leykos xronos

leykos xronos

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

Anton

Κάθισε στην άκρη του καναπέ και πήρε στα γόνατά της το πρώτο βιβλίο που βρήκε από έναν σωρό δεκαπέντε, περίπου, βιβλίων που υπήρχε πάνω στο καρυδένιο τραπεζάκι του καθιστικού. Κράτησε το βιβλίο με το αριστερό της χέρι και με το άλλο βάλθηκε να διώχνει τη σκόνη που δημιούργησε μια αντιαισθητική κρούστα στο μαλακό του εξώφυλλο. Μια μορφή αναδύθηκε απ' όλη εκείνη την εμετική γκρίζα συμφορά, ένα πορτρέτο σε λάδι με γήινα χρώματα κι ένα πρόσωπο σοφό, σκεφτικό κι ίσως λιγάκι κουρασμένο - ή άρρωστο. Εκείνη, είδε τη μορφή κι έκλεισε για λίγο τα μάτια. Όταν το έκανε αυτό έμοιαζε με αθώο μωρό που αρνείται να σηκωθεί απ' το ξύλινο κρεβατάκι του - ίσως γιατί μπορεί να μην είναι και τόσο αθώο μωρό. Ίσως γιατί έκανε κάποια πονηριά πριν και θέλει να την κρύψει μέχρι να ξεχαστεί. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια της σούφρωσε σκαμπρόζικα τα χείλη και ξεστόμισε τη φράση: αυτός ο τύπος μου θυμίζει πολύ τον Τσέχοφ. Ναι, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός.

Πρόσθεσα στην κούπα του καφέ της λίγο ακόμη απ' το βρασμένο χαρμάνι που προτιμούσε και την κοίταξα χωρίς να βγάλω άχνα. Το βλέμμα μου, βέβαια, είχε πάνω του - και μέσα του - μια τεράστια απορία κολλημένη - και αγκιστρωμένη - μια απορία που δεν έλεγε με τίποτα να λύσει κάβο και να φύγει. "Τι είπες;" τη ρώτησα έπειτα από δευτερόλεπτα αμηχανίας και ρούφηξα μια μεγάλη γουλιά καφέ βρέχοντας την ερώτησή μου με σταγόνες διέγερσης. "Αυτός μου θυμίζει τον Τσέχοφ. Όπως τον έζησα, όπως τον θυμάμαι. Θα μπορούσε να είναι αυτός" είπε χωρίς να με κοιτάξει και τα μάτια της παρέμειναν στο εξώφυλλο του βιβλίου που πλέον ήταν πεντακάθαρο από τις περιποιήσεις του δεξιού της χεριού. Την κούπα με τον αχνιστό καφέ δεν την άγγιξε καθόλου.

Συνέχισα να κοιτάζω μια το βιβλίο και μια εκείνη - μια το βιβλίο και μια εκείνη. Ο ζεματιστός καφές ξεφλούδιζε την παλάμη μου. Άφησα την κούπα μου στο τραπέζι και ταυτόχρονα, εκείνη, απίθωσε το βιβλίο πίσω στη θέση όπου το είχε βρει. Μείναμε αμίλητοι - κανείς μας δεν ξεστόμισε ούτε μια νότα. Έπειτα, εκείνη σηκώθηκε και βγήκε απ' το δωμάτιο. Εγώ τέντωσα τον λαιμό μου και κοίταξα προσεκτικά το βιβλίο που ήξερα τόσο καλά - το βιβλίο που πήρε πάλι να σκονίζεται αργά πάνω στον σωρό με τα υπόλοιπα βιβλία. 

    

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

αστρικό φλερτ

Πως μου το πες εκείνο; Ποιο; Εκείνο με το φεγγάρι. Είμαι σκαρφαλωμένος στο νύχι της σελήνης. Ωραίο ακούγεται. Ναι, καλό είναι. Και μετά; Τι και μετά; Και μετά, τι; Μετά ήρθε ένα επάργυρο διαγαλαξιακό ψαλίδι και μ' έκοψε λες κι είμαι καμιά παρανυχίδα. Χα, χα! Κι έπεσες στη γη; Όχι. Έπεσα μέσα στο ποτό σου μαζί με τα βατραχοπόδαρα, τα φτερά νυχτερίδας και τα μάτια του δράκου. Είσαι αστείος, το ξέρεις; Ναι, κι έπειτα σε μέθυσα και σε μάγεψα και σ' έκανα δική μου για πάντα. Ναι, ε; Κι εγώ τι έκανα; Εσύ έμεινες μαζί μου μέχρι την επόμενη σελήνη. Και τότε φαντάζομαι ότι σκαρφάλωσες και πάλι στο νύχι της μέχρι που το ψαλίδι εμφανίστηκε και σ' έκοψε και έπεσες σε κάποιο άλλο ποτό, κάποιου άλλου κοριτσιού. Ακριβώς, είσαι πολύ έξυπνη. Και τώρα, με όλα αυτά, εσύ περιμένεις να με πηδήξεις; Γιατί, εσύ τι περιμένεις; Εγώ περιμένω το δεύτερο ποτό.


Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

μακριά απ' το σπίτι

Ο νεαρός Χας έτρεχε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έτρεχε λες και τα πόδια του δεν άγγιζαν την άσφαλτο που στις απότομες αλλαγές της πορείας του γλιστρούσε επικίνδυνα. Όμως οι τρεις μάγκες που τον είχαν πάρει στο κατόπι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι κι απ' τον ίδιο τον κίνδυνο, περισσότερο θανατηφόροι κι απ' τον ίδιο τον θάνατο.
    Ο νεαρός Χας έκανε χοντρή μαλακία. Το σκεφτόταν τώρα που το μόνο που του απέμενε ήταν να τρέξει και να τρέξει σαν μην υπήρχε αύριο. Αν δεν έτρεχε με όλες του τις δυνάμεις δεν θα υπήρχε σίγουρα αύριο. Και το αύριο, ο Χας, το ήθελε και το είχε ανάγκη. Ο καθένας θέλει το αύριο. Όλοι θέλουν το κάθε αύριο περισσότερο από το κάθε χθες. Έτσι πάει το πράγμα. 
    Τα πνευμόνια του Χας μπούκωσαν έπειτα από ένα δεκάλεπτο σπινταριστού τρεξίματος. Οι τρεις μάγκες δεν έλεγαν να τα παρατήσουν με τίποτα. Βρίσκονταν συνεχώς ξοπίσω του στη σταθερή απόσταση των, περίπου, είκοσι μέτρων. Είκοσι μέτρα σημαίνει μια ανάσα. Μια πολύτιμη ανάσα. Πολυτιμότερη ίσως κι απ' την πρώτη ανάσα που παίρνεις με το που σκας σε τούτο τον κόσμο. Σίγουρα πολυτιμότερη από την τελευταία ανάσα πριν εγκαταλείψεις τούτο τον κόσμο.
    Ο Χας δεν έπρεπε να μιλήσει. Ο Χας έπρεπε να σκεφτεί πριν ανοίξει το γαμημένο στόμα του. Ο Χας, ίσως, δεν έπρεπε καν να βγει σήμερα απ' το σπίτι της μάνας του. Αλλά που να το ήξερε ο δύστυχος Χας;
    Απέφυγε όλες τις πλατείες, όλα τα ανοίγματα και όλα τα ξέφωτα των κεντρικών δρόμων. Ήταν μακριά από τη γειτονιά του αλλά ήξερε την πόλη καλύτερα απ' τον καθένα της ηλικίας του. Ο Χας ήταν ένα περπατημένο μαγκάκι που την πάτησε. Δεν πρόλαβε να αποκτήσει εκείνη την εμπειρία που θα τον απέτρεπε απ' το να κάνει τόσο μεγάλη γκάφα. Τόσο μεγάλη και χοντρή μαλακία - έλεγε και ξανάλεγε και το φώναζε στον κυνηγημένο εαυτό του. Λίγο έλειψε να σταματήσει και να το φωνάξει κατάμουτρα στους τρεις μάγκες που έτρεχαν φρενιασμένα πίσω του. Αλλά αυτό δεν θα ωφελούσε καθόλου. Τουλάχιστον δεν θα ωφελούσε τον Χας. Κι αυτό ο Χας το ήξερε πολύ καλά. Έτσι και σταματούσε...
    Έτρεξε ένα ισιάδι εκατό πενήντα μέτρων κι απότομα έκοψε αριστερά, σ' έναν παράδρομο που θα έπαιρνε όρκο ότι δεν ήταν αδιέξοδο, ελπίζοντας ότι τον έχασαν για λίγο από τα μάτια τους. Άρπαξε έναν βρώμικο κάδο ξελιγωμένος απ' την κούραση. Τον μετακίνησε ελάχιστα και κρύφτηκε πίσω του. Τα πνευμόνια του ήταν έτοιμα να εκραγούν. Τα πέλματά του έβγαζαν φωτιές. Το μυαλό του ήταν τρελαμένο. Πως τα κατάφερε έτσι ο άχρηστος;
    Δεν κουνήθηκε ρούπι. Στο απέναντι ντουβάρι έβλεπε τα δευτερόλεπτα του ανόητου χρόνου να σαλεύουν πιο αργά κι από γυμνοσάλιαγκες. Έκανε ησυχία. Μόλις που κατάφερνε να ελέγξει την αναπνοή του. Να την κάνει να ακούγεται χωρίς το ασθματικό σφύριγμα του λαχανιάσματος. Να τη βάλει σε μια σειρά. Αυτή και τη σκέψη του. Γονάτισε.
    Έπειτα σηκώθηκε στις μύτες των παπουτσιών του. Κοίταξε πάνω από τον κάδο των σκουπιδιών. Τον είχαν χάσει ή περίμεναν στη μπούκα του παράδρομου; Έμεινε ακίνητος για λίγο ακόμη. Μια μεγάλη σκιά έγλειψε τη ρίζα του τοίχου πλησιάζοντας το λαγούμι του. Ο νεαρός Χας έσφιξε τις γροθιές του.

       
      

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

πίσω απ' το δάσος

"Έχω χορτάσει θεωρίες" μου είπε. "Έχουμε πήξει στις θεωρίες, φίλε μου, ενώ..." σταμάτησε να μιλάει για μια στιγμή κατεβάζοντας τα μάτια ίσα κάτω, τόσο κάτω που συνάντησαν τις μύτες των παπουτσιών του και έπαιξαν για κάποια δευτερόλεπτα με τα κορδόνια που κρέμονταν αριστερά και δεξιά. "... ενώ όλη η ουσία κρύβεται... ξέρεις που φωλιάζει όλη η ουσία, φίλε;" με ρώτησε αλλά εγώ δεν του έδωσα την απάντηση που ήθελε, την απάντηση που επιθυμούσε να ακούσει από το στόμα μου. Έδειξε για λίγο δυσαρεστημένος με τη σιωπή μου. Ίσως και να μην περίμενε ότι εγώ, ένας φαφλατάς και αερολόγος, δεν θα μπορούσα ή δεν θα ήθελα να απαντήσω σε ένα τέτοιο ερώτημα. Μισάνοιξα το στόμα και τον κοίταξα κάπου ανάμεσα στα μάτια που πήραν να λάμπουν με μια λάμψη που δεν άρμοζε στη συγκεκριμένη ώρα της ημέρας. Ο ήλιος είχε πέσει προ πολλού πίσω απ' το δάσος που μας έτρεφε με μαγικές ιστορίες μιας ζωής κι όμως, τα μάτια του έλαμπαν λες και κοιτούσαν ευθεία μπροστά, δίχως καμία πιθανότητα τύφλωσης, μια νέα ανατολή του πυρωμένου αστεριού. Συνέχισα να βλέπω το πρόσωπό του, όχι ακριβώς τα μάτια του, μα σίγουρα έβλεπα τα φρύδια του που ενώνονταν αδιάκριτα και το σγουρό τσουλούφι του που βρέθηκε άχαρα κολλημένο στο μέτωπο από σταγόνες ιδρώτα. Περίμενα να συνεχίσει, να τελειώσει τη φράση του. Περίμενα να ολοκληρώσει τη σκέψη που χτυπούσε με λύσσα τα κοκάλινα τοιχώματα του κεφαλιού του. Μα δεν είπε τίποτα, ούτε σάλεψε από το κομμάτι γης που πατούσε. Συνεχίσαμε στο ίδιο στυλ. Εγώ να κοιτάζω αποφεύγοντας τα μάτια του κι αυτός να με καρφώνει βάζοντας φωτιά σε ό,τι μου είχε απομείνει. Αποφάσισα να μην μιλήσω. Να μην τροφοδοτήσω ακόμη μία θεωρία. Έστρεψα το κορμί μου αλλού και άρχισα να βηματίζω μουδιασμένα. Όσο απομακρυνόμουν, η πλάτη μου άρχισε δειλά να ξαναβρίσκει τη σωστή θερμοκρασία της. 

    

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

εξερχόμενη κλήση

Το τηλέφωνο έπαψε να χτυπά τις νύχτες. Όποιος έπαιρνε σταμάτησε αυτό το απαίσιο συνήθειο. Δεν μπορώ να καταλάβω τι μπορεί να έχει κάποιος στο κεφάλι του για να κάνει τέτοιου είδους πράγματα. Να παίρνει νυχτιάτικα σε άγνωστα νούμερα για να πει την κάθε του παρανοϊκή σκέψη. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως ο "δικός" μου ενοχλητικός δεν έλεγε και πολλά. Ένα γεια, ίσως κάποια λόγια σαν προσευχή και κάποιες φορές με καληνύχτιζε κιόλας λες κι είμαστε κολλητοί απ' τον στρατό. Αυτό μπορεί να συνέβαινε και τρεις ή τέσσερις φορές κάθε νύχτα. Αν κοιμάσαι μόνος, όσο να πεις, αγριεύεσαι λίγο. Να βγάλεις το τηλέφωνο από την πρίζα ούτε το σκέφτεσαι. Αν συμβεί κάτι σε κάποιον δικό σου πως θα το μάθεις; Οπότε το αφήνεις ως έχει και πέφτεις για ύπνο. Αυτό ξαναχτυπά, εσύ σηκώνεσαι, απαντάς, ακούς τα μουρμουρητά και τις προσευχές του ξένου, το κλείνεις χωρίς να πεις τίποτα και προσπαθείς να ξανακοιμηθείς.

Όσα χρόνια έχω τηλεφωνική γραμμή στο όνομά μου το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ τη νύχτα για κακό. Όλα τα κακά στη ζωή μου συμβαίνουν τη μέρα ή τουλάχιστον τότε φροντίζουν να μου τα ανακοινώσουν. Ποτέ τη νύχτα. Τις νύχτες παίρνει μόνο αυτός ο ξένος που προανέφερα. Κανείς άλλος. Αν το παρακάνει κάποιο βράδυ και πάρει ως και τέσσερις φορές δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ. Πέφτω, βέβαια, στο κρεβάτι αλλά πλέον ο ύπνος δεν μου κολλά. Στριφογυρίζω κάνοντας κουβάρι τα σκεπάσματα αλλά, ιδίως αν είναι καλοκαίρι, ο ύπνος χάνεται χωρίς επιστροφή. 

Σήμερα περίμενα ότι θα πάρει τουλάχιστον μια φορά. Το τηλέφωνο όμως δεν χτύπησε. Ο ύπνος δεν μου κόλλαγε με τίποτα. Έπειτα από δύο άυπνες ώρες σηκώθηκα και πήγα ως την κουζίνα. Ήπια νερό κι έπειτα πήγα στην τουαλέτα να κατουρήσω. Έριξα νερό στα μούτρα μου και τότε ξύπνησα για τα καλά. Άναψα τσιγάρο. Το κάπνισα μέσα στα σκοτάδια. Κάθε τόσο αφουγκραζόμουν μην τυχόν ακούγεται κάτι που εγώ δυσκολεύομαι να ακούσω. Τίποτα! Τίποτα απολύτως. Έπεσα στο κρεβάτι με τη γεύση του τσιγάρου στο στόμα. Μετά από λίγο ξανασηκώθηκα και πήγα εκ νέου στην κουζίνα. Ήπια ακόμη λίγο νερό και πήρα το πλαστικό μπουκάλι μαζί μου για να μην ξανασηκώνομαι σε περίπτωση που διψάσω πάλι. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κι έσβησα τη λάμπα που στέκει στο κομοδίνο. Το τηλέφωνο δεν έλεγε να χτυπήσει. Υπολογίζω ότι πρέπει να πέρασε ακόμη μία ώρα. Σηκώθηκα. Πήγα ως την τηλεφωνική συσκευή και βεβαιώθηκα ότι ήταν στην πρίζα. Ύστερα τσέκαρα αν είναι τοποθετημένο σωστά το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Όλα ήταν εντάξει κι όμως το τηλέφωνο δεν έλεγε να χτυπήσει. Σήκωσα το ακουστικό για να ακούσω το χαρακτηριστικό τουτ - τουτ. Το άκουσα. Κατέβασα προσεκτικά το ακουστικό στη θέση του. Γύρισα στο κρεβάτι. Σε λίγο ξημέρωνε. Ο ύπνος εξαφανίστηκε. Ο ύπνος δεν ήρθε ποτέ. Έπειτα από μία ακόμη ώρα σηκώθηκα και πάλι. Πήγα ως τη συσκευή του τηλεφώνου, σήκωσα το ακουστικό και πήρα ένα νούμερο στην τύχη. Καλούσε. Περίμενα.   


Δάρνακες - Scorpio


ένα κείμενο στο diastixo.gr για τους Δάρνακες και το Scorpio ..

http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1393:darnakes-scorpio&catid=59:mousiki&Itemid=107