leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

δέκα μέτρα [θερινό τεύχος του περιοδικού Λύκοs, #6]


Ήμουν κλεισμένος στο σπίτι τρεις βδομάδες. Δεν είχα άλλη επιλογή. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Ήταν Τετάρτη, πρώτη Αυγούστου κι έξω πήρε να βρέχει. Η μόνη μου επιθυμία ήταν να βγω απ’ το αποπνικτικό μου διαμέρισμα και να περπατήσω ξυπόλυτος στην βρεγμένη άσφαλτο της λεωφόρου Ρούγα Μαΐστρα. Το πράγμα ήταν εύκολο. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να ανοίξω την εξώπορτα του σπιτιού μου και να κατέβω ήρεμα και σταθερά τους πέντε ορόφους που με χώριζαν απ’ τον καθαρό αέρα. Ντύθηκα πρόχειρα, πήρα τα κλειδιά στο χέρι και βγήκα. Σε κάθε όροφο, από τους συνολικά έξι τις πολυκατοικίας, υπάρχουν δύο διαμερίσματα. Αυτό που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο δικό μου είναι πάντα τόσο ήσυχο που νομίζεις ότι δεν υπάρχει κανείς εκεί μέσα ή ότι έχει πεθάνει προ πολλού και δεν τον έχει πάρει κανένας χαμπάρι ως τώρα. Πάντα φανταζόμουν μια μούμια να στρογγυλοκάθεται στην πολυθρόνα του καθιστικού ακίνητη, μακάρια. Το ασανσέρ δεν το χρησιμοποίησα ποτέ. Ούτε καν στη μετακόμιση. Η αλήθεια είναι ότι είχα ζοριστεί πολύ να ανεβάσω ως τον πέμπτο τα πράγματά μου αλλά οι ανελκυστήρες, και ειδικά ο συγκεκριμένος, μου κόβουν τα ήπατα. Δεν αντέχω να βλέπω τα σπλάχνα του πίσω από ένα σιδερένιο πλαίσιο. Όλα αυτά τα χοντρά συρματόσκοινα, οι σούστες και τα λοιπά έντερα που στέλνουν εντολές στον θάλαμο να σε πηγαίνει πάνω – κάτω. Έτσι, γι’ ακόμη μια φορά επέλεξα τις σκάλες.

     Στον τέταρτο όροφο, κάτω ακριβώς από μένα, έμενε μέχρι πρόσφατα μια ήσυχη γριά. Δίπλα της ζούσε μία ολόκληρη οικογένεια με τέσσερις δαίμονες που άλλοι, ίσως κάποιοι ανεκτικοί άνθρωποι, θα τους ονόμαζαν παιδιά. Πρόσφατα η γριά μας άφησε για άλλους τόπους κι ήμουν σίγουρος ότι πέθανε ήρεμη και σοφή παρά την κόλαση που προκαλούσαν οι διπλανοί της. Λίγες μέρες μετά έμαθα πως ήταν θεόκουφη. Συνέχισα να κατεβαίνω τα αμφιβόλου σταθερότητας σκαλιά με την λίγδα να παραφυλάει στις άκρες τους αφού δεν υπήρχε κανένας ευαίσθητος ένοικος ώστε να την καθαρίσει μια και καλή ή να συντηρήσει έστω και τυπικά το κλιμακοστάσιο. Στον τρίτο η μία από τις δύο πόρτες των διαμερισμάτων, η δεξιά, ήταν μισάνοιχτη - δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να απλώσω το χέρι μου εκεί - δεν υπήρχε κανένας λόγος να ρίξω έστω και μια γρήγορη ματιά γεμάτη περιέργεια. Πρώτα έσπρωξα απαλά την ξύλινη επιφάνεια κι έπειτα έχωσα σχεδόν ολόκληρο το κεφάλι μου μέσα. Έξω, η βροχή κρατούσε για τα καλά κι ακουγόταν σποραδικές βροντές απ’ τη μεριά του Μάνο Νέγκρο, του βουνού που προφυλάσσει την πόλη μας από τους δυνατούς βοριάδες. Μέσα, επικρατούσε μία ανησυχητική ησυχία και κάνοντας να πλησιάσω στο μοναδικό φωτισμένο χώρο του σπιτιού κάτι με σταμάτησε. Ένα τεράστιο χέρι μ’ άρπαξε απ’ τον λαιμό κι ο ιδιοκτήτης του χεριού, χωρίς στην ουσία να μου πει τίποτε, άφησε ένα γρύλισμα και με μια δυνατή κλωτσιά επαγγελματία μ’ έστειλε κατευθείαν στον δεύτερο. Εκεί δεν με περίμενε καμία έκπληξη. Είχα συνηθίσει στη θέα των κουρελιών με τα οποία είχαν συνειδητά αντικαταστήσει τις εξώπορτες των δύο διαμερισμάτων οι περίεργοι τύποι που τα νοίκιαζαν. Ίσως ήταν ένα από τα φθηνά κόλπα αντιπερισπασμού προς τον ιδιοκτήτη για να πετύχουν κάποια μείωση ενοικίου. Ίσως πάλι και όχι. Στον πρώτο όροφο, έμενε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας και δίπλα της ακριβώς ο θυρωρός. Δεν κατάλαβα ποτέ που χρησίμευαν, όχι με την παρουσία τους αλλά με τον τίτλο της ειδικότητας που έφεραν. Η διαχειρίστρια έπλεκε όλη μέρα και σχεδόν όλη νύχτα και μόνο μια φορά το μήνα έκανε τη βόλτα της περνώντας απ’ όλα τα διαμερίσματα για να εισπράξει τα κοινόχρηστα. Ο θυρωρός κόμπαζε πως είναι ο μεγαλύτερος ψαράς του κόσμου κι όλη μέρα έλειπε στο λιμάνι ψαρεύοντας ψάρια που το έσκαγαν από τους υπονόμους με τις κοιλιές τους γεμάτες ποντικούς.

    Όταν έφτασα στο ισόγειο, αυτό που με χώριζε από την αγκαλιά της βροχής ήταν μονάχα ένας διάδρομος δέκα μέτρων.  Ο διάδρομος και η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος που συνεχίζω κατά έναν αξιοπερίεργο τρόπο να μένω μέχρι και σήμερα. Πρόλαβε και μπήκε από την είσοδο της πολυκατοικίας λίγο πριν καταφέρω να αποδράσω και να χαθώ απ’ το βεληνεκές των άγρυπνων ματιών της.
«Για πού το βάλατε κύριε Μανουέλ;» ρώτησε με μια υποψία ειρωνείας.
«Έλεγα να περπατήσω ξυπόλυτος στη βροχή», απάντησα με ειλικρίνεια.
«Θυμάστε, φαντάζομαι, πως μου χρωστάτε δύο νοίκια», συνέχισε να πυροβολεί και με το δίκιο της.
«Μάλιστα κυρία Κανδάλες», αποκρίθηκα με ύφος αθώου παιδιού, «το ποσό είναι συγκεντρωμένο και βρίσκεται πάνω, στο διαμέρισμα».
«Μην εξαντλείτε άλλο την υπομονή μου. Είμαι ευγενικός άνθρωπος».
«Το γνωρίζω και το εκτιμώ κυρία Κανδάλες. Θα σας φέρω τα χρήματα εγώ ο ίδιος σε λίγο. Θα περάσω από το σπίτι σας».
Η κυρία Κανδάλες δεν είχε πατήσει το πόδι της ποτέ στο σπίτι μου από τότε που το νοίκιασα. Κάθε τόσο της καθυστερούσα το νοίκι αλλά τους τελευταίους μήνες ήμουν άνεργος κι είχα μείνει πανί με πανί. Την έβγαζα καθαρή μόνο όταν κάποιος φίλος είχε να μου δανείσει κι έκανα που και που κάποια μεροκάματα σε μια αποθήκη συσκευάζοντας ρούχα προς εξαγωγή. Τον περισσότερο καιρό έμενα κλεισμένος στο μίζερο διαμέρισμα καταναλώνοντας κονσέρβες έτοιμου φαγητού και καπνίζοντας φθηνά τσιγάρα. Όταν κάλυπτα το νοίκι και περίσσευε κάνα ψιλό, αγόραζα μπύρες και καλούσα όποιον με είχε πρόσφατα δανείσει.

  
    Έκανα μεταβολή αφήνοντας πίσω μου την κυρία Κανδάλες. Νόμιζα πως από στιγμή σε στιγμή τα δέκα μέτρα του διαδρόμου θα με τυλίξουν πνίγοντας τον λαιμό μου με μια λαβή θανάτου. Δεν το έκαναν. Άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά αργά και με σίγουρο πάτημα. Στον πρώτο όροφο επιτάχυνα. Στον δεύτερο συνέχισα να μην δίνω σημασία. Στον τρίτο όροφο χαιρέτησα τον γορίλα που με τσάκισε πριν λίγα λεπτά. Απάντησε μ’ ακόμη ένα γρύλισμα. Στον τέταρτο ακούμπησα με τα ακροδάχτυλα την πόρτα της σοφής γριάς και στον πέμπτο, ήσυχος πλέον, άρχισα να ποντάρω στην ευγένεια της κυρίας Κανδάλες. Της ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος που συνεχίζω να μένω και να κοιμάμαι ήρεμα τις μέρες που πιάνει μια δυνατή μπόρα σαν κι εκείνη.                      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου