leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Pablo [περιοδικό ΛΥΚΟΣ, #9]



Ο Παύλος σηκώθηκε πριν χαράξει. Αν και ήταν η μέρα που είχε το ρεπό του ήταν αδύνατο να μείνει στο κρεβάτι. Πήγε κατευθείαν στη τουαλέτα και γέμισε τον κάδο του πλυντηρίου με τα άπλυτα της δουλειάς. Το ρύθμισε στο εντατικό πρόγραμμα και πρόσθεσε απορρυπαντικό. Ο κάδος άρχισε το κυκλικό του ταξίδι μέσα στη μονοτονία του άγουρου πρωινού και την ησυχία των κοιμισμένων γειτόνων.
    Κοίταξε για λίγο το πρόσωπό του στον στρογγυλό καθρέφτη του μπάνιου, κάτω ακριβώς από το άγριο φως που σκορπούσαν οι δύο γυμνές λάμπες. Ένα φως που ράπιζε αλλά δεν ξέπλενε ποτέ. Ούτε τις σκέψεις αλλά ούτε και τις μνήμες. Πόσο μπορεί να γεράσει ένας άνθρωπος μέσα σ’ έναν χρόνο; Οι 365 ημέρες δεν μετρούν για όλους το ίδιο. Μάλλον.
    Ετοίμασε τον καφέ του με τις ίδιες κι απαράλλαχτες κινήσεις που τον ετοίμαζε κάθε προηγούμενη μέρα. Περίμενε υπομονετικά να φουσκώσει το καϊμάκι του και τον σέρβιρε στην αγαπημένη της κούπα. Διπλό και αχνιστό. Κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά στην κλειστή TV κι άνοιξε το ράδιο. Οι νότες του Μότσαρτ αγκάλιασαν το παγωμένο σαλόνι. Αλλά δεν το ζέσταναν. Έξω πήρε να χαράζει με τον ήλιο να μην έχει καμία διάθεση να στολίσει την Ανατολή. Ο Παύλος άναψε το πρώτο τσιγάρο της νέας μέρας. Της δίδυμης ημέρας μ’ εκείνη ακριβώς, την περσινή. «Σαν σήμερα», σκέφτηκε.
    Στο κενό που άφηνε κάθε μουσικό κομμάτι όταν τελείωνε και μέχρι να αρχίσει το επόμενο, ακουγόταν το πληκτικό γύρισμα του κάδου. Φανταζόταν το περίεργο κοκτέιλ από νερό, σαπούνι και αίμα να πλημμυρίζει ολόκληρο το διαμέρισμα. Να βάφει το κορμί του. Σηκώθηκε σχεδόν αυτόματα κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα του μπάνιου για να ελαχιστοποιήσει τον θόρυβο. Δεν κατάφερε και πολλά και ξαναγύρισε στην πολυθρόνα. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’ τον καφέ που έκαιγε ακόμη κι άναψε δεύτερο τσιγάρο. «Ένας χρόνος», ψέλλισε και ρούφηξε δυνατά το τσιγάρο μέχρι ο καπνός να βρεθεί αγκαλιά με τα τοιχώματα του στομαχιού του.
    Ο δαιμονισμένος ήχος του τηλεφώνου ήρθε να προσθέσει ακόμη λίγη παράνοια στο θολωμένο του κεφάλι και μαζί με τους υπόλοιπους ήχους να του δώσουν να καταλάβει ότι δεν θα ξέφευγε και τόσο εύκολα απ’ αυτό που με μαεστρία και σαδισμό κάποιος άλλος είχε σχεδιάσει. Έμεινε ακίνητος, σχεδόν χωρίς να ανασαίνει, να ακούει το επαναλαμβανόμενο κουδούνισμα της μισητής συσκευής. Μια συσκευή που δηλώνει την παρουσία της πάντα για κάτι κακό, δυσοίωνο και τετελεσμένο. Δεν το σήκωσε. Δεν μπήκε καν στον κόπο να το βγάλει απ’ την πρίζα. Το άφησε να χτυπάει μέχρι που όποιος κι αν ήταν βαρέθηκε και το έκλεισε. «Όχι σήμερα», ούρλιαξε προς τη νεκρή πλέον συσκευή και η φωνή του ακούστηκε τόσο κουρασμένη. Λες και είχε έναν ολόκληρο χρόνο να κλείσει μάτι. Μετά από δυο λεπτά το τηλέφωνο άρχισε και πάλι χτυπάει. Ο Παύλος σηκώθηκε και το έβγαλε απ’ την πρίζα.
    Ο ήλιος κατάφερε με κόπο να στείλει κάτι υποκίτρινες αχτίδες που με δυσκολία χάριζαν το χρώμα τους στο μοναχικό διαμέρισμα. Ο Παύλος, μπροστά στη βιβλιοθήκη, χάιδευε τις ράχες των βιβλίων λερώνοντας τα δάχτυλά του με την σκόνη των περασμένων μηνών. Το άγγιγμά του έφτασε ως τον φάκελο του ταξιδιωτικού πρακτορείου. Τον άνοιξε για να βεβαιωθεί ότι όλα είναι εντάξει και τον ξανάκλεισε μ’ ένα πικρό χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του. «Είναι το ταξίδι μας», μονολόγησε μπροστά στην φωτογραφία της πνίγοντας κάθε λυγμό που προσπαθούσε να βρει διέξοδο απ’ την ψυχή του ως τον έξω κόσμο.
    Απ’ το ράδιο, τώρα, ακουγόταν μόνο παράσιτα και το πλυντήριο μ’ έναν αποκρουστικό ηλεκτρονικό ήχο τον προειδοποιούσε ότι η πλύση είχε τελειώσει. Έσκυψε μπροστά στην θολωμένη από την υψηλή θερμοκρασία πόρτα και κοίταξε τα καθαρά ρούχα της δουλειάς. Το αίμα είχε καθαρίσει γι’ ακόμη μια φορά. Οι φόρμες, οι ποδιές και τα παντελόνια ήταν έτοιμα να φορεθούν. Σαν καινούρια. Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το δυστύχημα. Λες και δεν πέρασε ποτέ από μπροστά του το φορείο. Λες και δεν αντίκρισε ποτέ τα μακριά της μαλλιά πνιγμένα στη λάσπη και στο πηγμένο αίμα. Το σκεπασμένο της κορμί μ’ εκείνη την άθλια και βρώμικη κουβέρτα του νοσοκομείου δεν σταμάτησε στιγμή να αναπνέει καθώς τα μάτια του την έβλεπαν μέσα στη βιάση του μεσονυχτίου. Σαν να μην έμεινε ποτέ του ανήμπορος να κάνει αυτό που ήξερε τόσο καλά να κάνει στο παρελθόν. Σαν να μην πέρασε ένας χρόνος και μια μέρα πριν. Όπου όλα ήταν ιδανικά.
    Άφησε τα καθαρά ρούχα να μουλιάζουν μέσα στους υδρατμούς του κάδου. Το σακίδιό του ήταν έτοιμο από την προηγούμενη νύχτα. Πήρε το εισιτήριο της μιας θέσης και την φωτογραφία της και βάζοντάς τα στην τσέπη του φόρεσε το μπουφάν που πλέον του έπεφτε λίγο μεγάλο. Κοίταξε απαλά το σπίτι για τελευταία φορά κι αποφάσισε, πριν εξαφανιστεί για πάντα, να δηλώσει ασθένεια για την επόμενη εργάσιμη μέρα. «Me llamo Pablo», ψιθύρισε κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.   

1 σχόλιο: