leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

πάνω στο κύμα με το νυχτερινό 78





Το περιοδικό ΛΥΚΟS συμπληρώνει έναν χρόνο κοντά σας. Το τεύχος #46 είναι το τελευταίο πριν τη θερινή παύση .. διαβάστε το .. επίσης, το Beat Bazaar στη σελίδα 12

http://issuu.com/to_lykos/docs/lykos_046


Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

μια νύχτα ακόμη

Σε γνώρισα τη νύχτα που το πουκάμισο έπλεε ξεκούμπωτο στα αδύνατα χέρια σου, τη στιγμή ακριβώς που το ανώριμο αγόρι με το φαλακρό κεφάλι και τη βρεγμένη καπαρντίνα μάς διαφήμιζε τον βαρύ οπλισμό του, τάζοντας πότε σε σένα και πότε σε μένα τη σιγουριά που δεν βρήκες ποτέ έπειτα από τρεις δεκαετίες, και βάλε, στη ζωή σου μέχρι τη μέση ηλικία στην οποία έφτασες.

Είχαμε μόλις αδειάσει ένα μπουκάλι τζιν και η βροχή έξω δεν έλεγε να κοπάσει. Το θρασύ άγνωστο αγόρι την έκανε άπραγο από το μαγαζί και μείναμε οι δυο μας παρέα με πέντε μετρημένους θαμώνες που δεν μας άφηναν στιγμή σε ησυχία. Η δίψα τους μεγάλωνε όσο ο λεπτοδείκτης άγγιζε κάθε επόμενο λεπτό κι εμείς τους ποτίζαμε με τις νωχελικές κινήσεις που πρέπουν σε όλες τις υγρές επαρχιακές νύχτες. 

Όταν βαριόσουν το τζιν ή χόρταινες το χημικό του σώμα, έπαιρνες μια έκφραση αηδίας και κορεσμού κι αμέσως άνοιγες ένα μπουκάλι τεκίλα. Θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα, να ορκίζεται πως δεν υπάρχει περίπτωση να σε ακολουθήσει. Και πάντα σε ακολουθούσε - πάντα σε ακολουθούσα. Τα λεπτά διαρκούσαν κάποια δευτερόλεπτα παραπάνω, το καθένα. Η νύχτα διαρκούσε μέρες.

Οι θαμώνες εξαφανίζονταν χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι και το πάρτι συνέχιζε ως το πρωί. Πάρτι για μας τους δύο και τη μεξικάνα φίλη μας. 

Το μόνο που θα ήθελα έπειτα από τόσα χρόνια είναι να μπορούσα να θυμηθώ κάτι ακόμη από κείνες τις νύχτες. Όχι μόνο τη μουδιασμένη τους αρχή αλλά και τη μέση, τη διάρκεια, το εκρηκτικό φινάλε. Να καταφέρω, μια μεγάλη μέρα, να μιλήσω με αλήθειες για ό,τι βίωσα και όχι κάθε φορά να σκαρφίζομαι κινήσεις που χορογραφήσαμε και λόγια που πιθανόν είπαμε. Αν και είμαι σίγουρος ότι κι αυτά που γεννά η φαντασία μου έχουν σίγουρα γίνει, έχουν ακριβώς ειπωθεί. Όλα. Ακόμη και οι ακίνητες σιωπές.

 

 

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ο ποιητής

Προχθές στον πεζόδρομο βρήκα κάτι χαρτογιακάδες με πολύ γούστο. Ντυμένοι στην πένα, κουρεμένοι άψογα, με γυαλισμένα υποδήματα της βιτρίνας. Η δική μου εμφάνιση ήταν κάπως άχρωμη, κάπως ξεφτισμένη σε σχέση με τη δική τους εμφάνιση. Ήμουν ένας χλιαρός κουρελής μπροστά τους. Όσο πλησίαζα στο μέρος που τα πίνανε διέκρινα ένα γνωστό μούτρο ανάμεσά τους. Σκέφτηκα να αλλάξω πλευρά και να περάσω απέναντι αλλά αμέσως το μετάνιωσα και συνέχισα την πορεία μου. Δεν είχα όρεξη για κουβέντες. Δεν θεωρώ ποτέ μία κουβέντα περιττή, απλά δεν είχα όρεξη για καμία κουβέντα. Εξάλλου, ο γνωστός μου, με είχε δει και ήδη έστρωνε τον σκληρό γιακά του για να με υποδεχτεί φορώντας, επίσης, ένα απαστράπτον χαμόγελο. Όταν έφτασα δίπλα του μου έτεινε το χέρι και το χαμόγελο έγινε γιγάντιο αποκαλύπτοντας δύο σειρές από φροντισμένα και καλοφτιαγμένα δόντια. Του χαμογέλασα κι εγώ χωρίς καμία συστολή για την κουφάλα που έχω κάπου κάτω αριστερά που για να είμαι ειλικρινής μαζί σου θα ορκιζόμουν ότι αλλάζει κάθε μέρα θέση ανάλογα με τις διαθέσεις και τις τροφές που την πολιορκούν. Όσο γυρίζαν στο κεφάλι μου τα λόγια που έπρεπε να ξεστομίσω, ο γνωστός μου με πρόλαβε ανοίγοντας ακόμη περισσότερο το υπέροχο στόμα του ενώ ταυτόχρονα στόλισε τη φωνή του με περίσσια ντεσιμπέλ.

 "Πως πάει κολλητέ;" με ρώτησε με μια αιφνιδιαστική οικειότητα. "Πως να πάει; Εδώ, στον αγώνα" του απάντησα με το πλέον αφοπλιστικό κλισέ όλων και συνέχισα: "Εσύ, τι λέει;" τον ρώτησα λες και μ' ένοιαζε πραγματικά. "Ααα, ΣΟΥΠΕΡ! Μόλις κυκλοφόρησε το πέμπτο μου βιβλίο. ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ, παρακαλώ!" τονίζοντας και φωνάζοντας τον αριθμό μην τυχόν και δεν τον άκουσε κι αυτός που κατουρούσε στις τουαλέτες μέσα, στο βάθος του μαγαζιού. "Υπέροχα, φίλε. Χαίρομαι πραγματικά για σένα. Να φανταστώ άλλη μία ποιητική συλλογή;" συνέχισα την κουβέντα που πλέον είχε χάσει το χρώμα της τελείως και σχεδόν βρισκόταν λιπόθυμη στα πλακάκια. "Αυτή, φίλε μου, είναι Η ποιητική συλλογή!" υπερτόνισε γελώντας με τράνταγμα των ώμων, κίνηση που μιμήθηκε και η ομήγυρη. "Πραγματικά χαίρομαι για σένα, καλοτάξιδο. Θα σε διαβάσω" ήταν πραγματικά οι τελευταίες κουβέντες που θέλησα να ξεστομίσω. "Όλοι θα με διαβάσουν και που ξέρεις, ίσως τσακώσω ακόμη ένα βραβειάκι."

Αυτό το τελευταίο ήταν το οριστικό χτύπημα, πολύ πιο κάτω από οποιαδήποτε ζώνη. Έσφιξα τα χείλη έτσι ώστε η γκριμάτσα μου να θυμίζει κάτι από χαμόγελο και απομακρύνθηκα. Έπειτα από καμιά εικοσαριά μέτρα γύρισα και τους είδα όλους μαζί, πανοραμικά, στα ψηλά τους σκαμπό, με τις μαργαρίτες και τα μοχίτος να αργοπεθαίνουν στα αδηφάγα λαρύγγια τους και πρώτη φορά μου φάνηκαν ξεπλυμένοι, απρόσιτοι και άνοστοι. Καλοσιδερωμένοι και αποστειρωμένοι. Στη βάση του τραπεζιού τους κατάφερα να διακρίνω μερικά γραβατωμένα ποιήματα, δεμένα γερά με την πλατινένια αλυσίδα τους.      

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

μετά τις δώδεκα

Κανείς δεν άκουσε την καμπάνα. Αν την άκουσε κάποιος δεν το είπε στους υπόλοιπους. Ο καθένας ήταν πιασμένος απ' το σιδερένιο κομμάτι κάγκελου που του αναλογούσε κοιτάζοντας το κενό του παρόντος. Το δικό του κενό, του παρόντος όλων. Σε λίγο μπήκαμε όλοι μέσα. Μαζί και οι ψυχές ή έτσι τουλάχιστον αντιλήφθηκα με την άκρη μιας σπασμένης κεραίας που έχω διπλωμένη στην κωλότσεπη. Το τραπέζι υπέρβαρα στολισμένο γαντζώθηκε στις μύτες μας. Κάθε χρόνο περισσότερα ορεκτικά, περισσότερα φαγητά, περισσότερα γλυκίσματα κι άφθονο αλκοόλ. Κοιτάζω τα κενά στις θέσεις. Φέτος άδειασε και δεύτερη καρέκλα.