leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Έλα τρέχοντας (ένα διήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου)



                                                               I


Το ’93 πέρασα στα ΤΕΙ· ήρθα στην Αθήνα· τότε άρχισαν όλα. Τον πρώτο καιρό έμενα σ’ έναν ξάδερφό μου στου Γκύζη, σε μια μισοτελειωμένη πολυκατοικία, γιαπί σχεδόν, κι ανεβοκατεβαίναμε έξι ορόφους απ’ τις σκάλες γιατί δεν είχαν βάλει ακόμα το ασανσέρ· το φρεάτιο έχασκε, απ’ το ταβάνι κρέμονταν καλώδια. Όμως δεν έφυγα από κει πέρα για τις σκάλες· έφυγα γιατί ο Ευθύμης μού ’σπαγε νεύρα, μου φερόταν όπως φέρονται μεταξύ τους τα χαζοκόριτσα· με ζήλια, με κακίες, με υπονοούμενα· «κούκλο» με ανέβαζε, «κούκλο» με κατέβαζε· ειρωνικά. Κι έκανε το σπίτι μπουρδέλο: πετούσε όπου έβρισκε παπούτσια, ρούχα, βρόμικες κάλτσες, σώβρακα, κι ούτε κατά διάνοια να πλύνει το ποτήρι του απ’ τον φραπέ. Σ’ εμένα πέφτανε όλες οι αγγαρείες του σπιτιού, επειδή, και καλά, με φιλοξενούσε. Έδειξα υπομονή για τρεις-τέσσερις μήνες, έπειτα είπα στη μάνα μου (πατέρα δεν έχω, μας άφησε: δεν πέθανε· ξαναπαντρεύτηκε, μένει στη Φιλιππιάδα), είπα λοιπόν στη μάνα μου, κατέβαινε λεφτά να βρω δικό μου σπίτι αλλιώς θα κάνω φόνο. Η μάνα μου είναι άγια γυναίκα· μεγάλωσε μόνη της τρία παιδιά (έχω δυο μεγαλύτερες αδερφές), δεν παραπονέθηκε ποτέ για τίποτα· εκτός απ’ το χωράφι (μπάμιες), δούλευε για τριάντα χρόνια σε πρακτορείο Προπό στη Λαμία, πηγαινοερχόταν κάθε μέρα με το υπεραστικό. Δεν μας έλειψε τίποτα: οι αδερφές μου ερωτεύτηκαν δυο καλά παλικάρια και παντρεύτηκαν· η μία μένει στη Λαμία - είναι δασκάλα - η άλλη στη Λάρισα γιατί ο Αντώνης είναι Λαρισαίος· άνοιξαν κατάστημα βρεφικών ειδών. Κανένα πρόβλημα· το πρόβλημα της οικογένειας είμαι εγώ. Τέλος πάντων, η μάνα μου μού έστειλε λεφτά κι έπιασα γκαρσονιέρα (δώμα), στο Πολύγωνο, επειδή δεν ήξερα καλά την Αθήνα, ήξερα μονάχα τις γειτονιές γύρω απ’ του Γκύζη: τελικά, η διαδρομή απ’ το Πολύγωνο μέχρι το Αιγάλεω, στη σχολή, αποδείχτηκε ολόκληρο ταξίδι.

           Στην αρχή πήγαινα στις παραδόσεις και στα εργαστήρια (καλά, τα ΤΕΙ είναι κωλοχανείο…): όχι μονάχα για να προχωρήσω στα μαθήματα (μ’ άρεσε να μαθαίνω και κάπου-κάπου διάβαζα και κανένα βιβλίο: δεν είμαι αναλφάβητος), αλλά πήγαινα και για να γνωρίσω κόσμο, να κάνω φιλίες· να βρω και καμιά γκόμενα. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ: δεν ήμουνα ποτέ ο τύπος του γκομενιάρη· αντιθέτως, προσπαθούσα να γλιτώσω απ’ τα κορίτσια που μου την έπεφταν στο χωριό (Μοιράκι Φθιώτιδας) και στη Λαμία, όταν πηγαίναμε στις καφετέριες· είχα σουξέ από μικρός. Μια φορά, στο Μοιράκι, θα ήμασταν τότε δεκάξι χρονών, με στρίμωξε η Λένα στο υπόγειο του μπαρ (του μοναδικού μπαρ στο Μοιράκι), έβγαλε την μπλούζα της και όρμησε πάνω μου· αλλά, παρότι κατάφερα να ξεφύγω (τι να ’κανα; Να την πηδούσα πάνω στα καφάσια με τις κόκα-κόλες;) διέδωσε ότι τα ’χουμε κι ότι την ψιλοφοβάμαι επειδή έχει ισχυρή προσωπικότητα. Να, αυτά δεν χωνεύω στην επαρχία! Όμως, ούτε στο ΤΕΙ η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική: μου την έπεφταν κοπέλες που δεν μου άρεσαν καθόλου· μία μάλιστα μού έκανε τέτοια πεσηματική που τρόμαξα· με περίμενε έξω απ’ το σπίτι μου, έπαιρνε μαζί μου το λεωφορείο για το Αιγάλεω, καθόταν δίπλα μου στην αίθουσα· με κερνούσε καφέδες στο κυλικείο. Ήταν συμπαθητική κοπέλα, αλλά, για να κοιμηθώ με κάποια πρέπει να σκέφτομαι, να νιώθω, πώς να το πω, «Έλα τρέχοντας!»· κάτι τέτοιο. Όταν προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να παιχτεί τίποτα μεταξύ μας κι ότι τη βλέπω σαν φίλη, έκλαιγε γοερά κι απειλούσε ότι θα κόψει τις φλέβες της· γιατί μου το έκαναν αυτό οι γυναίκες δεν ξέρω: στο σχολείο, στο χωριό, η Αλεξία (ο πατέρας της ήταν βασιλόφρων, εξ ού το όνομα) ήθελε να αρραβωνιαστούμε· όταν την έκανα με ελαφρά πηδηματάκια, κατάπιε όλα τα Ταβόρ της μάνας της, ξέσπασε σκάνδαλο, το Μοιράκι χωρίστηκε σε δυο στρατόπεδα, δεν ήτανε λίγοι όσοι με θεωρούσαν διαφθορέα.

Ύστερα, έπαψα να πηγαίνω στη σχολή· έτσι κι αλλιώς, μετά τα Χριστούγεννα λίγοι πήγαιναν· οι αίθουσες ήταν ψιλοάδειες. Οι διάδρομοι ήταν ψιλογεμάτοι: τραπεζάκια πολιτικών νεολαιών και πηγαδάκια. Δεν σκαμπάζω από πολιτική. Πήγα μονάχα σε δυο-τρία πάρτι που έκαναν οι παρατάξεις και πέρασα ωραία, αθηναϊκά· πήρα γεύση μεγαλούπολης: λίγη μουσική (κυρίως έντεχνα λαϊκά και προς το τέλος ρεμπέτικα), πολλές συζητήσεις, πολλά ποτά (κυρίως μπίρες και μπόμπες), και βέβαια πάλι μου την πέσανε κάτι γκόμενες, μία με αγκαθωτά μαλλιά, στερεωμένα με ζελέ, μία άλλη πολύ αδύνατη που μου είπε ότι τρέφεται αποκλειστικά με καφέ από ραδίκια (μα, όλα τα ψώνια έχουνε μαζευτεί  στην Αθήνα;)· καπνίσαμε μαζί δυο-τρία τσιγάρα (κάπνιζα και καπνίζω πολύ: άφιλτρα Santé) και μιλήσαμε λίγο για τη σχολή και για την τυπογραφία. (Ξέχασα να πω ότι σπούδαζα, και καλά, τυπογραφία).

Ήθελα να βρω μια δουλίτσα για να μην επιβαρύνω τη μάνα μου: δεν θυμάμαι αν είπα, ή αν υπονόησα, ότι η μάνα μου ήταν ανέκαθεν το πιο αγαπημένο μου πλάσμα στον κόσμο, αν και αγαπάω πολύ και τις αδερφές μου· ήμασταν πάντα αγαπημένοι μεταξύ μας· η φυγή του πατέρα μας (το ’σκασε με μια κοπέλα απ’ τη Φιλιππιάδα όταν εγώ ήμουνα καμιά δεκαριά χρονών) πέρασε στο ντούκου. «Στο καλό και να μας γράφεις!» είπε η μάνα μας· κι από τότε τσιμουδιά σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ ο πατέρας μας. Ήθελα λοιπόν να βρω μια δουλίτσα, ίσως σε τυπογραφείο για να μαθαίνω κιόλας, αλλά, τελικά, βρήκα σ’ ένα καφέ-μπαρ στα Εξάρχεια: μου την πρότεινε μια κοπέλα απ’ τη σχολή, που ’χε έναν γνωστό εκεί, λέγοντας, «ρε συ, θα σε πάρουνε στο φτερό, τέτοιος παίδαρος που είσαι! Και θα πέφτει το φιλοδώρημα σύννεφο!» Νόμιζα ότι η τύπισσα με δούλευε αλλά πράγματι με προσλάβανε ολόχαροι, λες κι ήμουνα κανα κελεπούρι. Ιδέα δεν είχα από καφέδες και ποτά.

Έμαθα όμως. Την άνοιξη του ’94 βρέθηκα παιδί καφενείου και μπάρμαν στην πλατεία Εξαρχείων: ήμουνα είκοσι χρονών. Θυμάμαι εκείνη την εποχή με αβάσταχτη νοσταλγία· με πόνο· και τώρα που τα γράφω αυτά μού ’ρχεται να κλάψω: βρισκόμουν στο κέντρο της ζωής μου, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, μιας πρωτεύουσας· η πλατεία παλλόταν, ξενυχτούσε· ακούγονταν άγνωστες μουσικές· το χώμα, η άσφαλτος δηλαδή, κάτω απ’ τα πόδια μου δονούνταν. Σκεφτόμουν: πόσο καιρό έχασα στο Μοιράκι και στη Λαμία! Πόσο καιρό σπατάλησα σε θλιβερές καφετέριες, ανακατεύοντας τον φραπέ με το καλαμάκι! Το ότι για ένα χρόνο στο λύκειο κυκλοφορούσα με την Αλεξία που, στο τέλος, βάλθηκε να πεθάνει με Ταβόρ, μου φαινόταν γεγονός που δεν ανήκε στη δική μου ζωή, αλλά στη ζωή κάποιου άλλου. Το ίδιο μού φαινόταν και η συγκατοίκηση με τον Ευθύμη, εκείνο το άθλιο εργενιλίκι στο ημιτελές πενταώροφο.

Τι ανήκε στη δική μου ζωή: η Φράνκι ανήκε στη δική μου ζωή. Η συνάντησή μου με τη Φράνκι, ο έρωτάς μου για τη Φράνκι. Τ’ όνομά της ήτανε Ιωάννα, αλλά όλη της η παρέα είχε παρατσούκλια: την καλύτερη φίλη της την έλεγαν Τόρι, έναν τύπο με τον οποίο τα ’χε παλιά και που την έφερνε καμιά φορά στην πλατεία με τη Harley τον έλεγαν Ροντέο· γύρω της ακούγονταν ονόματα όπως Τσακ, Μάντι (απ’ το, και καλά, Μαρία-Κωνσταντίνα), Πετούνια (για τούτη, έπαιρνα όρκο ότι ήτανε λεσβία) και, σε διαφορετικό ρεπερτόριο, Γιάννης ο Πηρούνας, Ζοζέ ο Φούντας, Κώστας ο Σπηντβάγκον· τέτοια πράγματα. Αλλά, όταν πρωτοείδα τη Φράνκι, ήταν ένα κορίτσι που το έλεγαν Φράνκι. Τι σκέφτηκα: «Έλα τρέχοντας!». Να τι σκέφτηκα.

Όταν την πρωτοείδα, στεκόμουνα πίσω απ’ το μπαρ κι εκείνη μπροστά. Και μου ήρθε να κάνω έναν πήδο και να βρεθώ κι εγώ μπροστά και να την βουτήξω μαζί με το σκαμνί, ή χωρίς, και να φύγουμε προς άγνωστη κατεύθυνση. Ξέρω, είναι συνηθισμένες ιστορίες αυτές· είσαι είκοσι χρονών και νιώθεις στα χάι σου και βλέπεις ένα κορίτσι που είναι είκοσι χρονών και στα χάι του και λες εδώ είμαστε, ας ερωτευτούμε να γίνει το σώσε. Έλα τρέχοντας. Εντάξει. Εγώ πάντως δεν έκανα σκέψεις βαθυστόχαστες, απλώς ίδρωσαν οι παλάμες μου κι ένιωσα αυτό που ήμουνα, δηλαδή ένα παιδί από την επαρχία που έχει πηδήξει την Αλεξία και πριν από την Αλεξία την Πέπη και την αδερφή της Πέπης την Ουρανία χωρίς η Πέπη να ξέρει για την Ουρανία και τούμπαλιν. Αλλά η Φράνκι τα έκανε όλα εύκολα γιατί με ρώτησε αν, μετά το σχόλασμα, ήθελα να πάω σ’ ένα πάρτι στην Οικονόμου (δρόμος είναι αυτός, στην πλατεία Εξαρχείων) και, αλήθεια, τι ώρα σχόλαγα; Δεν μπορούσα να καταπιώ ούτε το σάλιο μου· άνοιγα τις μπίρες, γέμιζα τα μπολ με πατατάκια κι έφτιαχνα τις βότκες με την πορτοκαλάδα (ευτυχώς για μένα, οι πελάτες – οι περισσότεροι εικοσάχρονοι όπως εγώ – δεν είχαν εξεζητημένες απαιτήσεις: μπίρες, ουίσκι, καμιά φορά τζιν τόνικ· απλά πράγματα) πασχίζοντας να βρω κάτι έξυπνο και πρωτότυπο να πω στη Φράνκι και να την εντυπωσιάσω. «Μπορώ να φύγω νωρίτερα απ’ το κανονικό», απάντησα στην αρχική ερώτηση· κι έπειτα απάντησα όπως μπορούσα στις επόμενες ερωτήσεις· η Φράνκι εγκαταστάθηκε μπροστά μου και, για καλή μου τύχη, φαινόταν πρόθυμη να περιμένει να πάμε μαζί στο πάρτι.

Ήταν Σάββατο, πλάκωσε κόσμος, δεν μπορούσα να φύγω νωρίτερα. Παρ’ ολίγο, εκείνο το βράδυ, να παρατήσω τη δουλειά. (Εξάλλου, για γενναία φιλοδωρήματα ούτε λόγος: όχι μόνον δεν μου άφηναν φιλοδωρήματα, αλλά οι πελάτες μετρούσαν τα ψιλά τους και, όχι σπάνια, έλειπαν μερικές δραχμές.) Η Φράνκι όμως είπε, «Οκέι, βάλε έμου να dirty Martini και θα καθίσω ήσυχα εδώ πέρα μέχρι να τελειώσεις». Τι στο διάολο είναι το ντέρτι μαρτίνι; Θέλω να πω ντέρτι όπως ντέρτι-νταλκάς ή ντέρτι όπως dirty? Μέχρι σήμερα δεν το έχω εξακριβώσει: είχα τέτοιο άγχος που έφτιαξα ένα αλλόκοτο ποτό με τζιν, ντράι μαρτίνι, μια σταγόνα βότκα, λεμόνι, δυο ελιές Καλαμάτας, άλλ’ αντ’ άλλων δηλαδή, και το κέρασα στη Φράνκι λέγοντας, «Να, το πιο ντέρτι μαρτίνι των Εξαρχείων!» Φερόμουνα σα μαλάκας, αλλά η Φράνκι δεν το αντιλαμβανόταν: είχα τυχερό αστέρι εκείνο το βράδυ. Κι όταν μού ζήτησε δεύτερο ντέρτι μαρτίνι, έφτιαξα ένα στο περίπου και η Φράνκι ενθουσιάστηκε γιατί την είχε ακούσει ντόλμπι στέρεο: την είχα ακούσει κι εγώ γιατί, πίσω από τον πάγκο, μπεκρόπινα ύπουλα ώστε να ανταποκριθώ στις περιστάσεις. Μόλις φύγαμε από το μπαρ και κατηφορίσαμε προς την Οικονόμου, την αγκάλιασα και τη σήκωσα ψηλά κι έπειτα, αφήνοντάς τη κάτω, είπα γελώντας: «Παραείσαι βαριά!» Φιληθήκαμε πολύ υγρά και γελούσαμε και οι δύο, κι όταν φτάσαμε στο πάρτι, σ’ ένα ημι-ισόγειο, μπήκαμε στο διαμέρισμα σκαρφαλώνοντας απ’ το μπαλκόνι.

Ευτυχώς που φιλιόμασταν συνέχεια γιατί, τις σπάνιες φορές που μου έκανε ερωτήσεις η Φράνκι, δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω («Σ’ αρέσουν οι Tindersticks;» «Αυτό που έβαλε τώρα τι είναι; Pavement; Ε; Πάω να ρωτήσω τον ντιτζέι…»)· κι ευτυχώς που σπάνια απομακρυνόταν από μένα (για να ρωτήσει, λόγου χάρη, τον ντιτζέι) διότι είχα φονικές διαθέσεις απέναντι σε οποιονδήποτε της αποσπούσε την προσοχή. Μέχρι σήμερα δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν η Φράνκι ήταν «όμορφη»· τι θα πει «όμορφη»; Η Φράνκι ήταν η Φράνκι: φορούσε δικτυωτές κάλτσες και μαύρα μποτάκια με πολλά λουριά και μικρές αγκράφες με νεκροκεφαλές και μια φούστα πολύ κοντή και στενή που όμως δεν σηκωνόταν ποτέ, ποτέ δεν σε ντρόπιαζε· έμοιαζε κολλημένη στο σώμα της, προστατευτική. Πώς αλλιώς ήταν η Φράνκι: είχε πολλά μαλλιά, μαύρα· πάρα πολλά μαλλιά· ιδιαίτερα αν την κοιτούσες από πίσω ήταν σαν ένας πυκνός βάτος· απ’ τα μαλλιά μπορούσες να τη διακρίνεις μέσα στο πιο μεγάλο πλήθος.

Τι έκανε η Φράνκι: εννοώ, αν εγώ ήμουνα, και καλά, σπουδαστής σε ΤΕΙ τυπογραφίας, τι ήταν η Φράνκι· δεν είχε δώσει πανελλήνιες, έλεγε πως δεν ήξερε ακόμα τι ήθελε να γίνει, πως ίσως ήθελε να πάρει βίζα να πάει στον Καναδά. Πρόσθεσε ότι, στην τρίτη λυκείου είχε πάθει ένα είδος nervous breakdown – ανάθεμα κι αν ήξερα τι ακριβώς ήταν το νέρβους μπρεϊκντάουν – κι ότι είχαν συμβεί «διάφορα»· μέχρι ν’ αποφασίσει τι θα ’κανε – αν έκανε τίποτα - ζούσε με το χαρτζιλίκι που της έδινε ο πατέρας της (ήταν ιδιοκτήτης πάρκινγκ στα Εξάρχεια) κι έμενε με άλλες δυο κοπέλες σ’ ένα ευρύχωρο τεσσάρι στην οδό Μάρνη, απέναντι απ’ το μουσείο· ένα μεγάλο αλλά παμπάλαιο διαμέρισμα όπου έσταζε το ταβάνι, το πάτωμα έτριζε, τα κουφώματα είχαν φουσκώσει και σαπίσει. Δεν άργησα να το δω: μετά το πάρτι στην Οικονόμου, απ’ το οποίο δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα (ήπια πάνω από τέσσερα τζιν και έκανα μια τζούρα τσιγαριλίκι που περνούσε από στόμα σε στόμα), πήγαμε στη Μάρνη και χωθήκαμε στο δωμάτιο της Φράνκι κι εδώ πέφτει το «Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» διότι δεν έχω διάθεση να περιγράψω τις νύχτες μου με τη Φράνκι· είναι ιερές, λέμε τώρα, κι εξάλλου οι αναμνήσεις πονάνε αφόρητα. Νύχτες σπαρμένες με μάγια.

Περάσαμε το καλοκαίρι του ’94 στην πόλη· δεν είχαμε λεφτά για διακοπές, και, παρόλο που το καφέ όπου δούλευα έκλεισε για είκοσι μέρες τον Αύγουστο, μείναμε στα Εξάρχεια και δεν το κουνήσαμε ούτε για να πάμε για μπάνιο στη θάλασσα. Ήταν μια καυτή και αργή εποχή· στην πλατεία περιφέρονταν μοναχικοί γέροι και πρεζάκια, «όπως συνήθως», είπε η Φράνκι, αλλά εγώ πρώτη φορά ζούσα την Αθήνα τον Αύγουστο: έρημη πόλη, χαμένες ψυχές. Μια-δυο φορές εκείνο το καλοκαίρι σκέφτηκα να πεταχτώ μέχρι το χωριό να δω τη μάνα μου, αλλά δεν άντεχα να αποχωριστώ τη Φράνκι. Ούτε να την πάρω μαζί μου μπορούσα, ψιλοντρεπόμουν για τον κόσμο της επαρχίας· εξάλλου, η Φράνκι δεν θα περνούσε καλά εκεί πέρα, θα την κοιτούσαν με μισό μάτι· ψέματα, θα την κοιτούσαν φαρμακερά, θα της έκαναν βουντουδάκια. Για να εξιλεωθώ που δεν πήγα να δω τη μάνα μου, της τηλεφωνούσα κάθε μέρα· κι εκείνη μου έλεγε «κλείσε να μην πληρώνεις» - η καλοσύνη της μάνας μου: μου έστειλε δαμασκηνόπιτα, αβγά, μια γαλοπούλα· το κοφίνι απ’ το χωριό που κοροϊδεύουν οι Αθηναίοι. (Ό,τι δεν φτάνει η αλεπού το κάνει κρεμαστάρια.) Ήμουν τέλεια ευτυχισμένος· είχα ερωτευτεί τρελά και, σαν να μην έφτανε αυτό, είχα την καλύτερη μάνα στον κόσμο· ούτε με πίεζε, ούτε μ’ εκβίαζε όπως κάνουν οι μάνες. Ήθελα να της μιλήσω για τη Φράνκι, αλλά δεν ήξερα πώς: η μάνα μου δεν είχε δει ποτέ κορίτσι σαν τη Φράνκι. Η Φράνκι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην οδό Μαυρομματαίων, όταν ήταν παιδί έπαιζε στο πεδίο του Άρεως· αργότερα έπαιζε, με τον τρόπο της, στα μπαρ της πλατείας, άκουγε ροκ μουσική (εγώ ήξερα τους Beatles, τους Doors...αυτά…), πριν από μένα είχε γκόμενους με μοτοσικλέτες, κι αν κατάλαβα καλά, είχε ακόμα και κάποιον που έκανε σέρφινγκ. Μιλάμε για διαφορετικό πλανήτη δηλαδή. Κι όπως λένε για τα παιδιά της πόλης, η Φράνκι είχε δει αγελάδα μονάχα πάνω στο τυρί La vache qui rit. Όχι ότι εγώ ήμουνα αγρότης και γελαδάρης, αλλά, μέχρι να γνωρίσω τη Φράνκι, δεν ήξερα ούτε τι ήταν το γουόκμαν με το οποίο η Φράνκι κυκλοφορούσε ακούγοντας, και καλά, γκραντζ. Τρέχε γύρευε: είχα πολλά να μάθω.

Πέρασα τέσσερα από τα μαθήματα του πρώτου έτους, άφησα όμως έξι· σκεφτόμουν ότι, αν δεν ήθελα τόσο πολύ να είμαι με τη Φράνκι, θα πήγαινα στο χωριό για καμιά δεκαριά μέρες και θα διάβαζα λιγάκι· θα με φρόντιζε η μάνα μου (θα τα ’χα όλα στο χέρι) και θα περνούσα όλα τα μαθήματα. Το ΤΕΙ της τυπογραφίας δεν ήτανε δα και το Κέμπριτζ! Για μια στιγμή, τον Σεπτέμβριο, αναρωτήθηκα μήπως μπορούσα να ξεκλέψω μια βδομάδα απ’ το καφέ και να στρωθώ να διαβάσω, αλλά η Φράνκι με ξεσήκωνε: όχι, δεν φταίει η Φράνκι που παραμέλησα τη σχολή· σιγά τώρα μην τα ρίξουμε στην Φράνκι. Η Φράνκι ήθελε να είμαστε μαζί όλη μέρα κι όλη νύχτα· ν’ ακούμε μουσική (έβαζε το ένα ακουστικό του γουόκμαν στο δικό της αυτί, το άλλο στο δικό μου), να περιπλανιόμαστε στην πόλη, να πίνουμε και να πηδιόμαστε ξανά και ξανά· μια ονειρεμένη ζωή· ζωή-στρόβιλος και τρενάκι του λούνα-παρκ απ’ αυτά που, όπως έμαθα, τα λένε ρωσικά βουνά (μ’ εντυπωσίασε η ονομασία). Κάπου-κάπου, ή συχνά, δεν μπορώ να καθορίσω τώρα τη συχνότητα, πηγαίναμε, αργά τη νύχτα, αφού σχόλαγα, μαζί με φίλους της σε μπαρ γύρω από την πλατεία: μ’ άρεσαν οι παρέες της Φράνκι· είχαν μια παραξενιά, κάτι μυστηριώδες – τους συμπαθούσα όλους εκτός από εκείνον τον Ροντέο με τη Harley που ήτανε πατημένος μαζί της μέχρι θανάτου, δεν το συζητώ. Η Φράνκι δεν το παραδεχόταν, μια-δυο φορές μάλιστα είχε έρθει μαζί του στο καφέ και παρ’ ολίγο να με φέρει σε δύσκολη θέση γιατί ο τύπος πήγε στην τουαλέτα κι έκανε ένα στριφτό. Όλοι οι φίλοι της Φράνκι – η Τόρι, η Μάντι, ο Ζοζέ, ο Ροντέο – έκαναν φούντα και μάλιστα, έτσι, στην κουφή, καταμεσής στην πλατεία, ή στις τουαλέτες του Ρόδον και του Stand· καμιά φορά, όρθιοι, στον πεζόδρομο της Οικονόμου, ή μέσα στο Ντε Σεβώ του Πηρούνα που το πάρκαρε στον άλλο πεζόδρομο, στη Θεμιστοκλέους. Εγώ φοβόμουνα κάπως: φαντάσου, έλεγα, να μας πιάσουνε με το χασίσι και να τηλεφωνήσουνε στη μάνα μου να της ανακοινώσουνε ότι ο γιος της είναι χασικλής.

Εννοείται ότι δεν ήμουνα χασικλής. Απλώς, όταν έκανε γύρα το τσιγαριλίκι, ρούφαγα κι εγώ μία και το πέρναγα στον διπλανό μου. Για να είμαι ειλικρινής, σιχαινόμουνα λιγάκι το σαλιωμένο τσιγαριλίκι, αλλά δεν το είπα ποτέ στη Φράνκι για να μην την κακοκαρδίσω.

Την κακοκάρδισα με διαφορετικό τρόπο. Τον Νοέμβριο του ’94 ήρθε στην Αθήνα η μάνα μου για να με δει· κι εγώ φέρθηκα στη Φράνκι σαν γάιδαρος· της είπα, «για μερικές μέρες ας βλεπόμαστε μονάχα στο καφέ για να γυρίζω νωρίς στο σπίτι… και γενικά, πρέπει ν’ αφιερώσω λίγο χρόνο στη μάνα μου…»· κοντολογίς, έκρυβα τη Φράνκι από τη μάνα μου περισσότερο απ’ όσο έκρυβα τη μάνα μου από τη Φράνκι. Ούτε εμένα μ’ άρεσε αυτός ο, και καλά, διακανονισμός, αλλά, ακόμα και σήμερα πιστεύω ότι η μάνα μου, παρά την αγαθότητά της – και εξ αιτίας της αγαθότητάς της - θα φρικάριζε μπροστά στη Φράνκι: μπροστά στα μαλλιά της, στις πέτσινες φούστες, στα μπλε νύχια, και, πάνω απ’ όλα, στο γλωσσικό ιδίωμα – «γαμώ τα σύννεφα!», «και γαμώ τις φάσεις!» «τον ήπιαμε» και τα λοιπά· όμως, η Φράνκι το πήρε βαριά κι εξαφανίστηκε από προσώπου γης, ούτε στο τηλέφωνο δεν μπορούσα να τη βρω και, όταν πήγα στο σπίτι στη Μάρνη, η συγκάτοικός της η Βάσω (να και μια με φυσιολογικό όνομα) μου είπε ότι δεν είχε κοιμηθεί εκεί για τρεις μέρες. Και πρόσθεσε πως έπρεπε να φωνάξουν υδραυλικό: στον τοίχο του δωματίου της Φράνκι είχε εμφανιστεί μια τεράστια, μουχλιασμένη κηλίδα. Το τελευταίο που με απασχολούσε ήταν οι υδραυλικοί.

Πανικοβλήθηκα (πού, π’ ανάθεμά με, ήτανε επί τρεις μέρες;) και, άθελά μου, μίσησα τη μάνα μου: «Άντε λοιπόν, με είδες, ξεκουμπίσου τώρα,» έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται και ντράπηκα· αλλά, το μόνο που ήθελα ήταν να ψάξω ανενόχλητος για τη Φράνκι· στο μεταξύ, μεταμορφωνόμουν σε τέρας. Όταν η μάνα μου κατάλαβε ότι ήταν ανεπιθύμητη – δεν μπορούσα να το κρύψω, έγινα γκρινιάρης κι ανυπόμονος - έφυγε· δεν ξέρω αν μου κράτησε κακία· έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή δεν έδινα δεκάρα για τα αισθήματα της μάνας μου. Μόλις την έβαλα στο ταξί για τον σταθμό Λαρίσης, άρχισα να τρέχω από δω κι από κει αναζητώντας τη Φράνκι· στις καφετέριες και τα μπαρ της πλατείας, στον πεζόδρομο της Οικονόμου όπου γίνονταν νταραβέρια – όχι φούντες και τέτοια· πρέζα απ’ την Αλβανία - καμιά φορά μάλιστα έπεφτε και κανα μαχαίρωμα. Βρήκα τον Ροντέο στο Stand, τον ρώτησα, αλλά ήταν τόσο μαστουρωμένος που δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε: «Έχει τρεις μέρες να κοιμηθεί στο σπίτι της,» άκουσα τη φωνή μου σαν κλαψούρισμα· «Η δικιά σου,» απάντησε, συγκεχυμένα ο Ροντέο, «είναι μέσα σε χοντρές φάσεις», κι ύστερα ήθελε να με κεράσει μπίρα, αλλά εγώ δεν είχα ανάγκη από συμπότες· δεν είμαι από τους ανθρώπους που πνίγουν τον πόνο τους στο ποτό. 

    Ξαναπήγα στο σπίτι της Μάρνη, ξαναβρήκα τη Βάσω, η Βάσω μ’ έκανε χάλια: «Μωρέ,» είπε, «κι εγώ έχω αρχίσει να τα βλέπω όλα… Έχει περάσει κι εκείνη τη μαλακία… έπαιρνε τα Mινιτράν με τις χούφτες· ήτανε μπλεγμένη…» «Τι μπλεγμένη;» Τι μπλεγμένη, γαμώτο;; Τι «μαλακία»;; Το νέρβους μπρεϊκντάουν; Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα τίποτα για τη Φράνκι. Κι αυτό που ήξερε η Βάσω περισσότερο από μένα ήταν ότι, την περσινή χρονιά, έπαιρνε αντικαταθλιπτικά «με τις χούφτες». Προσπαθούσα να διατηρήσω κάποια ψυχραιμία: η προσωρινή λύση που βρήκα ήταν να εγκατασταθώ στο δωμάτιο της Φράνκι και να την περιμένω να γυρίσει· αλλά, μέχρι να συμβεί αυτό κατάφερα να πέσω πολύ χαμηλά.

Έψαξα το δωμάτιό της απ’ τη μια άκρη στην άλλη και σε βάθος. Ανασκαφές. Τι βρήκα: βρήκα ό,τι δεν ήθελα να βρω. Φωτογραφίες από καλοκαιρινές διακοπές με τον Ροντέο – στιγμιότυπα με χαρούμενες, παιδιάστικες γκριμάτσες· σκηνές ανεμελιάς· αναρωτήθηκα αν η Φράνκι ήταν ευτυχισμένη μαζί μου όσο είχε υπάρξει μ’ εκείνον τον μηχανόβιο, αν ήταν ευτυχισμένη μέχρι πριν από λίγες μέρες δηλαδή, μιας και τώρα είχε εξαφανιστεί· το ερωτηματικό αυτό με δάγκωνε βαθιά μέσα μου. Δεν ήθελα να είναι εξίσου ευτυχισμένη· ήθελα να είναι περισσότερο, πολύ περισσότερο. Ένας σωρός από φωτογραφίες: δυο-τρεις αγκαλιά μ’ έναν ξανθό που δεν είχα ξαναδεί· μήπως ήταν ο Καναδός; Μήπως γι’ αυτόν ήθελε να πάρει βίζα για τον Καναδά; Μαζί δεν είχαμε βγάλει ούτε μια φωτογραφία· δεν είχε τεθεί ζήτημα να φωτογραφηθούμε· τι σήμαινε άραγε αυτό; Τι σήμαινε, π’ ανάθεμά με, το ότι δεν είχαμε βγάλει φωτογραφίες; Ένιωθα σαν τον φτωχό που τρώει ένα ξεροκόμματο στο σκαλοπάτι του θρόνου· η Φράνκι μού χάριζε κάτι, δεν μου τα χάριζε όλα. Τι άλλο βρήκα: ληγμένα χάπια· όχι Μινιτράν, κάτι άλλα· Τερρονάκ· δεν τα ήξερα, δεν έχω ιδέα από φάρμακα. Ξέρω την ασπιρίνη, το Ντεπόν, τα Ταβόρ που πήρε η Αλεξία, δεν ξέρω καν τα χάπια που παίρνει η μάνα μου για την πίεση. Βρήκα λοιπόν Τερρονάκ, βρήκα προφυλακτικά (δεν χρησιμοποιούσαμε προφυλακτικά με τη Φράνκι· μου είχε πει ότι δεν κινδύνευε να μείνει έγκυος· είχε, είπε, «αμηνόρροια»· δεν είχα κάνει περαιτέρω ερωτήσεις· παρότι έχω δυο μεγαλύτερες αδερφές, δεν ξέρω πολλά για τα ιατρικά των γυναικών). Ανέσυρα, από το βάθος ενός συρταριού, μια πλακέτα Υπνοσεντόν τα οποία ήταν, προφανώς, υπνωτικά· επίσης, ανάμεσα στα cd της, βρήκα ένα κομματάκι χασίσι τύπου σοκολάτα κι ένα σακουλάκι φούντα με πολλά σπόρια. Αυτά. Η ζωή της Φράνκι: γκόμενοι, τσιγαριλίκια και cd: Suede, Nirvana, Smashing Pumpkins, Cramps· μερικά κάπως «ερασιτεχνικά» cd ελληνικών συγκροτημάτων κι άλλα αντιγραμμένα: Τρύπες, Πυξ-Λαξ, Ξύλινα σπαθιά, Διάφανα Κρίνα. Η ζωή της Φράνκι: μια εποχή όπου τα ’χε παίξει κι έπαιρνε χάπια κι ύστερα μια εποχή όλο πάρτι και τρίφυλλα. Στον μουχλιασμένο τοίχο, αφίσες του Κερτ Κομπέιν (πολύ πρωτότυπο!) και συνθήματα γραμμένα με μαρκαδόρο: “Sex, Drugs & RocknRoll”, “Desire for Agony”, “God Protects Fools”, “Become What You Are”. Αυτά. Μπορεί να είμαι επαρχιώτης αλλά αγγλικά ξέρω· έχω πάρει το Proficiency (με τη βάση).

Την περίμενα στο σπίτι αλλά μάταια. Μετά από έξι μέρες εξαφάνισης κι ενώ είχα αποφασίσει να απευθυνθώ στην αστυνομία (συμφωνούσε και η Βάσω, η οποία επέμενε να φωνάξουμε και υδραυλικό· ο λεκές στον τοίχο είχε πρασινίσει κι είχε βγάλει μανιτάρια), τη βρήκα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι στην Οικονόμου, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, και πιπιλούσε το δάχτυλό της· τα μαλλιά της, άλουστα, έπεφταν στα μάτια της, έκρυβαν το μισό της πρόσωπο. Η πρώτη μου επιθυμία όταν την είδα, όταν την αναγνώρισα – δεν ήταν εύκολο να την αναγνωρίσω, παρά τα λουστρινένια αρβυλάκια και τις δικτυωτές κάλτσες με τις τρύπες - ήταν να τρέξω να την αγκαλιάσω ουρλιάζοντας ενθουσιασμένος (Έλα τρέχοντας...)· ωστόσο, δεν έκανα αυτό, έκανα κάτι άλλο. Έτρεξα, την άρπαξα απ’ το τσουλούφι κι άρχισα να τη βαράω όπου έβρισκα· το παιδί που καθόταν δίπλα της στο πεζούλι, αναμφίβολα πρεζάκι (είμαι άσχετος αλλά μπορώ να διακρίνω ένα πρεζάκι από ένα μη-πρεζάκι) τρόμαξε και το ’βαλε στα πόδια, όσο για τη Φράνκι ήταν τόσο σαστισμένη που δεν προλάβαινε να αντιδράσει. «Τι έχεις πάρει, γαμώτο;» έσκουζα, αλλά δεν θυμάμαι τίποτ’ άλλο, ήμουν εκτός εαυτού, τα πρεζάκια γύρω μου είχανε σκορπιστεί, ήμασταν, για μια στιγμή μόνοι με τη Φράνκι στον σκοτεινό πεζόδρομο. «Τι σκατά έχεις πάρει, μαλακισμένη;» Την έσυρα στο φως της πλατείας, πράγμα εύκολο - δεν έφερε καμιά αντίσταση - και, κρατώντας τη σφιχτά αγκαζέ (και μουρμουρίζοντας βρισιές) φτάσαμε στο σπίτι στη Μάρνη. Απ’ όπου, ευτυχώς, έλειπαν οι δυο συγκάτοικοι.

Έτσι, η Φράνκι έκανε εμετό με την ησυχία της κι εγώ έβαλα τα κλάματα με την ησυχία μου. Ύστερα, αγκαλιαστήκαμε πολύ σφιχτά· η Φράνκι έτρεμε, έτρεμα κι εγώ – και λίγη ώρα αργότερα τη σήκωσα στα χέρια («είσαι βαριά, γαμώτο!»), την έχωσα στη μπανιέρα και την έκανα μπάνιο λες και ήταν Εβραία σε ναζιστικό στρατόπεδο: την έστησα όρθια και της έριχνα νερό με το ντους. Έπειτα κοιμηθήκαμε ώς το πρωί, αλλά εγώ ξύπνησα πρώτος και είδα αυτό που φανταζόμουν, τα τρυπημένα χέρια της Φράνκι, τα γεμάτα ροζ σημάδια σαν πιτσιλιές από δερματοπάθεια. Δεν τα είχα προσέξει, η Φράνκι φρόντιζε το ντύσιμό της· μακριά γάντια με κομμένα τα δάχτυλα, δαντελένιες μπλούζες με μανίκια ώς τους καρπούς· στιλάκι μετα-πανκ και έτσι. Φράνκι, το πρεζάκι, μάλιστα. Δεν είναι το τέλος του κόσμου, είπα από μέσα μου. Δεν είναι το τέλος του κόσμου. Στην πραγματικότητα, αυτό που φοβόμουν ήταν μήπως η Φράνκι δεν με είχε συγχωρέσει για την ηλιθιότητα με τη μάνα μου και για το ότι τη χτύπησα: Πόσο μαλάκας μπορώ να γίνω; Πόσο μαλάκας; Απ’ την άλλη μεριά, επειδή είμαι χωριάτης, σκεφτόμουν: Πού πήγες κι έμπλεξες, μεγάλε; Δηλαδή, έβλεπα, ξαφνικά, τη Φράνκι – την οποία λάτρευα, δεν το συζητώ – σαν «μπλέξιμο». Λες κι είχα πέσει θύμα πλεκτάνης, λες και σε βάρος μου παιζόταν μια ανήκουστη απάτη. Χέσ’ τα κι άστα.

Η ζωή ξαναπήρε τον ρυθμό της· τρόπος του λέγειν. Η Φράνκι υποσχέθηκε ότι δεν θα το ξανακάνει κι εγώ υποσχέθηκα ότι δεν θα το ξανακάνω. Στο μεταξύ, μου ήρθαν στο μυαλό πλευρές από τη ζωή μου με τη Φράνκι τις οποίες άρχισα να ερμηνεύω διαφορετικά: Γιατί η Φράνκι δεν πεινούσε ποτέ; Γιατί κοιμόταν τόσο λίγο; Γιατί μερικές φορές ήταν τόσο ήσυχη, σιωπηλή, μαλακή στο σώμα, σαν να υπνοβατούσε; Ήμουν αμαθής, δεν είχα ιδέα από χημικές ουσίες· το ξαναείπα αυτό, νομίζω. Κι αυτή η αμάθεια μ’ έκανε να ζηλεύω τους φίλους της Φράνκι: είχαν μεταξύ τους κάτι που τους συνέδεε, κάτι εμπιστευτικό, απόρρητο, και παράνομο. Φοβούνταν τα ίδια πράγματα: τη μπουρούχα, τη νάρκα· την έλλειψη· φοβούνταν τους χαφιέδες και τα βαποράκια όταν τους χρώσταγαν λεφτά· φοβούνταν τον ίδιο τον φόβο και τον πανικό του να μην μπορείς να βρεις καλή πρέζα και να πρέπει να κουτσοβολευτείς με τα αντιβηχικά και τα υπνωτικά. Επιπλέον, αυτό που τους συνέδεε ήταν επικίνδυνο, θανατερό: ο ένας απειλούσε τη ζωή του άλλου και την έσωζε· όσο για μένα, ήμουν «εκτός».

Και παρέμεινα «εκτός». Για μήνες έπαιζα τον ρόλο του καλόγνωμου κηδεμόνα, επιτηρώντας διακριτικά τη Φράνκι – τη Φράνκι και «τους άλλους»· ο Ροντέο – είχα σιγουρευτεί πια – ήταν ο προμηθευτής της· ο Ζοζέ ήταν εκείνος που διατηρούσε τον έλεγχο· που είχε καταφέρει να τη βγάζει μ’ ένα φιξάκι την ημέρα, να εργάζεται (σ’ ένα μαγαζί με δίσκους βινυλίου), να μη σέρνεται στα παγκάκια της πλατείας, να μην ξερνάει, να μην μπλέκεται σε καβγάδες με πούσερς και βαποράκια. Κοντολογίς, εγώ κράτησα τον λόγο μου και δεν ξαναεπιτέθηκα στη Φράνκι, εκείνη όμως δεν τον κράτησε· δεν ξέρω τι την έκανε να κατρακυλήσει όπως κατρακύλησε, σίγουρα όμως έγινα μάρτυρας μιας κατρακύλας: τον χειμώνα του ’95 η Φράνκι περνούσε πολλές μέρες στο κρεβάτι κι άλλες μέρες εξαφανιζόταν, δεν ήξερα πού να την αναζητήσω για να τη φέρω πίσω· δεν γινόταν καν λόγος για να μπει σε κέντρο απεξάρτησης· ο Ροντέο είχε μπει και βγει τρεις φορές· η Μάντι, που είχε αρχίσει να τραγουδάει σ’ ένα χάρντκορ συγκρότημα - όχι ότι ξέρω με ακρίβεια τι είναι χάρντκορ - με το ποιητικό όνομα “Blood Roses”, είχε ξεκόψει απ’ την πρέζα χωρίς να μπει και να βγει πουθενά. Δεν ήξερα τι να κάνω, δεν ήξερα ποιο ήταν το σωστό. Την αγαπούσα· κάθε πρωί ξυπνούσα με χαρά γιατί ήμουν μαζί της, με λύπη γιατί η Φράνκι ήταν όπως ήταν· προτού να τη γνωρίσω απλώς ξυπνούσα, δεν είχα κανένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Ήθελα, αγαπώντας τη Φράνκι, να τ’ αλλάξω όλα, κι αλλάζοντάς τα να της μείνω πιστός, δίπλα της. Αλλά η Φράνκι έλειπε από μένα· περνούσαμε μαζί νύχτες αγρύπνιας όπου ήταν άρρωστη, κι άλλες νύχτες όπου ήταν βαριά μαστουρωμένη με ό,τι είχε καταφέρει να βρει: άλλοτε τριπάκια, άλλοτε ηρωίνη· συχνά παραληρούσε, έλεγε τρέλες – «απ’ τ’ ασημένια νερά ξεπροβάλλουν οι φρύνοι», «βουλιάζω προς τις σειρήνες», «τρομπόνια, αστροναύτες, γατοτροφή» - κι εγώ προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι ο έρωτας υπερβαίνει τους νόμους κι ότι οι ορθές πράξεις είναι οι ελεύθερες πράξεις. Στην πραγματικότητα, είχα αφοσιωθεί σ’ έναν ίσκιο.

Η σχολή, σκατά. Η ζωή μου ήταν η Φράνκι· η Φράνκι έκανε ηρωίνη, εγώ έκανα Φράνκι. Όταν δεν ήμασταν μαζί μ’ έτρωγε η αγωνία και η ζήλια· κάθε βράδυ κοιμόμουν στο σπίτι της – σ’ εκείνο το σάπιο σπίτι που έσταζε - όχι μόνον για να είμαστε μαζί αλλά για να την ελέγχω, για να της βάζω παγάκια στις μελανιές: μερικοί έχουν παγάκια στο ψυγείο για τα κοκτέιλ, άλλοι για τις ουλές απ’ το σουτάρισμα. Καμιά φορά, περνούσαμε υπέροχα: κάναμε μαζί αφρόλουτρο πίνοντας dirty Martini που της άρεσε· βλέπαμε ντοκιμαντέρ με ροκ συναυλίες που της άρεσαν· σχεδιάζαμε ταξίδια στη θάλασσα· κάναμε ό,τι της άρεσε. Είχα πειστεί ότι η Φράνκι θα πέθαινε σύντομα· της συμπεριφερόμουν όπως σ’ έναν μελλοθάνατο. Μην κάνεις ερωτήσεις για να μην ακούσεις ψέματα. Ούτε η Φράνκι έκανε ερωτήσεις: στο μπαρ μού την έπεφταν γκόμενες από δεκαεφτά έως σαράντα εφτά ετών· μία μου έγραψε το τηλέφωνό της πάνω στην απόδειξη για τον καφέ, μια άλλη μού πρότεινε να πάμε μαζί στο κλαμπ «Πήγασος», στη συναυλία μιας μπάντας με το όνομα «Αρνητική στάση»· δεν ενέδωσα ούτε μια φορά, δεν είχα καμιά, μα καμιά, όρεξη· να, έτσι σου βγαίνει το όνομα ότι είσαι μουρόχαβλος. 

Το Πάσχα του ’96 πήγα στο Μοιράκι· ήταν αδύνατον να μην πάω· η μάνα μου είχε αρχίσει να πιστεύει ότι έχω γίνει μαφιόζος, ότι κρύβω κάτι εγκληματικό, ότι η Αθήνα μ’ έχει καταπιεί. Έπρεπε να πάω. Μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι, οι αδερφές μου με τους άντρες τους, οι θειές μου, συν ένα μωρό, το πρώτο μου ανιψάκι· οικογενειακή ατμόσφαιρα και έτσι· πασχαλινά αβγά, τσουρέκια, μαγειρίτσα και έτσι. Ξαφνικά, ένιωθα γαλήνιος· είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που ένιωθα γαλήνιος: έκανα βόλτα στην πλατεία, ήπια φραπέδες με τα ξαδέρφια μου, συνάντησα ακόμα και την Αλεξία που παντρεύτηκε και της πέρασε ο καημός για μένα· ευγνωμονούσα τον κόσμο, την άνοιξη στο Μοιράκι, τα διακόσια πενήντα χιλιόμετρα που με χώριζαν απ’ τα Εξάρχεια κι από τη Φράνκι. Όταν επέστρεψα στην Αθήνα, πήγα στο δικό μου σπίτι, στο δώμα, στο Πολύγωνο· περίμενα να με αναζητήσει η Φράνκι, να πάρει την πρωτοβουλία· από μέσα μου ευχόμουν να την πάρει, ή να μην την πάρει. Στο μεταξύ, η απαντοχή με σκότωνε· υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν ότι δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση με τον έρωτα, με τον εξευτελισμό που συνεπαγόταν· και υπήρχαν στιγμές που η εικόνα της Φράνκι στο πεζούλι να πιπιλάει το δάχτυλό της με το μπλε νύχι μού φαινόταν εξωπραγματική· αναρωτιόμουν αν τα νύχια της είχαν ξεβάψει, κι αν είχε τη δύναμη να τα ξαναπεράσει μ’ εκείνο το μπλε βερνίκι. 

Έμεινα ακίνητος για πολλές εβδομάδες. Τίποτα δεν συνέβη. Επέστρεψα στο καφέ και στο ΤΕΙ· ένα βράδυ έκαψα τα δάχτυλά μου στην καφετιέρα, ένα άλλο βράδυ έχυσα κατά λάθος ένα μπουκάλι Gordons. Τίποτα δεν έκανα σωστά· και μια νύχτα, ένα πρωί μάλλον, λίγο προτού ξυπνήσω, είδα έναν εφιάλτη· έπεφτα σ’ έναν τενεκέ με σκουλήκια· ο τενεκές με το λάδι που μου είχε φέρει η μάνα μου ήταν γεμάτος σκουλήκια.

Δεν κυκλοφορούσα καθόλου στην πλατεία: την τελευταία φορά που την είχα διασχίσει μύριζε στάχτη. Τις νύχτες, μετά το σχόλασμα, πήγαινα στο Πολύγωνο απ’ τη Χαριλάου Τρικούπη· απέφευγα να κατέβω ώς την Μπουμπουλίνας. Καμιά φορά – το ξημέρωμα κυρίως – από την επιθυμία να δω τη Φράνκι πονούσε το στήθος μου, δεν μπορούσα να αναπνεύσω· δεν επρόκειτο για δύσπνοια, επρόκειτο για αδυναμία αναπνοής· νόμιζα ότι θα πεθάνω. Μια Κυριακή βγήκα στο δρόμο, στις τέσσερις το πρωί, αποφασισμένος να πάω στη Μάρνη, να χτυπήσω το κουδούνι· ή, ακόμα χειρότερα, να μπω με το κλειδί μου· οι λεπτομέρειες που έκαναν τη Φράνκι να είναι η Φράνκι – το βραχιολάκι στον αστράγαλο (δεν μίλησα γι’ αυτό: τι παράξενο), τα μπλε νύχια, τα υπερβολικά βαμμένα μάτια, το μικρό τατουάζ (για πόσα δεν έχω μιλήσει!) – μου προξενούσαν πικρή, σπαραχτική λύπη, μου προξενούσαν συντριβή. Βγήκα λοιπόν μια νύχτα, χαράματα σχεδόν, στον δρόμο και κατευθύνθηκα προς το σπίτι της Φράνκι, καπνίζοντας το ένα Santé μετά το άλλο, αλυσιδωτά, απ’ τα νεύρα μου, με χέρια που έτρεμαν· αλλά, όταν έφτασα στη Μάρνη, κοντοστάθηκα λίγο, κοίταξα ψηλά μήπως διακρίνω το παράθυρό της, και, όχι, δεν μπορούσα να το διακρίνω· ύστερα έκανα μεταβολή, σταμάτησα ένα ταξί και γύρισα στο σπίτι. Ήταν τέλος Μαΐου του ’96, μια αψεγάδιαστη άνοιξη· λαχταρούσα αθώα πράγματα: μέλι, γάλα, ένα δέντρο, τη μάνα μου, το νηφάλιο φως του πρωινού, τον ήχο από ένα κουταλάκι που ανακατεύει τον καφέ· τον εαυτό μου προτού γνωρίσω τη Φράνκι. Είχα τρεις επιλογές: να αγωνιστώ, να αδρανήσω ή να φύγω.

Έφυγα.
                       
                                                  ΙΙ

Κάμποσους μήνες αργότερα, συνάντησα τυχαία τη Βάσω: η Αθήνα που κάποτε που φαινόταν μεγάλη, τώρα μου φαινόταν χωριό· περπατώντας στην πόλη έβλεπα τους ίδιους ανθρώπους. Θα μπορούσα να την αποφύγω, να αλλάξω πεζοδρόμιο ή κάτι τέτοιο – κυρίως επειδή ντρεπόμουν: δεν είχα εγκαταλείψει άνανδρα ένα καράβι που βυθιζόταν; Δεν είχα φερθεί σαν τρομαγμένο χωριατόπαιδο; - παρ’ όλ’ αυτά, τη σταμάτησα και τη ρώτησα - τρομαγμένος όπως πάντα, χωρίς να το δείχνω, όπως πάντα - τι κάνει η Φράνκι. Η Βάσω δεν ήξερε, δεν έμεναν πια μαζί· δεν ήξερε.


                                                   ΙΙΙ

Πέρασαν όλ’ αυτά τα χρόνια: τέλειωσα το ΤΕΙ, με καθυστέρηση· πολλά έχουν αλλάξει· αν ήμουν πράγματι «κούκλος» όταν ήμουν πιο νέος, τώρα μπορώ να πω με σιγουριά ότι δεν είμαι. Όταν ζούσα με τη Φράνκι φοβόμουν μήπως με τραβήξει στην άβυσσο, μήπως χάσω τη σωφροσύνη μου, την αξιοπρέπειά μου· όχι, δεν σκεφτόμουν την υγεία μου, σκεφτόμουν κάτι βαθύτερο· την ψυχή μου. Γι’ αυτό τής γύρισα την πλάτη· η πρέζα ήταν δυνατότερη από μένα· κι όμως, υπήρχαν στιγμές που ποθούσα τόσο πολύ να συμμετέχω στη ζωή της Φράνκι ώστε ήμουν πρόθυμος να γίνω κι εγώ πρεζάκι· να μοιραστώ την ίδια περιπέτεια, να υποστώ την ίδια αποσύνθεση· το βύθισμα «προς τις σειρήνες». Δεν ξέρω τι με απέτρεψε τελικά: υπάρχουν τόσα που δεν ήξερα τότε· μακάρι να είχα φερθεί γενναιότερα. Η αλήθεια είναι ότι κάθε μέρα αυτά τα, πόσα; δεκαπέντε χρόνια; τη σκεφτόμουν· κι όταν πέθανε η μάνα μου, πέρσι, από εγκεφαλικό – ευτυχώς δεν επέζησε όπως επιζούν μερικοί, κατάκοιτη και άλαλη – δεν σκεφτόμουν τη μάνα μου αλλά τη Φράνκι. Το πώς η μάνα μου δεν έμαθε ποτέ ότι είχα ερωτευτεί κάποια πάρα πολύ, το πώς νόμιζε ότι παρέμεινα ο αδέξιος, επιπόλαιος και λίγο χαζός γόης της επαρχίας, εκείνος που προσπαθεί να ξεφύγει από γυναίκες σαν τη Λένα και την Αλεξία.

Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες πίστευα ότι η Φράνκι είχε πεθάνει. Δεν είχα ακούσει τίποτα γι’ αυτή, ούτε για κανέναν από τους φίλους της· μια φορά μονάχα νομίζω ότι είδα τον Πηρούνα στο μετρό, σε άθλια κατάσταση, ξεδοντιασμένο· ίσως όμως και να μην ήταν αυτός. Δεν σύχναζα πια στα Εξάρχεια· αφού τέλειωσα τη σχολή, έπιασα δουλειά σε τυπογραφείο στην Λιοσίων και νοίκιασα σπίτι στην πλατεία Αττικής· για δυο χρόνια έμεινα με μια κοπέλα, αρμονικά· αλλά καμία σχέση με τη Φράνκι. Εννοώ, καμία σχέση μ’ αυτά που αισθανόμουν για τη Φράνκι. Για μια εποχή πίστευα ότι είχα απαλλαγεί από τα βίαια συναισθήματα, ότι θα συμμορφωνόμουν με μια ήπια, άνοστη ζωή – όπως όλος ο κόσμος. Δεν άντεξα· ξαναβρέθηκα μόνος· υπήρχαν περίοδοι που σκεφτόμουν τη Φράνκι με οίκτο, κι άλλες που σκεφτόμουν με οίκτο τον εαυτό μου. Ώσπου, συνάντησα τη Φράνκι στο πεδίο του Άρεως· τόσο απλό: περνούσα για να πάω στου Γκύζη, στη γιορτή του Ευθύμη· είχα κιόλας μετανιώσει που είχα ξεκινήσει· έκανε τσουχτερό κρύο· γιατί δεν έμενα στο σπιτάκι μου, σκεφτόμουνα, τι πάω να κάνω στον μαλάκα τον Ευθύμη – και τότε είδα μια κοπέλα μ’ έναν μάρσιπο· μια μητέρα· το μωρό ήταν σκεπασμένο μ’ ένα χοντρό κουβερτάκι, φορούσε γαντάκια, ήταν αόρατο μες απ’ τα στρώματα των ρούχων. Άθελά μου, ανόητα, σκέφτηκα το μαγαζί της αδερφής μου στη Λάρισα: «Βρεφικά είδη». Δεν θα αναγνώριζα τη Φράνκι, όχι μόνον επειδή πίστευα ότι είχε πεθάνει, αλλά γιατί τίποτα δεν την θύμιζε: είχε πολύ κοντά μαλλιά – που, με κάποιο τρόπο, της πήγαιναν - φορούσε γυαλιά, που της πήγαιναν επίσης, και γελούσε πάνω από εκείνον τον μάρσιπο· γελούσε αθώα· μέλι, γάλα, ένα δέντρο, η μάνα μου, το γέλιο της Φράνκι. Με σταμάτησε πιάνοντάς με ελαφρά από τον αγκώνα, κι εγώ τινάχτηκα, την κοίταξα ερωτηματικά, έκανα ένα βήμα προς τα πίσω. «Φράνκι!» Εκείνη γελούσε ακόμα πίσω απ’ τον μπόγο που ήταν το μωρό της· κι έπειτα, με μια ελαφρή κίνηση του κεφαλιού με φίλησε στο μάγουλο. «Ιωάννα», με διόρθωσε. Και πρόσθεσε: «Μένω στο σπίτι της Μαυρομματαίων», σαν να ήθελε να δικαιολογηθεί που είχαμε συναντηθεί στο πάρκο μια κρύα μέρα του χειμώνα. (Δεν είπε «μένουμε», είπε «μένω»: τι σήμαινε άραγε αυτό;) Έσκαγε, όπως συνηθίζουμε να λέμε, από υγεία: στο απογευματινό φως το δέρμα της φαινόταν απαλό και χλομό· τα μάτια της τεράστια μες απ’ τα παιχνιδιάρικα κόκκινα γυαλιά· τα νύχια της, απ’ όσο μπόρεσα να δω, ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από μπλε. Έχω παραλείψει να πω, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι, παλιά, έβαφα τα νύχια της Φράνκι· άπλωνε τα δάχτυλά της ανοιχτά πάνω στα γόνατά μου κι αφού τα περνούσα με το γυαλιστερό εκείνο βερνίκι τα φύσαγε για να στεγνώσουν· είχα γίνει εξπέρ στο μανικιούρ. Το θυμόταν αυτό η Φράνκι; Η Φράνκι ήταν τώρα η «Ιωάννα»· είχε συμβεί αυτό που περίμενα· μια εκδοχή αυτού που περίμενα: η Φράνκι είχε πεθάνει· καθώς τα δάχτυλά της άγγιξαν τον αγκώνα μου ένιωσα τις γρατσουνιές, ή ίσως τις φαντάστηκα. Για μια σύντομη στιγμή, ένα δευτερόλεπτο, σκέφτηκα: «Έλα, έλα τρέχοντας!»· κι όμως μπροστά μου στεκόταν μια άγνωστη, μια κοπέλα που δεν θα μπορούσα πια να ξεχωρίσω μέσα στο πλήθος.

Είπαμε γεια, αδέξια νομίζω, κι εκείνη γελούσε ενώ εγώ ντρεπόμουν λίγο γιατί, όπως είπα, έχω χάσει τα νιάτα μου, την εμφάνιση που έκανε τον Ευθύμη να με φθονεί όπως με φθονούσε και, ίσως, τη Φράνκι να με θέλει όπως με ήθελε. Όταν έφτασα στο σπίτι του Ευθύμη, ένιωσα έκπληξη: παρότι είχα πάει κάμποσες φορές όλα εκείνα τα χρόνια, στη γιορτή του και σε άλλες περιστάσεις, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η πολυκατοικία είχε επιτέλους χτιστεί κι ότι υπήρχε ασανσέρ για τον πέμπτο όροφο. Μερικά πράγματα τελειώνουν, άλλα μένουν μισοτελειωμένα· ο χρόνος μένει μετέωρος.

                                                               
                                                                 ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου