leykos xronos

leykos xronos

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

cristal blue

Το στρωμένο κρεβάτι. Τακτοποιημένες οι κουβέρτες, σιδερωμένα τα σεντόνια, σφραγισμένη η ντουλάπα, γεμάτο υφαντά το μπαούλο. Δύο κομοδίνα. Στο δεξί: κορνιζαρισμένη η φωτογραφία του γάμου, αντικριστά βλέμματα, ασπρόμαυρα.
Στην κουζίνα δίπλα στο αλάτι είναι το πιπέρι. Ακολουθεί ο καφές, η ζάχαρη, η ρίγανη, το μπαχάρι, το κύμινο, οι οδοντογλυφίδες, η σόδα. 
Η τηλεόραση σβηστή.
Το ραδιόφωνο σβηστό. 
Επέμενε να λέει: "κλειστή", και "κλειστό". 
Τα μάτια του φούρνου. Όχι οι εστίες. Τα μάτια του φούρνου είναι παγωμένα, καθαρά, παροπλισμένα.
Τα ρεβύθια μουλιάζουν οχτώ ώρες. Τσίπουρο, τυρί, ελιές, ταραμάς, μελιτζάνα τουρσί, πιάτα, πηρούνια, κουτάλια, μαχαίρι: περιμένουν.
Τα κεράσματα απολαμβάνουν την παρέα του κονιάκ σχεδιάζοντας το προσεχές ταξίδι της συνάντησης με τον ουρανίσκο και τη φλύαρη γλώσσα.
Το τραπεζομάντηλο συναγωνίζεται τη γεωμετρική τελειότητα των θεωρημάτων.
Το μικρό πράσινο χαλί μπροστά στη μπαλκονόπορτα ξεχρωματίζει μετρώντας στάσεις και βήματα εισόδων - εξόδων.
Η μοναδική λάμπα του διαδρόμου κρέμεται σκοτεινά και άηχα (σκοτεινή και άηχη)
Το ψυγείο μουρμουρίζει ανηφορικά πρελούδια συντήρησης και απόψυξης.
Η βρύση στάζει σε ρυθμό 4/4.
Τα γυαλιά της μυωπίας είναι μπροστά από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας. Δύο ζευγάρια με σταυρωμένα τα μπράτσα στο μάρμαρο του νεροχύτη.
Το υγρό πιάτων, όσες φορές κι αν κοιτάξω, είναι ακριβώς στη μέση του πλαστικού μπουκαλιού.
Το ρολόι του τοίχου δεν χτυπά στις ολόκληρες ώρες. Δεν χτυπά ούτε στα ημίωρα. 
Η Παναγία κρατά το βρέφος. Σφιχτά.
Τρεις καρέκλες, το τραπέζι, το ντιβάνι.
Έξι πλεγμένα μικρά καλάθια: Ένα με στυλό, μολύβια, μαρκαδόρους. Τρία με φάρμακα. Δύο με φρούτα (μανταρίνια και μήλα).
Τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, του Ρολάν Μπαρτ, κολλητά με το moleskine. Ο νεκρός συγγραφέας κάνει παρέα στη μάνα του.
Η θήκη του καπνού και τρία καθαρά σταχτοδοχεία. Ο αναπτήρας δεν ανάβει. "Ανάβει" έλεγε κι εκείνος. 
Τα καλοριφέρ ανάβουν. Στις εφτά. Μέχρι τις εφτά απομένουν δύο ολόκληρες ώρες.
Η σιωπή κυριαρχεί. Βασιλεύει εντός μου και εκτός μου. Γαληνεύει την ερημιά. Άλλοτε με πείσμα τη φουντώνει φέρνοντάς την ακόμη πιο κοντά. Η ερημιά δεν είναι καλή παρέα. Ούτε το σκοτάδι.
Το παραπεμπτικό για τον νευρολόγο είναι κάτω απ' το τηλεχειριστήριο. 
Δίπλα είναι οι πέντε φάκελοι αεροπορίας γεμάτοι σύννεφα. Άδειοι από γράμματα. Τα γραμματόσημα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Σφραγίδες αποστολής: Μπουένος Άιρες - Σικάγο - Τορόντο - Αμβούργο - Φρανκφούρτη.
Νυχτώνει.
Τα σημάδια στα δάχτυλα δεν φαίνονται πλέον.
Η μικρή λάμπα με το πάνινο καπέλο στο γωνιακό τραπεζάκι του καφέ, ανάβει. 
Ο καφές φουσκώνει. Τον σερβίρω. Σ' ένα μικρό ποτήρι σερβίρω το κονιάκ. Μπουκώνομαι με δυο σοκολατάκια. Τα ολόκληρα φουντούκια σπαρταρούν ανάμεσα στα δόντια μου. Η θρυμματισμένη σάρκα τους βρέχεται από το κονιάκ και παίρνει φωτιά απ' τον καφέ. 
Ο αναπτήρας εξακολουθεί να μην ανάβει. Έλιωσε η πέτρα του. 
Στην πλάτη μου έχω έναν πίνακα από λάδι. Δεν τον βλέπω.
Δεξιά μου έχω ακόμη έναν πίνακα από λάδι. Τον βλέπω.
Η βαρκάδα φωτισμένη απ' το μπογιατισμένο ηλιοβασίλεμα αγκαλιάζει την κοιμισμένη γιαγιά.
Ο παππούς λείπει.
Το σπίτι είναι έρημο από άντρα.  



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου