leykos xronos

leykos xronos

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

επικήδειος [Δημήτρης Γλυφός]




Τρεις
και τρεις
και τρεις.

Μέχρι το σχοινί μαδήσει
ο θόλος στάξει
το τέμπλο γύρει
κι οι Ταξιάρχες διχαστούν.

Με κονιάκ να με γιορτάσετε.
Σταφίδες και βανίλια.
Φύλλα κερήθρας για ψυχή.
Φυτίλι για τον πόνο.

Κι ο καπνός 
λέξεις που δεν πρόλαβαν
τη ληκτική ανάσα.

___

Σημείωση: Γιατί οι τόποι που ξενυχτάνε τους νεκρούς, λιώνουν σα ψυχοκέρια. Κι οι πρόγονοι, μάτια θαμπά, στηρίζουν ακροπόλεις. Ενορία, καφενές κι από παντού η θάλασσα. Κάθε εποχή. Κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Στο μέτρημα λιγότεροι. Με την αγωνία του τρίηχου καμπάνας.

                                                                                                                Δημήτρης Γλυφός


Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

δεκάξι δευτέρου

Δεν θα το αφήναμε να περάσει έτσι. Σε ξύπνησα αλλά τα μάτια σου παρέμειναν κλειδωμένα. Τα μαλλιά σου ένας κόμπος. Μια απρόσμενη ζέστη μας θέριζε εδώ και ώρες. Το χαλασμένο κλιματιστικό ξερνούσε καυτό αέρα, μπαγιάτικο και συφοριασμένο. Σε ταρακούνησα μια δυο φορές. "Ξύπνα! Τα γενέθλια πλησιάζουν. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε να περάσει έτσι απλά".

Βάλθηκα να χτυπώ το σώμα του κλιματιστικού λες κι ήταν η απόλυτη λύση στο πρόβλημα. Δεν κατάφερα απολύτως τίποτα. Τώρα, όχι μόνο γεννούσε ζέστη αλλά δεν μπορούσα καν να το κλείσω. Άνοιξα όλα τα παράθυρα. Οι κουρτίνες παρέμειναν ναρκωμένες. Το βαμβάκι μούλιασε στο στήθος μου. Εσύ, χουζούρευες νεογέννητος.

Στη ντουλάπα σου πήρα να ψάχνω τα συρτάρια, τράβηξα δεξιά όλες τις κρεμάστρες. Τα ρούχα ένα μπλεγμένο κουβάρι χωρίς τέλος. Ξεχώρισα δύο πουκάμισα με χρώμα ή μάλλον τρία, ναι, τρία ήταν. Τρία πουκάμισα viscose. Τα δύο παρδαλά, με σχέδια απροσδιόριστα, το ένα μονόχρωμο, κεραμιδί. Τα έφερα το ένα μετά το άλλο στη μύτη μου. Ήταν νοτισμένα απ' την υγρασία. Είχαν τη μυρωδιά του κορμιού σου. Τη μυρωδιά της ολονύχτιας πάλης με τους ιδρωμένους δαίμονες του κενού που πάντα φοβόσουν. Γύρισα να σε κοιτάξω.

Ήσουν αξύριστος, όμορφος και δεν έλεγες να ξυπνήσεις με τίποτα. Κατέβασα την ασφάλεια του κλιματιστικού. Σωθήκαμε! Η κόλαση άρχισε να απομακρύνεται. 23 και πενήντα. Έμεναν μονάχα δέκα λεπτά.




Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

ένας κουβάς χρώμα

Πρέπει να ανακάτευα μισή ώρα. Μία; Ίσως περισσότερο. 
Ακόμη λίγο λευκό. Να μην βγει πολύ σκούρο, λέω. 
Είχα χρόνο μπροστά μου.
Πίσω να δεις πόσο χρόνο είχα! Συσσωρευμένο. Χιλιάδες πακεταρισμένα δευτερόλεπτα έτοιμα για ολοκληρωτική μετακόμιση. 
Ανακάτευα. Μία ώρα σίγουρα. Κοιτούσα το άδειο ντουβάρι ακριβώς μπροστά μου. Λίγο λευκό ακόμη. Τα πνευμόνια μου διαμαρτύρονταν από τη μίξη καπνού και πλαστικού χρώματος. Ο λαιμός μου κλειστός. Ναι! Είχε κλείσει για τα καλά. Εκτελούνται έργα. Εντός.

Το πινέλο ταξίδεψε απαλά διαγράφοντας παράλληλη πορεία με το πάτωμα. Βυθίστηκε εκ νέου στον κουβά και συνέχισε μελαγχολικό. Κοίταξα καλά. Στάθηκα μερικά μέτρα μακριά και ξανακοίταξα. Βγήκε πολύ σκούρο, σου τα 'λεγα. Πρόσθεσα λίγο λευκό ακόμη.
Συνέχισα όπως και πριν. Σταθερά. Παράλληλα με το πάτωμα. Πριν στερέψει το πινέλο το έβρεχα και συνέχιζα. Συνεχίζω.

Το πρώτο χέρι τελείωσε. Πολύ σκούρο. Το άφησα να στεγνώσει. - το αφήνω

Όσο στέγνωνε τόσο το αγαπούσα

Το αγαπώ

Το δεύτερο χέρι περίμενε στη γωνία. Με κοιτούσε. Μ' αγαπούσε. - το αφήνω

Πέρασε μία ολόκληρη μέρα μέχρι να καταφέρω να βάψω το ανατολικό ντουβάρι του καθιστικού. Αυτό με τις περισσότερες μνήμες. Χίλια τετρακόσια σαράντα δευτερόλεπτα κι ένας κουβάς πλαστικό χρώμα. Η μίξη αναγκαία και, επίσης, ικανή να καλύψει τα πάντα. 

Η νοσταλγία θρέφεται από αδιέξοδες μνήμες. Η μοναξιά κερδίζει όταν ασχολείσαι μαζί της.   



Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

οι σκιές μιλούν

ακούω χωρίς να μιλώ. βυθίζομαι και χαμηλώνω την ένταση. ρυθμίζω τις λέξεις στη σίγαση. τις φιμώνω. τόση απραξία λόγου δεν επιδιώκω ούτε στα χαρούμενα όνειρα. εκεί που το κομμένο χορτάρι αναδύει αποστομωτικά αρώματα γαλήνης. περνιέμαι για Τίποτα στις συναθροίσεις, στις συναντήσεις, στις αγράμματες κουβέντες και τις μηδενιστικές ολοκληρώσεις. ακούω χωρίς να ακούγομαι σε ακραίο σημείο - πριν τη χαράδρα σημείο - σε σημείο που πιστεύεις ότι δεν υπάρχω γύρω τους. τόση φτώχεια λόγου - ακούω - καταντά βασανιστικό να μιλώ. δεν μιλώ. ούτε με αέρας μοιάζω - ούτε καν - με νερό βουβό, αμίλητο. ούτε με σκιά. οι σκιές μιλούν. δεν διακρίνω με τι μοιάζω. δεν φαίνομαι. είμαι δύο αόρατα αυτιά. οι γραμμές του κορμιού μου αλλοιώθηκαν από τον κυνισμό της αμόρφωτης πολυλογίας. η ύλη μου έπαψε. εξαφανίστηκα από μπαρ, παραθαλάσσια πεζούλια, βυζαντινά τείχη, ασπρόμαυρους δρόμους και γυναικεία μάτια. ακούω - μόνο - ματώνω. γεμίζω το απύθμενο δοχείο με χολή που μου δωρίζεται ταϊσμένη σε απάνθρωπες δόσεις. δεν είμαι εδώ, εκεί, παντού. δεν είμαι εγώ. δεν είναι η γλώσσα, το σώμα, τα ζεματισμένα μου άκρα. είμαι δύο αφανισμένα σάρκινα κάδρα, ευτελή, άσχημα, χρησιμοποιημένα που τους έμεινε η σφηνωμένη κορνίζα να χάσκει - σε ελλειπές ντουβάρι. που δεν τους έμεινε τίποτα πέρα από το μαρτύριο της ακούσιας ακοής. 

 

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

καταστροφή με στυλ

τι θυμάσαι από χθες; - τα θυμάμαι όλα... εκτός από το τελευταίο τέταρτο. την ώρα που άφησα το πιάτο στο τραπέζι κι άρχισα να κινούμαι στον διάδρομο προς το υπνοδωμάτιο, σκοτείνιασαν όλα. όλα!

από προχθές τι θυμάσαι; - τα θυμάμαι όλα... εκτός από το τελευταίο δίωρο. τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά στο περίπτερο για ν' αγοράσω τσιγάρα σκοτείνιασαν όλα. όλα!

θυμάσαι κάτι από τη Δευτέρα; - τα θυμάμαι όλα... εκτός από τις δέκα τελευταίες ώρες. όταν με κέρασες εκείνο το φαρμάκι, σαμπούκα με αψέντι, σκοτείνιασαν όλα. όλα!

θυμάσαι την Κυριακή; - τα θυμάμαι όλα! εκτός... ή μάλλον όχι. αυτό που θυμάμαι, το μοναδικό που θυμάμαι, είναι η κουβέντα στον εαυτό μου. η τελευταία κουβέντα που ήχησε ως μεγάλη υπόσχεση. από κείνες που ξεχνάς αμέσως ή που δεν σε συμφέρει να θυμάσαι. ακούστηκε κάπως σαν, δεν καταδέχομαι να ζω μέσα στην πίεση των καταστάσεων, αρνούμαι να το κάνω. σμιλεύω την ποίηση των καταστάσεων και μέσα της βουτώ. κάπως έτσι και μετά σκοτείνιασαν όλα. όλα!