυτό δεν το κατάφερε.

Τους αφήνω και φεύγω. Δεν έχω καμιά δουλειά εκεί, μαζί τους. Φτάνω στο σπίτι και τοποθετώ όλα τα απορρυπαντικά στην άχρηστη αποθήκη. Πηγαίνω στην κουζίνα, ανοίγω το ψυγείο και χουφτώνω μια κρύα μπίρα. Μια σκέψη τριγυρνάει συνεχώς στο μυαλό μου. Άραγε πως θα έμοιαζε το αίμα της έπειτα από την καυτή συνάντηση με το κοφτερό λεπίδι, καθώς θα κυλούσε ανάμεσα στους ξεριζωμένους αρμούς και στα γυμνά αυλάκια του πατώματος;