leykos xronos

leykos xronos

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

bar 03




Πίσω από την πλάτη σου κρύβεται ο ήλιος. Ξημερώνει στους ώμους σου. Στέλνεις τις αχτίδες του μεθυσμένου πρωινού σου πάνω μου, στο πρόσωπο, στα μάτια. Με φωτίζεις. Σε λίγο θα κεράσεις χρώμα. Θα πάψω να είμαι ασπρόμαυρος. Το αλκοόλ σώθηκε πια.

Αλλά δεν μας έσωσε. Παρά τις προσδοκίες μας. Παρά τη λαχτάρα μας για μία τελευταία υγρή νύχτα. Η πηγή στέρεψε όπως ακριβώς και η λατρεία μας να αλλάζουμε τόπο σε κάθε γουλιά που πλησιάζουμε στα χείλη μας. Το άγγιγμα του γυαλιού στο ναό της βουλιμίας ήταν το εισιτήριο για τις πτήσεις μας. 

Ξημερώνει στους ώμους σου. Σε λίγο θα φωτίσω ολόκληρος. Θα πάρω το σχήμα που σου αρέσει κι ίσως τότε ακριβώς ξεχωρίσεις τα λόγια που σμίλεψαν τη μορφή που αρνήθηκες.




bar 02

Σε είδα να φλέγεσαι κοντά στις λεπτοδάχτυλες σπίθες του ξύλινου βωμού. Της μπάρας που σου έχει συγχωρέσει όλα τα λάθη κι έχει γλείψει όλες σου τις αμαρτίες - ή τουλάχιστον έτσι θέλεις να πιστεύεις.

Σε είδα στο τελευταίο σκαμπό. Ήμουν δίπλα σου, στο Μπαρ Που Σου Αρέσει. Χτυπούσαμε τα χέρια σ' ένα πολύτιμο παιδικό παιχνίδι. Κάναμε έρωτα. Έπειτα σε σκότωσα χτυπώντας αλύπητα το λευκό σου κορμί μ' ένα βαρύ μαχαίρι. Έπρεπε κάπου να σε κρύψω.

Σε είδα τυλιγμένη στο διάφανο πλαστικό κουκούλι που μάτωνε και μούλιαζε και σ' εξαφάνιζε αργά. Σε πότισα με ουίσκυ μιας ανάμνησης που ξέχασες με την πρώτη μαχαιριά. Οι πληγές σου κούρνιασαν δίπλα στο νίκελ της αποχέτευσης.

Σε είδα με το κεφάλι κρεμασμένο πάνω στον πιο πένθιμο χορό. Κάπου λίγο πριν το ξημέρωμα των κανονικών ανθρώπων με την κανονική ζωή, τα κανονικά κατοικίδια, τους κανονικούς συγγενείς. Αδέσποτη και φιμωμένη ταξίδευες μες στη βροχή.



 

bar 01

Η μπάρα σαν ακτή. Ίδια με ακτογραμμή. Εκεί που ξεβράζονται οι όμορφες ψυχές - οι παρουσίες - τα νεύματα - οι οπτασίες της κάθε νύχτας που στέκει καθηλωμένη στο ανύπαρκτο της επιθυμίας.

Γέρνω τους ώμους και γυρίζω το κεφάλι δεξιά. Έπειτα αριστερά. Βλέπω όλες τις ερωμένες εκτός από εκείνη που θέλω να δω. Έτσι είναι. Έτσι πρέπει να είναι οι νύχτες που η έξοδος απαγορεύεται, οι νύχτες που πρέπει να ξεψυχάς στο σπίτι. Οι στείρες νύχτες.

Μέχρι να έρθει ανασαίνεις σταθερά. Μόλις εμφανίζεται κρατάς την αναπνοή σου - ένα ποτό - δύο ποτά - τρία - τέσσερα. Κοντεύεις να συναντήσεις τους νεκρούς σου - να πνιγείς - να πεθάνεις.

Είναι η θάλασσα αυτό που μυρίζει ή ο θάνατος έχει δελφίνια στο κάδρο του και πινελιές ιωδίου;