leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Μικρές, πολύ μικρές, καταστροφές


Περιμένεις το επόμενο άσχημο τηλεφώνημα ή το καθόλου τηλεφώνημα που πολλές φορές είναι πολύ χειρότερο. Και η σιωπή σου σπάει τα νεύρα. Τα δικά σου νεύρα. Η δική σου σιωπή, η σιωπή των άλλων, οι εκκωφαντικές σιωπές όλων. Ο δικός σου θάνατος, ο θάνατος όλων των άλλων. Οι δικές σου αρρωστημένες αναθυμιάσεις, οι αρρωστημένες αναθυμιάσεις όλων των άλλων. Κοιτάζεις και σε κοιτάζουν κατά πρόσωπο, τους αποφεύγεις, σε αποφεύγουν, δεν μιλάς, δεν σου μιλούν και οι διαδοχικές μικρές, πολύ μικρές, καταστροφές, εκρήγνυνται γύρω σου και δεν θυμίζουν κανένα λούνα παρκ, κανένα πυροτέχνημα, κανέναν όμορφο έρωτα, καμία ζωτική άνοιξη της ψυχής...


περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 52 ... το beat bazaar στη σελ. 12



Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

γιορτή

δεν μου έχει μείνει τίποτα να κάνω παρά να σε κοιτάζω.
έπαψα να σ' ακούω.
τα χρώματα λείπουν.
σε βλέπω,
είσαι όμορφη.
ξεκάθαρη σαν εφιάλτης.
 

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Σόλο Πιάνου



Μια κι η ζωή δεν είναι άλλο από μια μακρινή πράξη,
Λίγος αφρός που γυαλίζει μέσα σ' ένα ποτήρι
Μια και τα δέντρα δεν είναι άλλο από έπιπλα που κουνιούνται:
Δεν είναι άλλο από καρέκλες και τραπέζια σε συνεχή κίνηση
Μια κι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε άλλο από όντα 
(Όπως ο ίδιος ο θεός δεν είναι άλλο παρά θεός)
Μια και δε μιλάμε για να μας ακούσουν
Παρά για να μιλήσουν κι οι άλλοι
Κι ο ήχος έρχεται πριν από τις φωνές που τον παράγουν
Μια κι ούτε καν έχουμε την παρηγοριά ενός χάους
Στον κήπο που χασμουριέται και πλημμυρίζει αγέρα,
Ένα αίνιγμα που πρέπει να ξεδιαλύνουμε πριν πεθάνουμε
Για να μπορέσουμε να αναστηθούμε ήσυχα μετά
Όταν έχουμε χορτάσει τη γυναίκα
Μια που υπάρχει και στην κόλαση ουρανός,
Επιτρέψτε μου να κάνω κι εγώ μερικά πράγματα:

Θέλω να κάμω φασαρία με τα πόδια μου
Θέλω η ψυχή μου να βρει το σώμα της.


Νικανόρ Πάρρα-Ποιήματα και Αντιποιήματα, μτφ Ρήγας Καππάτος (εκδ. Εκάτη)

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

ορθογραφία

... δεν τήρησα τις υποσχέσεις μου, δεν τις τηρώ ποτέ, ούτε το ξημέρωμα, ούτε κατά το ημέρωμα. τι περίμενες από μένα; σου το είπα από την αρχή ότι δεν πρόκειται ποτέ να βάλω τις λέξεις στη σωστή σειρά.

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

τρυφερό

... έπειτα, πάνω στη ράχη του λόφου που σκόρπιζε μέσα στα μάτια σου, άναψα το πρώτο σπίρτο κι έβαλα φωτιά σε όλα τα στολισμένα γαμήσια που δεν ήταν άλλο παρά οι υποψίες για την ύπαρξη κάποιου θεού στα ρηχά της αγκαλιάς σου.


Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

το βάζο με τις πεταλούδες


"... Ο έρωτας κοιμάται στην παιδική κούνια. Η άχρωμη κουρτίνα στενάζει ξεσκισμένη από τα νύχια της γάτας. Τα δάχτυλα, άκαμπτα, αδυνατούν να κρατήσουν το μολύβι. Το πλαστικό κολιέ κυκλώνει έναν γύρο τον λαιμό μου. Τα κειμήλια παιχνιδίζουν στο ράφι τους όταν δεν τα βλέπει κανείς. Η αράχνη στη γωνία ταΐζει τα μικρά της αναμασώντας τα θύματα της εβδομάδας που πέρασε. Ο ένοικος του διπλανού διαμερίσματος διώχνει τα πουλιά μ’ ένα αυτοσχέδιο μπαστούνι. Τα ασπρόρουχα ουρλιάζουν στη λεκάνη με τη χλωρίνη. Το κάδρο εκκρεμεί κενό αναζητώντας το τέλειο μοντέλο. Η φλέβα γεμίζει με το δηλητήριο της λύτρωσης στο δωμάτιο Δ5 του απέναντι ξενοδοχείου..."

περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 51 ... το beat bazaar στη σελ. 12 

ακολουθήστε το λινκ:



Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

πρώτη χορογραφία του χειμώνα


"... Γεννήσαμε αράδες που δεν γράφτηκαν, διηγήματα που δεν χρωμάτισαν κανένα εξώφυλλο και μια νουβέλα που θύμισε τη φωτογραφία κάποιου άσημου πολεμικού ανταποκριτή στον πιο απομακρυσμένο πόλεμο του γαλαξία που είναι τελικά τόσο κοντά μας αφού ο ίδιος, ο μεγάλος, Κέρουακ φρόντισε να ψιθυρίσει στον ύπνο μας κάθε λεπτομέρεια των φωτεινών του λεωφόρων. Πειράξαμε τους θερμοστάτες της μνήμης προκαλώντας φουρτούνες μήπως και αναπαραχθούν ξανά οι εκλάμψεις που μας δημιούργησαν κάνοντάς μας αυτό ακριβώς που είμαστε: ένα μπιτ μέσα σε κάποιο γιγάντιο μπουκέτο πολύχρωμων, κοριτσίστικων μαλλιών που χορογραφούν κάτω από την μπαγκέτα του Νοεμβρίου..."

περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 50 ... [το beat bazaar στη σελ. 12]

https://issuu.com/to_lykos/docs/50/1?e=0 


 

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

σκεπασμένος ως τον λαιμό

Βλέποντας όλη αυτή τη φρίκη στα λόγια, τη μιζέρια κάποιων χαλασμένων όντων, δεν θα μου λείψει τίποτα αν φύγω με προορισμό κάποιο άλλο όνειρο που θα λειτουργήσει ως σανίδα στο ανοιχτό πέλαγος. Δεν θα μου λείψει τίποτα, δεν θα μου λείψει ποτέ: η Νέα Υόρκη, η Αρτζεντίνα, η Γη του Πυρός όσο ο σύντροφος - εραστής κοιμάται παγωμένος στην πίσω κάμαρα του μεθυσμένου σπιτιού μας. Δεν θα μου λείψει ποτέ η φωνή του κανταδόρου κάτω από τα ελεεινά μπαλκόνια των ξεφλουδισμένων κοριτσιών. Δεν θα μου λείψει ποτέ το στήθος όσο οι μάνες του κόσμου βράζουν το κρέας στην κουζίνα. Δεν θα μου λείψει ποτέ το κύμα πάνω στις ανοιχτές πληγές των χειλιών μου. Δεν θα μου λείψει τίποτα όσο υποφέρουμε ευχαριστημένοι και αυτάρκεις με τα λίγα που μοιραστήκαμε ένα βράδυ: το χάδι των χνώτων, το πλεχτό των δαχτύλων, τις αχτίδες ανάμεσα στους γαλάζιους καπνούς, τις τελευταίες ματιές πριν το επόμενο ταξίδι.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

μονοδιάλογος

"... ο χρόνος είναι η χειρότερη επινόηση του ανθρώπου και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον αφήσεις να κυλά χωρίς εμπόδια. δεν έχεις καμία δύναμη μπροστά του. είναι μάταιο να προσπαθείς. είναι ανώφελο να θρηνείς για τις ώρες που χάθηκαν ή προστέθηκαν στις δίνες των ηλιοστασίων. δέξου τη συμμετοχή σου στην ομαδική ψευδαίσθηση και καρφίτσωσε στο στήθος το νούμερο που σου δόθηκε τη στιγμή που πρωτόκλαψες. είσαι ένας αριθμός μέσα στα όρια των δευτερολέπτων της παράνοιας, της δήθεν τελειότητας. παρατηρώ ότι δεν φοράς ρολόι. ανόητες αντιδράσεις αδιέξοδων συλλήψεων. οι χτύποι της καρδιάς σου θα σου θυμίζουν πάντα την κίνηση των δεικτών πάνω στο βιολογικό καντράν που σου έσπειραν. μην παρακαλάς για την επόμενη εμφάνιση. μην οδύρεσαι για τον θάνατο των προηγούμενων", είπε και δεν άφησε ούτε λεπτό το τσιγάρο του να πάρει μιαν ανάσα.

μεσημέρι

Ήσουν εκεί, σε είδα. Στις αναθυμιάσεις της ρακής, σε παρατήρησα. Ενώ έκανα τα κόλπα μου πάνω απ' το μεγάλο τηγάνι. Ήσουν ανάμεσα στους γκρίζους καπνούς που ξερνούσαν οι ομόχρωμες στάχτες μας. Παραφυλούσες, μόνη, στη σκοτεινή γωνία. Έγνεφες στις σκιές των εραστών που δεν πρόλαβαν να προδοθούν, ακόμη.  


Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

στον μονόδρομο

ήμουν έτοιμος να πω όσα δεν είπα μέχρι τώρα και σήκωσα τα μανίκια μου. τα δίπλωσα βιαστικά τσαλακώνοντας το γέρικο ύφασμα. γέμισα την υποκίτρινη κούπα με πράσινο τσάι και κάθισα με το ένα πόδι πάνω στον καναπέ χωρίς να βγάλω τα παπούτσια. ήμουν έτοιμος να τα πω όλα. να ξεκαθαρίσω τα πράγματα μια και καλή. κοίταζα τον τοίχο στα μάτια κι ο τοίχος με απέφευγε χωρίς να διστάζει. δεν έδωσα σημασία και ήπια λίγο από το τσάι μου. συνέχισα να κοιτάζω με βλέμμα αργό, βλέμμα εξερεύνησης, βλέμμα αφοσίωσης στον στόχο, βλέμμα κόκκινης ερήμου. ο τοίχος πήρε ν' αλλάζει χρώμα - όπως ακριβώς το είχα υποψιαστεί - έτσι όπως είχα υπολογίζει ότι θα συνέβαινε. οι σελίδες του άπλωσαν τα δύστυχα κενά κορμιά τους μπρος μου (ο ίδιος εξακολουθούσε να μην με κοιτάζει). δεν άντεξα και τσάκισα τα χείλη μου μ' ένα τεθλασμένο χαμόγελο που κράτησε ως το επόμενο βράδυ λες και η μεγάλη ψύξη που τρέμαμε παιδιά μου χτύπησε την εξώπορτα. το τσάι κρύωσε. οι πρώτες ρωγμές θύμισαν άλουστη γριά. άναψα όλα τα φώτα του σπιτιού να δω καλύτερα το χειρότερο. το μέλλον, φορτωμένο με τίποτα, ήταν ακριβώς δίπλα μου κι εγώ ήμουν ο μόνος που έπρεπε να πω κάτι για να αλλάξω όλα τα υπόλοιπα. δεν μίλησα. δεν σκέφτηκα. δεν έπαψα να κοιτάζω και ν' ακούω αυτό που δεν ειπώθηκε. ώσπου πρώτος μίλησε αυτός (εκείνος). με άναρθρες κραυγές και λαρυγγισμούς κατέβηκε την κατηφόρα, κόντρα στον μονόδρομο, ανάμεσα σε αυτοκίνητα σταματημένα να κορνάρουν τον ανατριχιαστικό μονόλογο, δίπλα σε άρρωστα σπίτια πνιγμένα στην αιθαλομίχλη, χιλιόμετρα μακριά από την πιο κοντινή ζούγκλα, μέσα στο κέντρο της βουής η βουή του, μέλισσα του αδηφάγου γκρεμού. τον άκουγα ώσπου χάθηκε η τελευταία του νότα. είχα πάψει να κοιτάζω. μόνο άκουγα. 

άτιτλο #285

το λινάρι αγκάλιασε τους ώμους, το στήθος σου. συναγωνίστηκε με το βαμβάκι και βγήκε κερδισμένο. πίσω σου τα νέον φώτα του μπαρ σού σκοτεινιάζουν τα μάτια. οι κόρες χάνονται μία μία. μένουν βαθιές λακούβες στη θέση τους. μ' αρέσεις έτσι. έπειτα, βαριέσαι και βγάζεις το δεξί σου χέρι από την τσέπη του παντελονιού. κάνεις μια κίνηση ρουτίνας ψάχνοντας το πακέτο σου ψηλά, στη θέση της καρδιάς. χαμογελάς αμήχανα καθώς δεν βρίσκεις τίποτα εκεί. "το ξέχασα στο σπίτι. δίπλα στη γραφομηχανή", μου λες. "χθες τελείωσα το νέο μου βιβλίο. θέλεις να σου το διαβάσω;" συνεχίζεις. σου δίνω ένα από τα δικά μου τσιγάρα. χαμογελάς και πάλι. οι διαολεμένες εξαρτήσεις σού δίνουν ζωή. δεν σου την κλέβουν. σε κάνουν διαβάτη της αιωνιότητας. βάζεις το τσιγάρο στα χείλη δίχως να το ανάψεις. ξεκινάς μουδιασμένα για το σπίτι. πίσω σου, εγώ.


Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

ποστ #11.07

Η σύνθεση, η προσεκτική ανάγνωση των προτάσεων, πίσω από το ψάθινο πλέγμα, μέσα στο σύννεφο του αρώματος, που με δρασκελιές καταπίνει τον διάδρομο, μέσα σε σπιράλ τετράδια και κλεισμένους φακέλους, σε κρυφά μηνύματα, σε ερωτικά νοήματα, ταξιδεμένα από την πιο απομακρυσμένη χώρα έως εδώ, δίπλα στα σκαλοπάτια του ισογείου, στο ημιφωτισμένο πλατύσκαλο, χθες βράδυ, μεθυσμένος, όπως και κάθε άλλη νύχτα που ψάχνω απεγνωσμένα την αφυδατωμένη μελάνη, μέσα στις στενές αρτηρίες που χτυπήθηκαν με λύσσα, από γυμνά καλώδια, φορτωμένα με αστείρευτα βολτ, και στυγνά μαστίγια καμωμένα από μπαγιάτικες ιδέες, εκεί, και λίγο αργότερα, πολύ αργότερα, καθώς ξύριζα το πηγούνι μου, προσέχοντας να μην ξυπνήσω τη χαράδρα, έλαμψε γύρω μου η σκόνη, πριν καθίσει για πάντα στην άβυσσο της αμνησίας, πριν θρονιαστεί και πριν λησμονήσω το απόλυτο, του μέλλοντος που δεν γράφτηκε ακόμη, όχι γιατί το είπε κάποιος ήρωας αλλά γιατί ίσως για πρώτη και τελευταία φορά αφέθηκα, ήρεμος, καθαρός, ξεκούραστος, να με παρασύρει το πυροτέχνημα - εκείνο, θυμάσαι; - που όταν σκάει στον ουρανό μοιάζει με αναγεννημένο άστρο, και είναι τόση η λάμψη του που φωτίζει τη σκιά της σημαίας, τη σκιά των βασιλέων, τη σκιά της ατσάλινης λόγχης, τη σκιά των θεϊκών δηλητηρίων που περισσεύουν.
 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

χολ

Ο χάρτινος φάκελος με το πράσινο τσάι πνίγεται στο βρασμένο νερό. Ελευθερώνει το ευωδιαστό περιεχόμενό του. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Χιλιάδες μικροσκοπικές φουσκάλες σκεπάζουν την επιφάνεια της κούπας. Ο φάκελος βυθίζεται. Κάνε μια ευχή. Το τσάι μαυρίζει, μουλιάζει, αναστενάζει καθώς φλέγεται η τεμαχισμένη σάρκα του. Ίσως το βράδυ ονειρευτώ την πλεύση χωρίς σανίδα πάνω στη σαντιγύ των δακρύων αναβιώνοντας εκείνο το γιορτινό καρέ υπό το φως των τεσσάρων κεριών. "Κάνε μια ευχή" - "Κάνε μια ευχή, αγόρι μου" - "Κάνε μια ευχή ρε μαλακισμένο". Γυρίζω τον διακόπτη στο μηδέν. Το διαβολάκι αφήνει την κόλαση στο παρελθόν. Ανακατεύω το τσάι μου. Ανακατεύω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς ούτε μία ευχή - έτσι κι αλλιώς πέρασαν. Δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Είμαι βιαστικός. Λαχταρώ να επιστρέψω στο ανώδυνο παρόν. Το καταφέρνω καίγοντας τη γλώσσα μου. Το καυτό τσάι ξέρει τι κάνει. Χιλιάδες μικροσκοπικές φουσκάλες σκεπάζουν την επιφάνεια της γλώσσας. Προσπαθώ να μην κάνω καμιά ευχή. Προσπαθώ να σκίσω την πανάρχαια φωτογραφία που φαίνομαι κάτω από ένα κατάμαυρο, κατσαρό μούσι. Προσπαθώ... Βρίσκομαι στην κουζίνα για περισσότερο από 20 λεπτά. Χτυπάει το τηλέφωνο. Κουδουνίζει ακατάπαυστα. Πηγαίνω στο χολ. Σηκώνω το ακουστικό κι ακούω μια φωνή να μου λέει: "Ο χάρτινος φάκελος με το πράσινο τσάι πνίγηκε στο λασπωμένο νερό. Κάνε μια ευχή."
 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

άτιτλο #70

η Δύση παραδόθηκε στις φλόγες του ετοιμοθάνατου ήλιου. πριν συμβεί οτιδήποτε ήμουν ήδη στο έλεος του ψύχους. αν υπήρξε ποτέ μια σχισμή, μια λεπτομέρεια λύτρωσης, πλημμύρισε και πνίγηκε χωρίς να με προσέξει. η ύστατη μάχη είναι ουτοπία. το δόντι έπαψε να κρέμεται από τη μοναδική του ρίζα. έπεσε ενώ κοιμόμουν κι έφραξε την αναπνευστική οδό. ας είναι κι έτσι. ο λογαριασμός στο ραγισμένο κατάστιχο θα μπορούσε να είναι υπερβολικά μεγάλος. 
 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

κάπου εκεί έξω

Αυτό ήθελα πάντα. Τους άκουγα να μου το λένε. Το επιθυμούσα στο τέλος κάθε πρότασης και κάθε λέξης που ξεστόμιζαν. Το μόνο που με λυτρώνει είναι ακριβώς αυτό και τίποτα άλλο. Ο καθένας που μου το περιγράφει, και δεν είναι λίγοι, είναι τόσο γλαφυρός, τόσο ο εαυτός του που θέλω να του μοιάσω, θέλω να κάνω τις ίδιες κινήσεις, την ίδια προετοιμασία, να πάρω την ίδια θέση, στο ίδιο δωμάτιο, στην ίδια καρέκλα, με το ίδιο κι όμοιο φως δίπλα μου. Όλοι, φυσικά, κι ο καθένας μόνος του περιγράφουν τη δική τους κατάσταση, τις δικές τους κινήσεις, τις δικές τους επιθυμίες. Θέλω, όλα αυτά που ακούω, να τ' αναμείξω και να τα κάνω ένα, δικό μου, μόνο δικό μου, ένα. Αλλά πως ακριβώς θα γίνει αυτό; Η προετοιμασία κρίθηκε επιτυχής. Τα πάντα προετοιμάστηκαν στην εντέλεια και με κάθε λεπτομέρεια. Είναι εξακριβωμένο. Βγήκα, περπάτησα, παρατήρησα, επέστρεψα και αυτό που μένει είναι να αλλάξω αυτό που άφησα εδώ λίγο πριν βγω. Αυτό που άφησα εδώ, λίγο πριν βγω. Αυτό που άφησα πίσω μου λίγο πριν βγω λείπει, ή μάλλον, λύπη. Και είναι παντού. Σκορπισμένη απ' το δικό μου χέρι.
  

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Guillotine

Δύο άδεια μπουκάλια στο καρυδένιο τραπέζι, δύο ίδια μπουκάλια, δύο άδεια ίδια ολόιδια μπουκάλια, που στην αδειοσύνη τους στεγνώνει η ρακή σαν ανάμνηση, στο στομάχι, στο πάτωμα, στα λερωμένα ποτήρια, κι εγώ θέλω να πλύνω τα χέρια μου, που βρώμισαν από λέξεις, τσαλακωμένα μάτια, άδεια αστικά λεωφορεία, χωρίς να μετακινηθώ ούτε εκατοστό από τα υγρά όνειρα που είδαμε μαζί, που μ' αυτά θα ξεπλυθώ και θα βρωμίσω ξανά, θα λερωθώ ανεπανόρθωτα και θα ξαπλώσω δίπλα στη madame Guillotine, στην αιματοβαμμένη κυρία που ακούει, ό,τι πω, ό,τι γράψω, ακόμη και τις αισχρότερες μαλακίες που έγραψε ποτέ άνθρωπος πάνω σ' αυτά τα ξύλινα τετράδια, που όμως είναι δικά μου τετράδια και δεν θέλησαν ποτέ να μοιάσουν σε κανένα άλλο τετράδιο, κανενός άλλου, που δεν είχαν ποτέ την ανάγκη να μιλήσουν με λέξεις δανεικές, φτιαχτές, ιμιτασιόν αράδες, κι ας εμπνεύστηκαν από τις ίδιες μελωδίες, τα ίδια κοκκινάδια στον λαιμό, το ίδιο κρασί, τα ίδια μαύρα πουκάμισα και τα ριγέ ασιδέρωτα παντελόνια, με διαφορά, έστω, χρόνων, αιώνων, εναγκαλισμών, ενθουσιασμών, ερώτων και λοιπών δημίων, που θέλησαν μόνο αυτό που ποτέ δεν θα ειπωθεί με τον τρόπο που ελάχιστοι γνωρίζουν όσο αυτά τα ίδια, τετράδια, μπλε τετράδια, όπως εκείνη η νεράιδα, ένα ίδιο ολόιδιο πρωινό, που η ρακή στέγνωνε σαν πρόσφατη ανάμνηση, με θέα το λιμάνι του Ηρακλείου και τη μεγάλη αγκαλιά του, που δεν λέει να με κλείσει μέσα της, ποτέ.  


διακοπές στην ταράτσα

https://issuu.com/to_lykos/docs/teuxos_47/1?e=0

περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 47 [στη σελίδα 12 το beat bazaar]




Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

..

Ευχήθηκα να ζω την Άνοιξη: μέσα στον χειμώνα, πάνω σε άβολες καρέκλες, σε λέξεις που πληγώνουν, στα χείλη του σπασμένου γυαλιού, στο συρτάρι με τα μαχαίρια, στους διαδρόμους χωρίς άκρη, κάτω από το κρύο δέρμα, στην άμμο του μονοπατιού, στις μπουκωμένες τσάντες της ανακύκλωσης, στα ψίχουλα που φράζουν τον αέρα, στο σώμα που γερνάει, αγκαλιά με τα λυπημένα χρυσάνθεμα, πλάι στις ερωτήσεις κάποιου μικρού ήρωα, στον θάνατο της κόκκινης λάμπας, στα μουδιασμένα βράδια και στα μεσημέρια, μαζί με τις τελευταίες νιφάδες αλκοόλ, μετά από κάθε επανάληψη της τελείας, μετά από κάθε τέλος της επανάληψης: όταν είδα ένα αστέρι να χάνεται από τα μάτια μου. 

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

οδός 8

Για κάθε ουρανό, για κάθε νύχι του, εσύ θα φεύγεις πάνω στα βαμμένα φτερά, πάνω στις συννεφιασμένες ρυτίδες, στα θυμωμένα σύννεφα της τέταρτης δεκαετίας, που αφαιρεί, που παύει να προσθέτει, με πείσμα παιδικό ενάντια στην επερχόμενη νάρκη, κόντρα στην άνοια που παραμονεύει, για κάθε νύχι ουρανού, που ασημίζει τις μπλε νύχτες, με πινέλα ξυράφια, αστραφτερά όσο το σκοτάδι της ψυχής ενός αδιέξοδου στίχου, μιας παρανοϊκής αράδας, ενός ξέφρενου γλεντιού ή κάποιου παραστρατημένου ποιητή, που θέλησε να τ' αλλάξει όλα, μέσα στον χρόνο που ποτέ δεν του δόθηκε, και δεν κατάφερε τίποτα, παραμόνο μερικές αποτυχημένες μουτζούρες διάφανης μελάνης, που δεν στιγμάτισαν κανέναν τοίχο, καμιά καρδιά, δεν πρόσφεραν ποτέ τον όμορφο κόσμο που χαρίζει η αγάπη, μόνο άφωνες κλήσεις, φοβισμένες λέξεις, μέσα στην κίνηση του αυτοκινητόδρομου, έξω από ένα μπαρ, πλάι στον τηλεφωνικό θάλαμο, κλήσεις με μειωμένη ακουστική, αντανακλαστικά, χαρά και υποσχέσεις.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ισόγειο





τ' αστέρια μένουν αγκιστρωμένα σε φτηνά πεντάγραμμα
απολαμβάνουν τον αποκλεισμό τους
μειδιούν μπροστά στον γκρίζο δεσμοφύλακα της νιότης τους

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

άτιτλο λευκό



Όσο εσύ θελήσεις, 
φώτισέ με, 
δράσε στο σκοτάδι μου, 
για όσο εσύ νομίζεις, 
άπλωσε πάνω μου, 
στο μαυρισμένο χαρτί μου, 
το λευκό σου, 
στη σκιά μου, 
το λευκό του χορού σου.