leykos xronos

leykos xronos

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ο ποιητής

Προχθές στον πεζόδρομο βρήκα κάτι χαρτογιακάδες με πολύ γούστο. Ντυμένοι στην πένα, κουρεμένοι άψογα, με γυαλισμένα υποδήματα της βιτρίνας. Η δική μου εμφάνιση ήταν κάπως άχρωμη, κάπως ξεφτισμένη σε σχέση με τη δική τους εμφάνιση. Ήμουν ένας χλιαρός κουρελής μπροστά τους. Όσο πλησίαζα στο μέρος που τα πίνανε διέκρινα ένα γνωστό μούτρο ανάμεσά τους. Σκέφτηκα να αλλάξω πλευρά και να περάσω απέναντι αλλά αμέσως το μετάνιωσα και συνέχισα την πορεία μου. Δεν είχα όρεξη για κουβέντες. Δεν θεωρώ ποτέ μία κουβέντα περιττή, απλά δεν είχα όρεξη για καμία κουβέντα. Εξάλλου, ο γνωστός μου, με είχε δει και ήδη έστρωνε τον σκληρό γιακά του για να με υποδεχτεί φορώντας, επίσης, ένα απαστράπτον χαμόγελο. Όταν έφτασα δίπλα του μου έτεινε το χέρι και το χαμόγελο έγινε γιγάντιο αποκαλύπτοντας δύο σειρές από φροντισμένα και καλοφτιαγμένα δόντια. Του χαμογέλασα κι εγώ χωρίς καμία συστολή για την κουφάλα που έχω κάπου κάτω αριστερά που για να είμαι ειλικρινής μαζί σου θα ορκιζόμουν ότι αλλάζει κάθε μέρα θέση ανάλογα με τις διαθέσεις και τις τροφές που την πολιορκούν. Όσο γυρίζαν στο κεφάλι μου τα λόγια που έπρεπε να ξεστομίσω, ο γνωστός μου με πρόλαβε ανοίγοντας ακόμη περισσότερο το υπέροχο στόμα του ενώ ταυτόχρονα στόλισε τη φωνή του με περίσσια ντεσιμπέλ.

 "Πως πάει κολλητέ;" με ρώτησε με μια αιφνιδιαστική οικειότητα. "Πως να πάει; Εδώ, στον αγώνα" του απάντησα με το πλέον αφοπλιστικό κλισέ όλων και συνέχισα: "Εσύ, τι λέει;" τον ρώτησα λες και μ' ένοιαζε πραγματικά. "Ααα, ΣΟΥΠΕΡ! Μόλις κυκλοφόρησε το πέμπτο μου βιβλίο. ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ, παρακαλώ!" τονίζοντας και φωνάζοντας τον αριθμό μην τυχόν και δεν τον άκουσε κι αυτός που κατουρούσε στις τουαλέτες μέσα, στο βάθος του μαγαζιού. "Υπέροχα, φίλε. Χαίρομαι πραγματικά για σένα. Να φανταστώ άλλη μία ποιητική συλλογή;" συνέχισα την κουβέντα που πλέον είχε χάσει το χρώμα της τελείως και σχεδόν βρισκόταν λιπόθυμη στα πλακάκια. "Αυτή, φίλε μου, είναι Η ποιητική συλλογή!" υπερτόνισε γελώντας με τράνταγμα των ώμων, κίνηση που μιμήθηκε και η ομήγυρη. "Πραγματικά χαίρομαι για σένα, καλοτάξιδο. Θα σε διαβάσω" ήταν πραγματικά οι τελευταίες κουβέντες που θέλησα να ξεστομίσω. "Όλοι θα με διαβάσουν και που ξέρεις, ίσως τσακώσω ακόμη ένα βραβειάκι."

Αυτό το τελευταίο ήταν το οριστικό χτύπημα, πολύ πιο κάτω από οποιαδήποτε ζώνη. Έσφιξα τα χείλη έτσι ώστε η γκριμάτσα μου να θυμίζει κάτι από χαμόγελο και απομακρύνθηκα. Έπειτα από καμιά εικοσαριά μέτρα γύρισα και τους είδα όλους μαζί, πανοραμικά, στα ψηλά τους σκαμπό, με τις μαργαρίτες και τα μοχίτος να αργοπεθαίνουν στα αδηφάγα λαρύγγια τους και πρώτη φορά μου φάνηκαν ξεπλυμένοι, απρόσιτοι και άνοστοι. Καλοσιδερωμένοι και αποστειρωμένοι. Στη βάση του τραπεζιού τους κατάφερα να διακρίνω μερικά γραβατωμένα ποιήματα, δεμένα γερά με την πλατινένια αλυσίδα τους.      

2 σχόλια:

  1. με τόσους γελοίους τριγύρω πρέπει να προσέχουμε τις προβολές μας.(τις προβολές με την ψυχολογική έννοια της λέξης)
    εκεί φαίνεται η δύναμη και όχι στα βραβεία και στην αναγνώριση των αρχηγών του Τίποτα. χαιρετισμούς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή