leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

η τελευταία λάμπα του δρόμου

Περπάτησα γύρω στο μισάωρο. Ίσως μέτρησα λάθος. Δεν είδα την ώρα όταν ξεκίνησα. Το ρολόι το έχω βγάλει απ' το χέρι χρόνια τώρα. Το έσπασα πάνω σε μια λεία ποταμίσια πέτρα, σμιλεμένη απ' το νερό των αιώνων. Έφτασα στην άκρη του τελευταίου δρόμου και στάθηκα κάτω από την τελευταία λάμπα. Ακούμπησα το κορμί μου γέρνοντας ελαφρά πάνω στο αλειμμένο με πίσσα ξύλο του πρώην αγέρωχου δέντρου. "Κάπου εδώ τελειώνουν όλα." Οι λάμπες, ο δρόμος, η πόλη. Εδώ τελειώνουν οι βόλτες. Κάπου εδώ εξαφανίζονται οι μυρωδιές. 
   Το πακέτο μου ήταν άδειο από τσιγάρα και τα πνευμόνια μου ορθάνοιχτα και ζωντανά από το περπάτημα. Η μύτη μου παγωμένη απ' τον χειμώνα και τα μάτια μου έτσουζαν από τα απομεινάρια του Ζαχάρεως. Έμεινε μόνο η λευκή κρυσταλλική παραίσθηση αποθηκευμένη σε χάρτινα σακιά των πενήντα κιλών να βαραίνει τους ώμους του ανήμπορου γέρου και του άβγαλτου εφήβου. 
   Ο δρόμος τέλειωσε για τα καλά. Έπνιξε τις εικόνες και τις ξεφτισμένες φωτογραφίες στα νερά των αιώνων της παραμονής σ' ένα άχαρο μέρος. Ο δρόμος τέλειωσε σπέρνοντας στις όχθες του σάπια δέντρα ποτισμένα με πίσσα και πορσελάνινα στολίδια. "Κοιτάζω τα φλεγόμενα χωράφια."  Πίσω μου ολόκληρη η πόλη κοιμάται αμέτοχη, αδιάφορη, βυθισμένη σε ενοχές που δεν θυμάται ότι απέκτησε. Η πόλη δεν θυμάται ποτέ. Μόνο κοιμάται. Σαπισμένη όπως τα άρρωστα δέντρα της. Ξεθυμασμένη όπως ακριβώς οι μυρωδιές της. 
   Πέρασε λίγη ώρα. Μαζί της κι ένα τσούρμο άγνωστων πουλιών, περαστικών και ιδρωμένων. Συνέχισαν προς το Νότο αφήνοντας σουβενίρ καψαλισμένων φτερών πάνω απ' τα χωράφια της φωτιάς. Ανασκουμπώθηκα ταιριάζοντας το τζάκετ και σηκώνοντας ελαφρά το σκισμένο μου τζιν κάτω ακριβώς από την τελευταία λάμπα του δρόμου πριν όλα μετατραπούν σε χώμα. Κατέβασα το γείσο του καπέλου μου ίσα με τα μάτια κοιτάζοντας την άγνωστη πόλη. "Την άοσμη πόλη." 
   Περπάτησα γύρω στα δέκα μέτρα. Γύρισα το κεφάλι πίσω κι αμέσως ακολούθησαν τα μάτια. Είδα για τελευταία φορά την τελευταία λάμπα του δρόμου. Αυτήν που τόσο με μάρανε στη θέα πάνω από θλιβερά λεωφορεία και αργοκίνητα τρένα. Αυτήν που τρεμόσβησε στα ξεπεσμένα όνειρα της επαρχίας. Αυτήν που έβαλε φωτιά στα στέρφα χωράφια που βρέθηκαν στα πόδια της. Αυτήν που σάλεψε το οξυγόνο της πόλης και ξέκανε τη μνήμη της. Και σαν παιδί του δημοτικού, πισωπερπάτησα, άτσαλα στην αρχή κι έπειτα με χάρη. Για λίγα μέτρα ακόμη. Ώσπου να συναντήσω τις υπόλοιπες λάμπες κι ώσπου η τελευταία, που τώρα φάνταζε πρώτη, να χαθεί πίσω απ' τον καπνό των καμένων χωραφιών. Να χαθεί για τα καλά και μια για πάντα από τα παράθυρα των σεισμόπληκτων λεωφορείων και των σκοτεινών τρένων.
   Έφτασα πίσω. Πλησίασα την πόλη που παρίστανε ότι με περιμένει. Στάθηκα στο πρώτο περίπτερο κι αγόρασα μια εφημερίδα. Την έσκισα στα τέσσερα λερώνοντας τα χέρια μου με φθηνή μελάνη. Προχώρησα φτάνοντας στο κέντρο, αγγίζοντας τα σκουριασμένα μνημεία της ευμάρειας. "Δεν με είχες ποτέ σου πόλη." Ταξίδεψα το βήμα μου πάνω απ' τους άυλους δρόμους. Ως την άλλη άκρη. Ως την τελευταία άκρη.
  


2 σχόλια:

  1. ..καθε προταση κ εικονα..ειναι χαρισμα αυτο που εχεις Νικολα..μπραβο!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εμμονές είναι Θωμαή. πάρα πολλές εμμονές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή