leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

και του χρόνου

Επιστρέφω πάντα στην αρχή του λόγου που μ' έφερε κάποτε εδώ. Αγκαλιάζω εκείνες τις ώρες με μάτια αχαλίνωτης συμπόνιας, σχεδόν συγκινητικής. Τις σκεπάζω με τις δάφνες της φράντζας των γυμνασιακών σκασιαρχείων. Του πρώτου ριγέ σκιρτήματος στην αυλή του σπιτιού των προγόνων μου. Επιστρέφω στην αρχή του λόγου για να καταφέρω να δω ίσια μπροστά στο μέλλον που έχω ζήσει και που εκείνη την ώρα δεν υποψιαζόμουν καν. Πολλές φορές, αυτή η επιστροφή, έχει ημερολογιακή χάρη. Άλλες πάλι, όχι. Ποιος νοιάζεται άραγε; Πάντως, μου συμβαίνει ως ένα αναπόφευκτο γεγονός. Ως ένα υποχρεωτικό ταξίδι που κάποιος άλλος φρόντισε να μου κλείσει τα εισιτήρια και τη θέση στο τρένο της επιστροφής. Μπορεί να το κουβαλούν μέσα τους οι μέρες. Οι τελευταίες μέρες του χρόνου. Του κάθε χρόνου που τελειώνει.Μπορεί απλά να είναι μία ανασκόπηση στα έσω κιτάπια των λεγομένων ή των πεπραγμένων. Συνήθως δεν δίνω σημασία στο που ακριβώς επιστρέφω αλλά στο γεγονός ότι επιστρέφω. Αυτό είναι που προσθέτει την τελευταία πινελιά μέλλοντος στο παρελθόν που δεν ξέχασα. Ούτε έχασα.

Σπάνια στέκομαι σε συγκεκριμένα συμβάντα. Πρόσεξε, δεν ξεχνώ κανένα απ' αυτά. Όμως δεν χρειάζεται να τα αναφέρω με το όνομα και την ημερομηνία τους. Με τον πόνο που προκάλεσαν ή την υπέρτατη χαρά που δώρισαν. Υπάρχουν μέσα μου κι όταν υπάρχει κάτι μέσα σου είναι περιττό να το αναφέρεις στον εαυτό σου. Το 'χεις χωνέψει κι αυτό για μένα αρκεί. Κάποιοι μάλιστα με κατηγορούν ότι ξεχνώ. Ότι έχω μάθει να ξεχνώ. Ότι έχω εξασκηθεί πάνω στην τεχνική της θελημένης αμνησίας. Σε κάποιες περιπτώσεις έχουν δίκιο. Όμως στις πτώσεις και τις απογειώσεις έχουν άδικο. Δεν τους κατηγορώ. Έχω μερίδιο ευθύνης και αρκετά μεγάλο μάλιστα. Όμως κι αυτό λίγη σημασία έχει.

Δεν έχω καμία διάθεση να σου αποδείξω ότι αυτή τη στιγμή αναπολώ ή προσπαθώ να σημειώσω τα συν και τα πλην των προηγούμενων 365 ημερών της ζωής μου. Θα ήταν εξάλλου μεγάλο μπλέξιμο για μένα. Τα έχω ωραία στο κεφάλι μου όμως δεν μπορώ να σου τα μεταφέρω. Η σημασία αυτού του κειμένου είναι η ανάγκη μου να τονίσω την ανάγκη της επιστροφής στην αρχή του λόγου που με έφερε κάποτε (σήμερα) εδώ. Κι από εκεί να χαιρετήσω τον παρείσακτο εαυτό μου. Από εκεί να τον γλιτώσω από τον τυχοδιωκτισμό των κειμένων του. Από εκεί να τον λυτρώσω από το παρελθόν που ακόμη δεν θυμάται. Από εκεί να σηκώσω σε στυλ πρόποσης το ποτήρι και να πιω στην έναρξη και το φινάλε. Να πιω στην καταστροφή του παλιού και στη γέννηση του νέου κόσμου. Να πιω στην καταστροφή του Χρόνου.  





Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Aime' Degare' [παρουσίαση στον Ιανό]




[ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ]



Το πράγμα είναι απλό. Ξαφνικά, έκλεισα τα μάτια. Τα σφάλισα με τη λαχτάρα ενός παιδιού που το παροτρύνεις να κάνει μία και μοναδική ευχή. Μία ευχή που θα το οδηγήσει απευθείας στο λαμπρό του μέλλον. Στο μέλλον που είναι για όλους άγραφο και μόνο τούτο το παιδί γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτό. Έκλεισα τα μάτια κλειδώνοντας τα βλέφαρα και τα πίεσα με τόση δύναμη ώσπου άρχισα να βλέπω ανακλάσεις σχημάτων γεωμετρικής τελειότητας μέσα από το καλειδοσκόπιο της άπειρης φαντασίας. Όρθωσα το κορμί μου και βούλιαξα τα γυμνά μου πέλματα στους βρεγμένους κόκκους της άμμου. Έμεινα εκεί, στητός κι αγέρωχος μέσα στην παιδικότητα της στάσης μου, αναλογιζόμενος την ευχή της κατάρας που θα με στοίχειωνε όλα τα υπόλοιπα χρόνια ως το τέλος της παιδικής αθωότητας και την αρχή του ενήλικου εφιάλτη.





Με τα μάτια κλειστά βλέπω τα πάντα καθαρότερα. Τα βλέπω αληθινά. Είναι κι εκείνοι οι 9 μήνες που δεν ξέχασα ποτέ. Πως θα μπορούσα άλλωστε; Εκείνοι οι ατελείωτοι 9 μήνες που καθόρισαν αυτό που τελικά έγινα. Ένα υπέρλαμπρο θαύμα. Ένα τέλειο δημιούργημα. Ένα αριστούργημα! Έγινα ό,τι κρυφά ζηλεύεις σκεπασμένος με το σεντόνι ως επάνω τις άγριες μοναχικές σου νύχτες. Με βλέπεις να βαδίζω διασχίζοντας την παραλία και τους πολυσύχναστους δρόμους της πόλης θαυμάζοντας την τέλεια όψη μου, την εθιστική φιγούρα μου. Εξυμνείς τη μαγική μήτρα που με σμίλεψε. Κόβεται η ανάσα σου από την απόλυτη επικράτηση της ηδονής μέσα στο παραδομένο μυαλό σου. Εγώ είμαι ο αιώνιος σύντροφος που ονειρεύεσαι σε κάθε σου ζωή. Εγώ είμαι ο εξαγνιστικός μύθος της ψυχής σου. Το ακριβό πετράδι που θέλεις να φυλάξεις στην πιο απομονωμένη θυρίδα της καρδιάς σου. Κι ας μην θέλεις να παραδεχτείς τίποτα απ’ όλα αυτά. Κι ας θέλεις να με πετροβολήσεις σε κάθε ευκαιρία. Κι ας κλείνεις αηδιασμένος τα μάτια κάθε φορά που με αντικρίζεις. Κι ας με δείχνεις ξεδιάντροπα με το δάχτυλο χλευάζοντας δυνατά ώστε να σε ακούσουν όλοι, ακόμη και οι πιο απομακρυσμένοι, ακόμη και οι νεκροί.





Ό,τι με ακολουθεί είναι αλήθεια ή τουλάχιστον έτσι θέλουν να νομίζουν οι πολλοί. Ό,τι με στιγματίζει βαθιά είναι χαράδρα. Μία κοιλάδα διάπλατα ανοιγμένων σωμάτων. Ό,τι περνιέται για Παρόν καταστρέφεται πριν γίνει Μέλλον κι ό,τι αγγίζω γίνεται αυτόματα κι αμετάκλητα Παρελθόν.

Είμαι ο γιος της απέραντης θλίψης. Ανάμεσα και μέσα μου κυριαρχεί μια κόκκινη ματωμένη έρημος. Ένα άνυδρο τοπίο πληγών που καίνε. Που αγωνίζονται μάταια να δροσιστούν από την πάχνη του πρωινού και τις καλοταϊσμένες σταγόνες της μεσημεριανής καταιγίδας. Το κεφάλι μου είναι ένα δοχείο με στάχτη που κάποιος την αναδεύει σαδιστικά κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Η αμηχανία δεν λείπει ποτέ. Είναι παρούσα ακόμη και κάτω από τα πέπλα της μαγείας. Κάτω από τα βλέφαρα της έφηβης σκόνης που δεν αφήνει έναν σαν κι εμένα να ανδρωθεί ποτέ. Μόνο γεμίζει με περιττό αίμα τους βουβώνες, σπέρνοντας ψεύτικα λουλούδια στον κόρφο μου και κάνει την κάθε μέρα που ακολουθεί να μην υπάρχει.





Μ’ ασημένιους κύκλους βάφω το λειψό μου κορμί. Πάνω σε εκστατικά πεντάγραμμα τεντωμένων χορδών. Μέσα σε αράδες στοιχειωμένων παραμυθιών. Χωμένος σε εικονογραφημένες μαξιλαροθήκες παλαιών συγγενών. Με ανάσες παιδικών φτερών στους ώμους βηματίζω στις κρεμαστές γέφυρες του τρύγου. Με δέρμα διάφανο όσο ένα λεπτό ριζόχαρτο, μεθώ ευτυχισμένος απ’ τον έρωτα των ιδρωμένων σωμάτων. Έναν έρωτα που δεν ένιωσα ποτέ. Έναν έρωτα που υποψιάζομαι ότι η μαγική του μυρωδιά κεντάει την ευτυχία στην καρδιά ακόμη κι ενός παραμορφωμένου τέρατος.



            

Μου αρέσει να ξυπνώ το χάραμα και με παγωμένο νερό να διώχνω μακριά μου τους πρόσκαιρους εφιάλτες. Ετοιμάζομαι σχολαστικά βάζοντας ζεστά ρούχα από καλοραμμένα ακριβά υφάσματα. Με το πρώτο λάλημα του πετεινού βρίσκομαι έξω, στο πλακόστρωτο του δρόμου της Μαύρης Τουλίπας. Μένω σε μια πνιγμένη, από μικρά σπίτια, γειτονιά. Κολλημένα άθλια το ένα δίπλα στο άλλο. Ο λόγος που συνήθως βγαίνω τόσο νωρίς το πρωί είναι για να μην απαντήσω κανέναν. Λαχταρώ να κλέψω μια ντροπαλή καλημέρα απ’ τον ήλιο που ανατέλλει . Μήπως μου χαρίσει έστω και μια πυρωμένη ανάσα διαλύοντας έτσι την υγρασία που μου τσακίζει τα κόκαλα. Λίγο πριν ξεμυτίσω, η ματιά μου δραπετεύει σκονισμένη από την ανοικτή κουρτίνα. Πλέει ατρόμητη πάνω από τη βαριά επίπλωση και χαϊδεύει με λαχτάρα το γυαλισμένο πιάνο που γεννά μελωδίες – δώρο για ολόκληρη τη γειτονιά κάτω από τα επιδέξια δάχτυλά μου. Σταματά πάνω στο αιώνιο παραμύθι. Στην ακριβή κληρονομιά μου. Στέκει επίμονα δίπλα στην τρελή νεράιδα. Στο πλάι της σοφής κυρίας που κάποτε άκουγε στο όνομα Ροζαλία. Και τη βλέπει λάμποντας όπως το τελευταίο της νύχτας αστέρι. Την κοιτάζει ώσπου να πάψω να βλέπω. Ώσπου να τυφλωθώ. Μέχρι να ξαναβρεθώ με την αγαπημένη μου Μαρί, λίγο πιο έξω από τη Νίκαια. Γεννημένος ξανά. Από την αρχή. Από μια ανθρώπινα αποδεκτή αρχή. Να χορεύω, να περπατώ και να ερωτεύομαι χωρίς όρια, χωρίς βλέμματα καρφωμένα, χωρίς προσβλητικά στολίδια βρώμικων ψυχών, χωρίς κρυφές ανάγκες και δαιδαλώδη αδιέξοδα.





Βρίσκομαι κάπου εδώ γύρω. Ίσως κάτω απ’ το χώμα που μόλις πάτησες ή πίσω απ’ τον ήλιο που πριν λίγο σε τύφλωσε. Σ’ αγκαλιάζω με το στερημένο μου κορμί. Σε τυλίγω με μια αγκαλιά που αγαπά από ένστικτο. Λατρεύει όπως της έμαθαν πολύ παλιά, τόσο, που κοντεύει να ξεχάσει πως είναι. Η κατάρα κυριαρχεί της μνήμης. Ξανά και ξανά. Η φωνή μου παύει ν’ ακούγεται. Σκύψε για λίγο πάνω μου. Μόνο για λίγο.     





Λίγο πριν απ’ το τέλος που διακαώς επιθυμείς, οι ψίθυροι μετατρέπονται σε κραυγές που πονάνε. Πνιγμένα σχόλια ανόητης μισανθρωπίας ταράζουν την ήσυχη ατμόσφαιρα κάθε που το τέρας της κωμόπολης κόβει ελεύθερο τις βόλτες του. Ανόητες αντιδράσεις πετσοκόβουν άγαρμπα την αραχνοΰφαντη αισθητική ενός λαμπρού μυαλού. Εκκωφαντικά πρωτοσέλιδα απορρίπτουν το διαφορετικό. Κίτρινες στήλες ειδήσεων καταγγέλλουν μια σπάνια ομορφιά που μόνο η μάνα μπορούσε να διακρίνει στον «αγαπημένο» της γιο. Η μουσική πληγώνει, το παραμύθι δακρύζει, η ανάσα λιγοστεύει ώσπου κυριαρχεί η γαλήνη και το άπειρο φως κάτω ακριβώς από την ανθισμένη Άνοιξη των τραυματισμένων μελών που χορεύουν πλέον ανενόχλητα. Ανέγγιχτα από χρόνους, σημάδια και χείλη συκοφαντίας. Το πέρασμα του μοναχικού και δυστυχισμένου πρίγκιπα με το μεγάλο μυστικό από τον σκληρό κόσμο μας, μας προτρέπει να αφουγκραζόμαστε, να αποδεχόμαστε και να αγαπάμε όσα η ψυχή και η φύση προσφέρει κάτω από τα βρεγμένα με την πρωινή δροσιά κλαδιά και πάνω στο αιθέριο νοτούρνο που ψιθυρίζει το σκαμμένο χώμα. Η γη που δέχεται τον καθένα ως πλάσμα της με την αγάπη που του πρέπει. Το λιγοστό χιόνι που καλεί κάθε πρωί τον μοναδικό αγαπημένο. Τον Aime.



Νίκος Μπελάνε – 131212 - Θεσσαλονίκη   


[το βιβλίο Aime' Degare' της Ειρήνης Βακαλοπούλου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ο κήπος με τις λέξεις] 


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

μια στοίβα στο κομοδίνο

Είναι, σήμερα ακριβώς, σαν όλες εκείνες τις ασήκωτες ημέρες που δεν μπορείς να ανοίξεις τα μελαγχολικά μάτια σου και να δεις καθαρά αυτό που βλέπουν όλοι οι άλλοι. Διαλέγεις κάποιο προσωπικό τέμπο καθαρίζοντας τον σκουριασμένο λαιμό σου κι αρχίζεις να επιδίδεσαι σε διάφορες εκτελέσεις σχιζοφρενικών τραγουδιών, στυλ μπαλάντας - δολοφονικής εννίοτε. Αναμασάς τις ίδιες πάντα αποστολικές μελωδίες που σε κρατούν αλυσοδεμένο στο ζεστό κρεβάτι με τα παγωμένα σύνορα και τις αχανείς στέπες που απλώνονται πέρα μακριά από τα σκεπασμένα πόδια σου. Ρίχνεις κάτι κλεφτές και πονηρές ματιές στη στοίβα των βιβλίων με τις τσακισμένες σελίδες που έχεις μόνιμα στο κομοδίνο, κάτω ακριβώς από τη λάμπα με το σκισμένο καπέλο. Δεν τολμάς να απλώσεις το χέρι κι ούτε καν σκέφτεσαι να καταστρέψεις τις απαλές νιφάδες που σε χωρίζουν με όλο αυτό το δημιούργημα. Είναι το δικό σου δημιούργημα που χάρισες σ' έναν κόσμο ο οποίος αδυνατεί ακόμη και τώρα να δεχθεί. Όμως που και που κοιτάζει περίεργα πίσω απ' τα γαλλικά παραθυρόφυλλα που επίτηδες άφησες ανοικτά, κάποιο πολύτιμο βράδυ. 

Είναι, χθες περίπου, σαν όλες τις περασμένες, όλες τις προηγούμενες, όλα τα νυχτόβραδα που προηγήθηκαν, όλες τις νύχτες που αναλώθηκαν ώστε να γίνεις αυτό που πραγματικά έγινες και δεν έγινες αυτό που πραγματικά σιχαινόσουν. Τότε, μέχρι χθες, άπλωνες τη χάρη ενός μεταξένιου κορμιού στολίζοντας το με τ' άστρα του παρθένου χιονιού, αλείφοντας το με τα αγέννητα τέκνα της πιο κρυφής σου επιθυμίας. Μέσα σου δούλευες ξανά και ξανά τις ίδιες σκηνές της ποθητής πρεμιέρας προσπαθώντας να κοιτάζεις όσο δυνατόν λιγότερο στο κείμενο που έτσι κι αλλιώς γράφτηκε από σένα τον ίδιον. Λάτρευες μέχρι λιποθυμίας τα σκηνικά που αναφερόταν σε κάποιο φουτουριστικό έργο. Τα σκηνικά που δανείστηκες από το μέλλον της μεθεπόμενης ζωής κάποιου που σου μοιάζει ή που θα σου μοιάζει στα σίγουρα αλλά δεν θα είσαι εσύ ολότελα και ακριβώς. Χθες, περίπου λίγο πριν, τα μεσάνυχτα ήταν που αποκοιμήθηκες αγκαλιά με το ιερό κομποσχοίνι που γκρέμισε όσα έχτισες ή τ' άφησε αραχνιασμένα μέχρι την επόμενη, σαν σήμερα, ημέρα ώστε να μην μπορείς και να μην έχεις την παραμικρή διάθεση ή δύναμη έστω και να τα αγγίξεις (μόνο) για λίγο. Κατεδάφισε όλες αυτές τις στοίβες των βιβλίων με τα σκληρά εξώφυλλα και με τα ακόμη πιο σκληρά εσώφυλλα αφήνοντας μισάνοιχτα τα γαλλικά παραθυρόφυλλα για να μπορεί ο κάθε αχρείος να ρίχνει τις κλεφτές του ματιές χωρίς την παραμικρή σταγόνα Αγάπης στην άκρη του βέβηλου ματιού του. 

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

μετα-

μετατρέπομαι
[καταπέλτης ονείρων]
μεταμφιέζομαι
[βουλιμικό σκουλίκι]
μεταλλάσσομαι
[προϊστάμενος ιός]
μεταμορφώνομαι
[πηγή ανάρμοστων αισθήσεων πάθους|εθισμού|αόριστου μέλλοντα]