leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

μπάρα (το πράγμα είναι απλό)

Το πράγμα είναι απλό. Κάθεσαι αναπαυτικά, βολεμένα, στρογγυλά στο ψηλό σκαμπό της φιλόξενης μπάρας την οποία έχεις επιλέξει μία συγκεκριμένη νύχτα (να σε μεθύσει, να σου δώσει βήμα, να σε θυσιάσει στο βωμό της).

Γύρω σου και μέσα σου και παντού όλα χορεύουν τον μυστηριακό χορό της αιθυλικής αλκοόλης. Δεν δίνεις σημασία σε τίποτα παραμόνο στον ποτισμένο μικρόκοσμο που περιβάλει τον επίσης ποτισμένο εσώκοσμο.

Έχεις, από καιρό, πάψει να προσποιείσαι. Ξαναλέω, το πράγμα είναι απλό.

Στο πέμπτο ποτό σε πιάνει μια γενική λιγούρα. Καταπίνεις κυμματιστά πατατάκια λες και δεν υπάρχει αύριο. Τέλος, φτύνεις το μπωλ στο ξύλινο πάτωμα ενώ θυμάσαι την διαδεδομένη ρήση κάποιου μπαροφιλόσοφου ότι στα μπαρ πάμε για να πιούμε και ουχί για να φάμε. 

Μια ελαφριά τάση λιποθυμίας ακολουθεί το μαυροσκότεινο μπιτ που ξερνούν τα ηχεία. Εστιάζεις στο μοναδικό αντικείμενο που δεν κινείται στον χώρο, σε μια λάμπα ας πούμε. Δευτερόλεπτα μετά η λάμπα αρχίζει να σαλεύει προς το μέρος σου ξεφυσώντας κόκκινους καπνούς και πύρινες νεφώσεις. 

Η φράση «το πράγμα είναι απλό» σε λάιτ μοτίβ.

Δεν κινείσαι ούτε χιλιοστό ενώ σχεδόν αδιάφορα παραγγέλνεις το έκτο ποτό. Το πίνεις χωρίς ανάσα ρίχνοντας κλεφτές ματιές στη λάμπα που ήδη έχει επιστρέψει στην αρχική της κατάσταση και συμπεριφορά. Απλά κρέμεται ακίνητη και φωτίζει, όπως δηλαδή πρέπει να κάνουν όλες οι μπαρόλαμπες μέσα στον τέλεια σχεδιασμένο ντουνιά.

Ο μπάρμαν σου βάζει το έβδομο ποτό που άλλοι ονομάζουν και εισιτήριο στην τρέλα. 

Κάθεσαι σταυροπόδι κι ακουμπάς την παλάμη στο πηγούνι πλήρως στοχαστικά. Σκέφτεσαι αν θα ήταν σωστό, μέσα σε τόσο κόσμο, να έπαιρνες λιγάκι έναν υπνάκο. Το έχεις κάνει στο παρελθόν κι έπιασε. Γιατί όχι και τώρα;

Η καύτρα σου καίει τα δάχτυλα. Ξυπνάς! Ο διπλανός σου σε ρωτάει τι έπαθες. «Σκέφτομαι», του απαντάς σοβαρά. «Εδώ δεν ήρθαμε για να σκεφτούμε», σου ανταπαντάει επίσης σοβαρά. Σκέφτεσαι αυτό που μόλις άκουσες. Συμπληρώνεις τη γνωστή, γνωστότερη όλων, ρήση:

"Στα μπαρ πάμε για να πιούμε. Δεν πάμε για να φάμε. Δεν πάμε για να σκεφτούμε."

Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο δεν το εξετάζουμε καν. Θα το δείξει η ιστορία των καταμετρημένων σωστόλαθων της Μεγάλης Μπαρικής [στον νέο εμπλουτισμένο τόμο]      

  

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

διαβάτες στην πόλη [το κείμενο της παρουσίασης στη δημοτική βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης]



Περπάτησα σε μιαν άγνωστη πόλη. Πόλη βγαλμένη από τις λεπτομέρειες των διαμαντιών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Δημιουργημένη να εξυπηρετήσει κάποιον σκοπό που μόνο η ίδια θεωρεί αυτονόητο. Μία πόλη τοποθετημένη κάπου στο ακαθόριστο μέλλον, κοντινό ή πολύ μακρινό, λίγη σημασία έχει.

Διέσχισα τους δρόμους μιας άγνωστης πόλης. Πόλης βγαλμένης από τις αυλακώσεις του βινυλίου και τις κραυγές των καταραμένων τροβαδούρων. Εξαρτημένης από το σκοτεινό παρελθόν της και από το απαστράπτον φουτουριστικό περιβάλλον της. Διέσχισα τους δρόμους μιας πόλης που είναι φτιαγμένη να κλέβει το γέλιο αφού πρώτα υποσχέθηκε ανοιχτές αγκαλιές στολισμένες με ανθισμένα χρυσάνθεμα.

Μέσα σ’ αυτήν ακριβώς την πόλη, άοκνος διαβάτης, έζησα μήπως και απαντήσω το πεπρωμένο τεσσάρων ηρώων. Ηρώων με ενηλικίωση βίαια ποτισμένη από την απόδραση του παιδικού ενστίκτου και την μεταμόρφωσή του στο πιο άχαρο, κουρασμένο πρόσωπο, στον άδικο κόσμο ενός εγκλήματος που είτε το πράττεις είτε το βιώνεις ως θύμα.

Μου δόθηκε μια πόρτα, ως ευκαιρία. Ως μονοπάτι διαφυγής. Μια πόρτα μέσα σ’ ένα δολοφονικό μυαλό που γέννησαν οι όρκοι προσήλωσης και οι βαρύγδουπες, στο άκουσμα, υποσχέσεις. Οι κανόνες που ορίστηκαν για να μην ακολουθηθούν ποτέ ή έστω μέχρις ενός σημείου που θα μπορούσε να είναι και το χείλος ενός αβυσσαλέου γκρεμού. Μου την δώρισε ο ίδιος ο δολοφόνος. Ο φυσικός αυτουργός της φρικαλέας πράξης. Μιας πράξης που δεν ονειρεύτηκε ούτε για μια στιγμή να εκτελέσει. Έμεινε να χαμογελά μονάχα στην ιδέα ενός ταξιδιού αρωματισμένου με βότανα, σακιά μπαχαρικών και μυστηριακούς χορούς που όμως παρέμεινε ουτοπία μέχρι να στάξει η μελάνη και η ζυγαριά να γύρει αργά από το έγκλημα στην τιμωρία.

Και συνέχισα να διαβαίνω φτάνοντας ως την καρδιά της πόλης με τις χαρτογραφημένες αρτηρίες. Τις ηλεκτροφόρες φλέβες που πρήζονται και αναπνέουν από τους μεταλλικούς ήχους των τρένων και τις απόκρυφες σκέψεις των υπνωτισμένων επιβατών. Ο κάθε επιβάτης ακολουθεί την διαδρομή του, προκαθορισμένη χρόνια πριν, όταν αυτός επέλεξε την μονότονη και απερίσκεπτη πορεία του προς έναν θάνατο που πάντα θα αποτελεί την τελευταία στάση μιας άχαρης ζωής. Τους ακολούθησα όλους και τον καθένα ξεχωριστά. Ακολούθησα τούτες τις πορείες γνωρίζοντας πως η καθεμιά τους θα αποτελέσει και δική μου στάση. Πολλές στάσεις και όλες τελευταίες.

Απόκτησα συνήθειες, εμμονές. Έχασα τον δίκαιο ύπνο βυθισμένος κάπου ανάμεσα σε στίχους και γραμματοσειρές αιώνων άχρονων. Έμαθα να υπερτονίζω κλισέ που χαρίζουν την ψευδαίσθηση της ικανοποιητικής επιβίωσης αλλά και μια απέραντη θλίψη. Μια θλίψη που δεν παύει να θυμίζει τα ατελείωτα στεγνά χρόνια χωρίς ούτε ένα δάκρυ να μουσκεύει 
το μαξιλάρι στο διπλό αλλά άδειο κρεβάτι.

Έζησα μέρες καρμπόν με τις προηγούμενες. Ίδιες κι απαράλλαχτες σαν πολλαπλά είδωλα στους μαγικούς καθρέφτες του θλιμμένου Λούνα Παρκ της μεγάλης πλατείας. Όπου το κέντρο της ζωής είναι το σημείο Μηδέν της τεράστιας Ρόδας. Το κέντρο του ατσάλινου τροχού. Ένας φαύλος κύκλος απελπισμένης επανάληψης. Ξανά και ξανά λες και η νύχτα δεν εναλλάσσεται  ποτέ με τη μέρα ή το αντίστροφο.

Φυλακίστηκα, γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, μέσα σε διαμερίσματα πολύ μακριά από την πιο κοντινή Επαρχία. Με όλες αυτές τις κάθετες και οριζόντιες, τις αυστηρές γραμμές που απομονώνουν, αιχμαλωτίζουν τις ψυχές, τις συνειδήσεις, τις ροές των σκέψεων, τις ιδέες, μ’ ένα όφελος, μια ικανοποίηση: την κοινή, ευχάριστη θέα προς ένα Αστικό Σύμπαν, ίσως κάποιο πολύχρωμο σιντριβάνι ή μια πλατεία που δημιουργεί με την εικόνα της φτιασιδωμένα ραντεβού των ευχών κάθε Διαβάτη και κάθε παρατηρητή από τα απόλυτα ορθογώνια ανοίγματα προς την δήθεν Αποκάλυψη. Εκεί μέσα είδα όνειρα έπειτα από κοπιαστικές προσπάθειες να αγκαλιάσω τον βαθύ ύπνο. Είδα όνειρα που ποτέ δεν υπερπήδησαν στον κόσμο του ρεαλιστικού που υποτίθεται ότι βιώνουμε.

Με την έλλειψη κάθε νοήματος να σκεπάζει την Πόλη ως γιγάντια, στεγανή μεμβράνη, συνέχισα να ζω καταργώντας κάθε νόμο της Φυσικής. Εξακολούθησα να μετακινώ τα τεράστια κάτοπτρα ψάχνοντας τον Ήλιο μέσα στη νύχτα.

Οι ήρωες δεν σταματούν στιγμή να ζουν, να ανασαίνουν, να κοινωνούν με μικρές ζωογόνες γουλιές όσα η Πόλη ορίζει. Όσα η φιλία ζωγραφίζει. Όσα ο Έρωτας εξουσιάζει. Περιπλανώμενοι μέσα σε μπαρ και ροκ πεντάγραμμα. Μέσα σε όνειρα μεγαλύτερα απ’ όσο μπορούν να αντέξουν σε μία και μόνη ζωή. Μέσα σε μια παράξενη ζωή. Παράξενη παράξενη, όμως. Αγκιστρωμένοι από ανεξίτηλα σημάδια στο δέρμα μιας άγριας εφηβείας, οι διαπιστώσεις τους μυρίζουν αλλαγή μιας συνήθειας ή μιας σειράς σκέψεων που κάποτε, όχι πολύ παλιά, τους υποσχέθηκαν την γλυκιά ρουτίνα μέχρι τουλάχιστον να βρουν την άκρη που με λύσσα αποζητούν. Διαπιστώσεις που επιδρούν όπως μόνο η αδικία της ανώφελης πράξης μπορεί να επιδράσει σ’ έναν διαταραγμένο ψυχισμό. Σ’ έναν κόσμο μιας ψυχής ρημαγμένης και βίαια αποκολλημένης από τις σταθερές και την ομαλή συνέχεια, ως πορεία, μέσα σε κάποιο Αύριο που πιθανολογεί την επιθυμία και που πιθανόν να έχει αυτό ακριβώς το δίκιο που η λογική ορίζει.

                                                           ***

Κατάλαβα πως η περιπλάνηση θα συνεχιστεί. Θα ξεφύγει από τις ασφάλτινες ρωγμές των δρόμων και τις προσόψεις των τεράστιων κτιρίων. Θα αποδράσει από τα νυχτοπερπατημένα στενά που κυκλώνουν τις πλατείες και τον αλλόκοτο εαυτό της πόλης. Θα βουτήξει μέσα ακριβώς στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ως την τελευταία σελίδα. Θα ξεπεράσει το οπισθόφυλλο και θα κυλήσει στο πάτωμα, ακριβό απόσταγμα, πλημμυρίζοντας το ζεστό δωμάτιο ψάχνοντας τη Λύτρωση των τεσσάρων ηρώων. Τη Λύτρωση που μεταμφιεσμένη σε μια θελκτική γυναικεία φιγούρα βγαλμένη από κάποιο αστραφτερό βενετσιάνικο καρναβάλι στο βάθος του χρόνου θα ξεφεύγει συνεχώς απλώνοντας τη νέον αύρα της παντού.

Όμως η όμορφη αυτή γυναίκα πρέπει να βρεθεί κι αν πράγματι ανήκει μονάχα στη φαντασία πρέπει να μετατραπεί σε ύλη και να κατακτηθεί. Γιατί έμαθα πως στο τέλος όλοι και όλα λυτρώνονται. Με κάθε κόστος και με οποιονδήποτε ανθρώπινο ή απάνθρωπο τρόπο. Με πράξεις που φέρουν το όνομα της εξιλέωσης σε κάθε ύστατη στιγμή. Με αποφάσεις που χαλαρώνουν τα δεσμά μιας πορείας αναμειγμένης με τα υγρά όνειρα των ερωτευμένων. Με έργα που επιτρέπουν τη συνέχιση στο άπειρο. Με σπουδαγμένες κινήσεις απαλλαγής από το ψυχοφθόρο φορτίο. Με την εμφύσηση απαραίτητου οξυγόνου για να συνεχίσει τους ρυθμικούς χτύπους της κάθε γυάλινη κι εύθραυστη καρδιά.

Ήρθε η ώρα να κλείσω το βιβλίο. Να το αφήσω πάνω στο φθαρμένο ξύλο του φορτωμένου με ταξίδια τραπεζιού. Ήρθε η ώρα να αφήσω πίσω μου το Άστυ. Να παρατήσω μία ολόκληρη Πόλη στην τύχη της και να αναλογιστώ τις υπόλοιπες τύχες. Τις τύχες των νέων παιδιών που θέλησαν να ζήσουν, να ερωτευτούν και να αγκαλιάσουν την ευτυχία που δεν τους χάρισε κανένας. Να μπερδευτώ λαθραία μέσα στα ανοιχτά μέλη και στα ελεύθερα μυαλά αγγίζοντας τις ηλεκτροφόρες κεραίες τους με τον μουδιασμένο μου νου. Έφτασε εκείνη η μικρή και πολύτιμη στιγμή να σταθώ μπροστά σας και να σας πω με αυτά τα ελάχιστα λόγια πως έζησα κι εγώ εκεί μέσα. Τα είδα όλα με τα μάτια μου. Συνάντησα την αλήθεια και τον βούρκο του ψέματος. Μ’ ακούμπησαν οι κατάρες και οι λαχτάρες, οι φτερωτοί έρωτες και οι σκοτεινοί δαίμονες. Ταξίδεψα απ’ άκρη σ’ άκρη στο μεγαλείο ενός τόπου που, υποτίθεται, σου δίνεται απλόχερα να τον ζήσεις. Πέταξα πάνω από αυτόν τον τόπο που τελικά σου φράζει όλα τα ανοίγματα πρόσβασης σε οτιδήποτε ζωογόνο. Σε κάθε τι συνώνυμο της απόλυτης αρμονίας. Που, όμως, σου αφήνει μικρές χαραμάδες ελπίδας να βιώσεις την ζωή που ονειρεύτηκες πριν ακόμη γεννηθείς. Αυτήν την ζωή που γονιδιακά σου υποσχέθηκε η γυναίκα που έμαθες να αποκαλείς «Μάνα».

Δεν γνωρίζω αν βρέθηκε ή αν θα βρεθεί ποτέ αυτή η υπέροχη γυναίκα που ονόμασα Λύτρωση. Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τους ήρωες των μυθιστορημάτων όταν τελειώνει η ανάγνωση. Όταν τερματίζει αυτό το αλισβερίσι. Φαντάζομαι ότι στην χειρότερη περίπτωση μένουν εγκλωβισμένοι στο τυπωμένο χαρτί του εκδοτικού οίκου ή στην καλύτερη όλων ζουν ανάμεσα στην δική τους πραγματικότητα και στο δικό μας ονειρικό υποσυνείδητο. Εκπνέουν, κατά πως θέλουν οι ίδιοι, ανάσες και στεναγμούς ερωτήσεων και αποριών για το τι θ’ απογίνουμε ΕΜΕΙΣ μετά το τέλος της κάθε ανάγνωσης. Με κάποιο ντελικάτο άλμα ξεπηδούν από τον χάρτινο κόσμο τους και μας συναντούν. Με έναν κυκλωτικό χορό μας εγκλωβίζουν για πάντα. Με ακατάληπτα λόγια μας μεθούν προσποιούμενοι πως δεν συμβαίνει τίποτα. Με μονάκριβες σταγόνες απεγνωσμένης αγωνίας μάς λούζουν μεγαλόπρεπα και μας επιτρέπουν να τους εμπιστευτούμε όπως δεν εμπιστευτήκαμε ούτε το ίδιο μας το αίμα.

Ναι! Αυτό ακριβώς κάνουν οι ήρωες των βιβλίων. Αυτό ακριβώς κάνουν οι ήρωες ΑΥΤΟΥ του βιβλίου. Κι αυτό ακριβώς είναι που μας συνεπαίρνει με το πέρας κάθε ανάγνωσης. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τους ακολουθούμε. Και, είναι αλήθεια, θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Για πάντα!            

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ας σοβαρευτούμε αγάπη μου

Οι γυμνοί σου αστράγαλοι. Αυτό έμεινε στο κουφάρι της μνήμης που κάποιοι θα ονόμαζαν κρεβάτι. Έφυγες και τους άφησες πίσω σου. Μου τους άφησες. Δύο μπαγιάτικοι αστράγαλοι. Πίσω. Εδώ. Σε μένα. Δεν θα σαπίσουν ποτέ έτσι όπως είναι βουτηγμένοι μέσα στη φορμόλη της λοξής μνήμης. Μα ούτε και θα περπατήσουν ξανά γιατί... καταλαβαίνεις γιατί. 
Δύο λευκοί αστράγαλοι με τα ξανθά ίσια μαλλιά τους να δραπετεύουν απ' το καλάθι με τα ξυνόμηλα. Να γίνονται σχοινί. Να συναντούν τα δερμάτινα σανδάλια με τις αλμυρές δαντέλες τους, του περασμένου πελάγους κεντήματα. Κολλημένες και βαμμένες απ' το ιώδιο του κοκαλωμένου αστερία. Του νεκρού αστεριού με τις διαμελισμένες κεραίες.

Χθες κυνήγησα τη σκόνη του χαμηλοτάβανου σπιτιού μου. Έδιωξα όλες τις άνεργες νότες που έσβησαν εκείνο το μεσημέρι. Κοίταξα τα καρέ της ξύλινης πόρτας πίσω από τα περιστρεφόμενα πτερύγια του ανεμιστήρα. Εναλλασσόμενα κομμάτια θολών ονείρων. Έψαξα για τις σάρκες σου και τις βρήκα κουλουριασμένες στο πλάι της ψάθας να λούζονται κρυφά με άργιλο.
Τώρα με κοιτάζουν με μάτια βουρκωμένα ενώ παρακαλούν για την παύση της ομηρίας τους. Μα δεν φταίω για ό,τι τους συμβαίνει. Ίσως θα φταίξω για ό,τι τους συμβεί. Μέχρι τότε είμαι αθώος τεμαχισμένη μου φύση. Μου άφησες δύο αστράγαλους. Αλαβάστρινα πορτρέτα βασανισμένων παρθένων. Στερημένων βημάτων. Το ξέχασες αγάπη μου;  

  
 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

βουητό [περιοδικό ΛΥΚΟΣ #10]



Του ήταν αδύνατο να αντέξει άλλο. Όλο αυτό το υπόγειο ψιθύρισμα που αναδυόταν από τα πηγαδάκια των παρευρισκομένων γύρω του τον έκανε να νιώθει αφόρητα. Τον κούραζε. Έκανε να σηκωθεί λίγο, να ξεπιαστεί. Έτριψε τον σβέρκο του με την δεξιά παλάμη και με ήρεμες κινήσεις περιέστρεψε το κεφάλι του ακούγοντας τα διαδοχικά κρακ στη βάση του. Πλησίασε τη βιτρίνα του μπουφέ στο ευρύχωρο σαλόνι και σκύβοντας ελαφρά αντίκρισε το σκιώδες είδωλό του. Τα λιγοστά λευκά μαλλιά του έστεκαν κοκαλωμένα στεφανώνοντας το γερασμένο κρανίο του. Έβγαλε τη μικρή χτένα από την τσέπη του γιλέκου και έστρωσε ευλαβικά το λεπτό μουστακάκι που αντιστεκόταν σθεναρά στον χρόνο και μη θέλοντας να γεράσει ήταν ακόμη μαύρο σαν κάρβουνο. Έψαξε για την ταμπακιέρα του. Έλεγξε την εσωτερική τσέπη του σακακιού, τις δύο εξωτερικές και την πίσω τσέπη του παντελονιού η οποία δεν έλεγε με τίποτα να ξεκουμπώσει. Μάταια! Σάρωσε με την ματιά του τον χώρο του σαλονιού κι εντόπισε τη γυναίκα του. Την ρώτησε από μακριά μήπως πήρε το μάτι της την ταμπακιέρα αλλά αυτή, τόσο απορροφημένη που ήταν με τις κουβέντες της ομήγυρης, δεν του έδωσε καμία σημασία. Κατευθύνθηκε προς το γραφείο του. Φτάνοντας, άγγιξε την λουστραρισμένη επιφάνεια από ξύλο καρυδιάς και θαύμασε ακόμη μια φορά την τέχνη του πατέρα του να τιθασεύει το ξύλο και να δημιουργεί θαύματα. Άνοιξε το πρώτο συρτάρι και η ταμπακιέρα βρισκόταν εκεί, γυαλισμένη και με τα αρχικά του να στολίζουν την ακριβή πρόσοψή της. Γ.Β. Την άνοιξε κι έβγαλε ένα άφιλτρο. Πήρε τον βαρύ επιτραπέζιο αναπτήρα που έστεκε αγέρωχος δίπλα στον χαρτοκόπτη και το άναψε τραβώντας δυο δυνατές διαδοχικές ρουφηξιές. Ο καπνός τον ζάλισε τόσο ώστε έπαψε για λίγο να ακούει το διαρκές βουητό από τους καλεσμένους. Αναρωτήθηκε πότε είχε κάνει το τελευταίο του τσιγάρο. Η ζάλη τον διέταξε να καθίσει στη στιβαρή καρέκλα του γραφείου αλλά κι εκεί δεν άντεξε πολύ. Σηκώθηκε πάλι και διασχίζοντας το σαλόνι χαμογέλασε με μια συγκρατημένη χαρά σε όλους όσοι κάθονταν φορώντας ό,τι πιο επίσημο διέθετε η γκαρνταρόμπα τους. 

    Περπάτησε σε όλο το σπίτι καπνίζοντας κι απολαμβάνοντας την μεγάλη προσέλευση του κόσμου που είχε κατακλύσει ως και τις πιο απόμερες γωνίες του παλιού αρχοντικού. Άνθρωποι έστεκαν όρθιοι και στις δύο μεγάλες βεράντες αδυνατώντας να βρουν κάποιο ελεύθερο κάθισμα στο εσωτερικό του φροντισμένου κτιρίου. Η οικοδέσποινα μερίμνησε για όλα. Κεράσματα, λικέρ, ακριβό κονιάκ αλλά δεν κατάφερε να υπολογίσει σωστά τα καθίσματα που θα απαιτούσε μια τέτοια επίσημη στιγμή. Συνέχισε τη μικρή του βόλτα ανεβαίνοντας την ξύλινη εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Τα σκαλοπάτια, ο διάδρομος και τα έξι δωμάτια ήταν γεμάτα με παιδιά που έτρεχαν εδώ κι εκεί αλώνοντας και διαταράζοντας την ήρεμη και ενήλικη ζωή του ισογείου. Δεν είχε την παραμικρή διάθεση να τα μαλώσει νουθετώντας τα ώστε να κάνουν λιγότερη φασαρία. Τα παιδιά πρέπει να ζουν και να συμπεριφέρονται σαν παιδιά. Αυτή ήταν πάντα η άποψή του και μ’ αυτήν ακριβώς την αντίληψη μεγάλωσε και τα δικά του παιδιά. Μπήκε στο δωμάτιο που τα τελευταία σαράντα πέντε χρόνια μοιραζόταν με τη γυναίκα του μυρίζοντας την αγαπημένη του σύντροφο στην ατμόσφαιρα. Χωρίς να το σκεφτεί χάιδεψε τη φωτογραφία στο κομοδίνο της. Την ασπρόμαυρη φωτογραφία από την ημέρα του γάμου τους πλαισιωμένη από την ασημένια κορνίζα, κειμήλιο της γιαγιάς του. Τα παιδιά γύρω του σώπασαν δείχνοντας σεβασμό χωρίς να τους το υποδείξει κανείς. Ένα πολύ μικρό, ίσα που άρχισε να περπατάει, τον κοίταξε επίμονα στα μάτια και του έσκασε ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Πέρασε ανάμεσά τους και ξανακατέβηκε την σκάλα παρατηρώντας ότι σταμάτησε να τρίζει. Έβγαλε μεγαλόπρεπα την ταμπακιέρα κι άναψε ακόμη ένα άφιλτρο. Πλησιάζοντας τον κόσμο το βουητό επανήλθε στ’ αυτιά του χαρίζοντάς του έναν ελαφρύ πονοκέφαλο. Έσκυψε πάνω από μια παρέα προσπαθώντας να καταλάβει για τι ακριβώς μιλάνε αλλά όλοι μιλούσαν τόσο σιγανά που δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει ούτε μία κουβέντα τους. Μία κοπέλα μάλιστα, ή έτσι του φάνηκε, έκλαιγε γοερά. Αυτός, ανάλαφρος και ξεκούραστος όσο ποτέ, μιμούμενος την παιδική χάρη όσων αντίκρισε στον επάνω όροφο συνέχισε να απολαμβάνει το τσιγάρο του κλέβοντας λίγη από την ευωδία που φώλιαζε στα κρυστάλλινα ποτήρια του κονιάκ. Άφησε να περάσουν μερικές στιγμές παρατηρώντας παλιούς φίλους, συνεργάτες και κυρίως τη γυναίκα του κι έσβησε το τσιγάρο του σ’ ένα από τα μπρούτζινα σταχτοδοχεία του σαλονιού. Τεντώθηκε με τα χέρια στην ανάταση και ταίριαξε το κουστούμι του να δείχνει όμορφος, χτένισε ακόμη μία φορά το κατάμαυρο μουστάκι του καθρεφτίζοντας το πρόσωπό του στη λεία ταμπακιέρα και ξάπλωσε στο στενό ξύλινο φέρετρο σφαλίζοντας τα μάτια. Γύρω του το βουητό ολοένα και ξεμάκραινε.