leykos xronos

leykos xronos

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

είπε:

είμαι πιο μόνος από ποτέ

εξαφανίζεσαι στα φλεγόμενα δάση

τ' αγρίμια σε λατρεύουν

ξυπνάς με μπερδεμένα μαλλιά

μετακινείς τα πέτρινα έπιπλα

σκίζεις τα εφηβικά πόστερ

σκάβεις το δέρμα μου με ανάσες

σου λείπει η απουσία των άλλων


Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

άτιτλο #39

κροτώ με τα δάχτυλα, ίσα που ακούγεται ο ήχος, όμως ξυπνώ, ζωντανεύω στις φωτογραφίες που μοιάζω παιδί, δροσίζω τον χαμό που σε τυλίγει, ψηλώνω, αγγίζω τα γύψινα δαχτυλίδια, κοινωνώ τα υγρά σου.


Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Θερμαϊκός

έλουσα τα μάτια μου, τα έβρεξα, τ' άφησα να κολυμπήσουν, καθισμένος στα φύλλα της ασημένιας ελιάς, είκοσι και τρία μετρημένα βήματα, χνάρια στην άμμο του ημερολογίου, μακριά απ' το λιμάνι, δίπλα στην κυρία, που δεν σ' αφήνει ποτέ μόνο, χωρίς να περιμένω τίποτα, απολύτως, ούτε τη δροσιά του Σεπτεμβρίου, ούτε την αλήθεια των λιλιπούτειων θεών, ούτε το επόμενο κύμα, γλεντώντας τις γραμμές της ζάλης, διαβάζοντας τα λόγια στο στεφάνι, σε επανάληψη, ξανά και ξανά, ξεχνώντας την ομοιοκαταληξία, ξεχνώντας τον όλεθρο, ξεχνώντας την πείνα μου, καθώς εκείνο το παράξενο όχημα ανεβαίνει και κατεβαίνει συνεχώς, διαπερνώντας το κορμί μου, τις λέξεις μου, τα αστεία μου, τραβώντας τις κουρτίνες της αυλαίας, έπειτα από τη μία και μοναδική πράξη. 


Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

ασπρόμαυρο

μόνο σήμερα, τα μαλλιά αγκαλιάζουν αδέξια τους ώμους, στη μεγάλη κατηφόρα από το σπίτι, προσπερνώντας το στείρο σιντριβάνι, θυμίζοντας άγριο άνθος της κόκκινης ερήμου, εκμηδενίζοντας όλες τις απαγορευτικές αποστάσεις, λιανίζοντας τα χιλιόμετρα, τα γκρίζα, τα φιδίσια, τα αδηφάγα χιλιόμετρα. τα καστανά μαλλιά χαϊδεύουν το γαλάζιο μαξιλάρι, ονειρεύονται ουρανούς και ιπτάμενα μπαλόνια, πασχίζουν να νικήσουν τον πόνο, μόνο για σήμερα, που τα στόματα βουβάθηκαν, που σφράγισαν οι λέξεις με κερί μολυβένιο. σήμερα, τα μαλλιά του άσπρου και του μαύρου, μπλέκονται ασυνάρτητα με χέρια, με μέλη ξένα, δανεικά.



 

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ακόμη δύο

άλλος ένας, ακόμη μία, χωρίς να γνωρίζονται, αποχώρισαν ταυτόχρονα, ο πέμπτος και ο τέταρτος τώρα γυμνοί, καθαροί, απολυμασμένοι, εξαγνισμένοι, μόνοι, άδειοι μέσα στη μοναξιά τους, χωρίς φωνές, αγκωμαχητά, γυμνές πόζες, πορτρέτα διάφανων εσωρούχων, μόνοι απλώνουν τα λυπημένα πανωσέντονα καλώντας τον τρίτο να τους ακολουθήσει, λίγο πιο κάτω, ανεβαίνοντας πιο πάνω, σχηματίζοντας τα νούμερα των εσωτερικών γραμμών, τις γραμμές εκείνες που ξυπνούν, που αφυπνίζουν, που κοιμίζουν, που νανουρίζουν, ολόκληρες φαμίλιες, γυναίκες μαστιγωμένες, καυλωμένους νεαρούς, τις τηλεφωνικές γραμμές που ανθίζουν τα μεσάνυχτα, μέσα σε στενά φουστάνια, τσαλακωμένες από ψηλά τακούνια, τα μεσάνυχτα, στις τέσσερις, στις έξι παρά είκοσι, με σφραγισμένα τα στόματα, με βγαλμένα τα δόντια, με στομωμένα ξίφη, με ρακένδυτες αγωνίες, τις γραμμές που χάσκουν κατειλημμένες, έρημες, παγιδευμένες, γεννώντας καπνούς, γεννώντας αναμονές, τις αναμονές, την αναμονή μου.


Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

κοιμήσου

ο ύπνος με βρήκε στην πλαστική καρέκλα, στο μπαλκόνι, σκεπασμένο με φύλλα περιστεριών, να καπνίζω, να πίνω κρασί, με τα πόδια τεντωμένα, μουδιασμένα, λίγα, μυρίζοντας τη σάλτσα ντομάτας της αποκάτω, το χορτάρι του απέναντι, την κιθάρα του δίπλα, τον καφέ του νυχτοφύλακα, το τσιγάρο της πόρνης, στο στενό του μπαλκονιού με το πλακόστρωτο, κάτω από τη σκισμένη τέντα που αδυνατεί να εμποδίσει την ομίχλη, κάτω από τις ριπές του πρώτου ψύχους που έχει διάθεση τύφλωσης, ο ύπνος με βρήκε κάπου εκεί, ακριβώς δεν ξέρω που, ακριβώς εκεί, στην πανωλεθρία της τελευταίας νύχτας, εκεί που σάλταραν σακατεμένοι οι πειρατές, μ' έπιασε από τα βλέφαρα και με ρήμαξε με την εκτυφλωτική του αναπνοή, με τον σατανικό χορό του, με κοίμησε με τα λόγια που δεν είπε, με τα λόγια που δεν ξεστόμισε, με τα λόγια του, στο σκουριασμένο κάγκελο, στο διάστικτο μονοπάτι των φρεσκολουσμένων γλάρων, εκεί ακριβώς που συνήθως βρίσκει εσένα, εκεί που παίρνει εσένα, εκεί που μουδιάζουν τα πόδια σου, πριν τον πρώτο καφέ που φροντίζω να σου ετοιμάσω, που τσακίζομαι να σου ετοιμάσω, που καθαρίζω σχολαστικά ως και τα πλαστικά μαχαιροπήρουνα πριν σου τον ετοιμάσω, τον καφέ που σου φέρνω κάθε λίγο μετά από κείνη τη στιγμή στο κρεβάτι που έχεις μόνιμα στο μπαλκόνι, μια πλαστική καρέκλα, άλλη μία ενωμένη από δίπλα, δίδυμη, επικίνδυνη, επικίνδυνα ίδια, απόλυτα πλαστική, άβολη, μουδιασμένη, λίγη, όπως ακριβώς κι εγώ, που λατρεύω τον θάνατο από έρωτα, κάτω από πλαστικές γέφυρες που δεν αντίκρισα ποτέ, μέσα σε ποτάμια αλκοόλ, στα σπλάχνα των πόλεων που κάποτε συγκατοικήσαμε, με πήρε μαζί, του, αυτός, ο μοναδικός ηγέτης της γυμνής σάρκας, της ξαπλωμένης σάρκας, της μουδιασμένης σάρκας, με βρήκε και με πήρε, μαζί, νωρίς το πρωί, απέναντι από τη θάλασσα, την πλαστική θάλασσα, δίνοντάς μου ένα όνειρο να παίζω, φωνάζοντας στ' αυτιά μου: κοιμήσου.

 

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

τροπικός, III

στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, κοιτάζεις τα φώτα μικρές αντανακλάσεις, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, τα σώματα στάζουν απ' τα κοφτερά βράχια κρυφά από αδηφάγα μάτια, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, τα βουνά εμποδίζουν τη φωνή σου να αγγίξει τη φωνή μου, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, ισορροπώ πάνω σε δυο φαγωμένα λάστιχα που ονειρεύονται ξέπνοα, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, οι άγριες πεταλούδες ησυχάζουν στο στήθος σου, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, η νύχτα μού προσφέρει τη μεθυσμένη απομόνωση, στους Τροπικούς δεν βρέχει ποτέ, αναζητώ το μέρος εκείνο που θα αντέξει το καθρέφτισμα των σκιών μας.

 

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

τροπικός, II

μην με αποκαλείς νύχτα σου, όταν κοιτάζεις ψηλά αναζητώντας λαίμαργα τα μάτια μου, μην με αποκαλείς νύχτα σου, ξαπλωμένη σε βότσαλες πληγές καπνίζοντας θυμωμένη, μην με αποκαλείς νύχτα σου, αγναντεύοντας το σκούρο μπλε του καταμεσήμερου, μην με αποκαλείς νύχτα σου, πάνω στην κόρνα που διαλαλεί τη μπούκα στο λιμάνι, μην με αποκαλείς νύχτα σου, αλλάζοντας τις μέρες μου, μην με αποκαλείς νύχτα σου, στον στραγγισμένο πάτο του πεινασμένου στομαχιού, μην με αποκαλείς νύχτα σου, όταν με τραυματίζεις με φεγγάρια λεπίδες, μην με αποκαλείς νύχτα σου, δεν είμαι τόσο δυνατός, ποτέ δεν ήμουν.

 

τροπικός, I

νυχτώνω στο πρόσωπο της λευκής Παρασκευής σου, καθώς βαδίζεις με κορμί καθηλωμένο, νυχτώνω με το αίμα κόκκινο του ταύρου, λίγο πριν αγγίξεις το ρυτιδιασμένο νερό, νυχτώνω σκαλίζοντας τη χούφτα σου, να ενώσω τις παράλληλες βόλτες, νυχτώνω μέσα στο ύφασμα, όταν το πετάς βρεγμένο στο κρεβάτι, νυχτώνω στ' ακροδάχτυλα, που μοιάζουν πληγιασμένα, νυχτώνω τη μέρα μου, στην πρησμένη άκρη του κόσμου, νυχτώνω στο αποτύπωμα που άφησες, όλες τις προηγούμενες ώρες, νυχτώνω στις πριγκίπισσες του χάρτη, που με κρατούν χαράδρες μακριά σου, νυχτώνω στο πλάι των αναμονών, μήπως κάποτε με ξεχωρίσουν και πάψουν το μαστίγωμα.

 

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

margarita

Τίποτα. Τίποτα. Τίποτα.

Μηδέν.

Ούτε καν άπειρο - που θα ήταν, έστω, μια κάποια λύτρωση.

Άλλαξα τρία υπεραστικά λεωφορεία. Ανέβηκα σε ένα αργό τρένο. Κολύμπησα με το πλοίο της άγονης γραμμής.

Τίποτα.

Η φωτογραφία σου βράχηκε απ' τον ορίζοντα της θάλασσας. Μόνο αυτό είχα από σένα. Και τώρα τίποτα. Ένα μουσκεμένο κομμάτι χαρτιού με αλλοιωμένα χρώματα και μια ακαθόριστη μορφή να ψάχνει στα τυφλά τη σωτηρία. 

Δεν έχω ιδέα πως θα σε βρω κι αν σε βρω πως θα σε αναγνωρίσω. Η φωτογραφία ήταν το μοναδικό ντοκουμέντο του προσώπου σου, του κορμιού σου, της αναπνοής σου. Η φωτογραφία σου ήταν το θαύμα που μ' έκανε να αναρωτιέμαι πως μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο...

Πήρα δεύτερο τρένο. Είχα εισιτήριο για την πρώτη θέση αλλά στάθηκα για λίγο στο μπαρ να πιω μια Μαργαρίτα. Στο τέταρτο ποτό ο μπάρμαν εξαφανίστηκε. Άναψα τσιγάρο και το έκρυψα στη χούφτα μου. 

Κοίταξα μισοζαλισμένος το τοπίο. Τα πάντα κινούνταν. Τα χέρσα χωράφια, τα καλώδια του τηλεφώνου, τα καλώδια του ρεύματος, το τρένο. Εγώ παρέμενα ακίνητος. Και κάπνιζα κρυφά. Ο μπάρμαν επέστρεψε.

Ήπια ακόμη μία Μαργαρίτα. Αποφάσισα ότι δεν μου αρέσει. Τελειώνοντάς την παράγγειλα άλλη μία.




Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

οίνος και πνεύμα

Ανέκαθεν ήμουν με τους ανθρώπους του οίνου. Σε σχέση με τους ανθρώπους του πνεύματος δεν με πρόδωσαν παρά ελάχιστες φορές.

Ίσως κάποτε μπήκε ανάμεσά μας ο θάνατος. Αυτό μόνο. Αστεία πράγματα, δηλαδή.



Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

το φωτισμένο παράθυρο του πρώτου στην Κήπου και Βούρκου γωνία

Ο Σ.Κ δεν ήθελε με τίποτα να περάσει άλλη μια νύχτα μέσα στη ντουλάπα με τα σκούρα κοστούμια και τα πένθιμα φορέματα. Με τον πρώτο ήχο που ακούστηκε με ακολούθησε στο κατόπι λες και ήξερα όλα τα κόλπα και όλες τις γωνιές του σπιτιού. Ένα δυνατό χτύπημα μάς ταρακούνησε για τα καλά και τα κορίτσια μάς είπαν ότι ήταν η πόρτα της εισόδου, κάτω στο ισόγειο. Βγήκαμε με κάθε επιφύλαξη. Το φως του κοινόχρηστου διαδρόμου έφεγγε δημιουργώντας μια αίσθηση χειρουργείου, ανατριχιαστική όσο και η άκρη μιας λεπίδας. Ανεβήκαμε στον δεύτερο. Εκεί το σκοτάδι κρατούσε ακόμη σφιχτά τα σκήπτρα του. Προχωρήσαμε με θάρρος μέχρι που ακούσαμε μια σταθερή και μπάσα φωνή: Ποιος είναι εκεί πάνω;

Τα χρειάστηκα για τα καλά. Το ίδιο κι ο Σ.Κ

Ήχος βημάτων στο μάρμαρο των σκαλοπατιών που μόλις πριν λίγα δευτερόλεπτα είχαμε ανέβει. Είναι ωραία στον Παράδεισο αρκεί να είσαι ήδη εκεί, πράγμα που δεν απέκλειε ότι θα συμβεί κανένας απ' τους δυο μας. Κρυφτήκαμε όπως όπως πίσω από κάτι πελώρια ελαστικά. Ο ήχος των βημάτων έγινε εντονότερος γλείφοντας με λαιμαργία τον σβέρκο μας. Ο Σ.Κ με τράβηξε απότομα απ' το χέρι. Βγήκαμε σ' ένα μπαλκόνι χωρίς προστατευτικά κάγκελα. Σκοτάδι πίσσα και κάτω από τα πόδια μας το κενό. "Πήδα" μου λέει. "Που να πηδήξω, ρε;" του λέω τρομοκρατημένος. "Κάτω έχει ένα βουνό άμμου. Το είδα όταν μπαίναμε. Πρόσεχε τον ασβέστη" είπε και πήδηξε πρώτος. Τα μάτια μου τον έχασαν καθώς τον κατάπιε η νύχτα. Τον ακολούθησα έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα. Έπεσα πάνω σε κάτι σκληρό που μόλις το άγγιξα έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια, ή έτσι θέλησα να πιστέψω. Σηκώθηκα όρθιος και πιάνοντας τα γόνατά μου προσπάθησα να νιώσω αν ήταν ακόμη κολλημένα με το υπόλοιπο σώμα μου. Πονούσα. Είδα τον Σ.Κ να τρέχει προς το σταυροδρόμι. Δοκίμασα να τρέξω χωρίς κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα. Ανέπτυξα ταχύτητα μήπως και τον φτάσω. Μάταια. Σε λίγο άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου του να γουργουρίζει πίσω από κάτι δέντρα κι ένα φάλτσο σφύριγμα να με καλεί. Έκανα να μπω στο αμάξι και για μια στιγμή σταμάτησα. Κάρφωσα τη ματιά μου στο παράθυρο του δωματίου της. Το φως έπαιξε δυο τρεις φορές. Μπήκα στο αμάξι και ξεκινήσαμε. Όλα ήταν ok!

   

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Σταφ

Ο Σταύρος ο Σταφ έκοψε προσεκτικά τα νύχια του στο μπαλκόνι, καθισμένος στην αναπαυτική πάνινη πολυθρόνα του. Τα μάζεψε ένα ένα στο πιατάκι του ελληνικού προσέχοντας μην σκορπίσουν απ' τον αέρα που φέρνει η θάλασσα. Έπειτα, έβγαλε τη σακούλα με τον καπνό κι έστρωσε λίγο απ' το αρωματικό χαρμάνι σ' ένα τσιγαρόχαρτο. Πριν το σαλιώσει και το τυλίξει άπλωσε λίγα κομμένα νύχια πάνω στον καπνό. Τύλιξε το μείγμα με μαεστρία και σάλιωσε το χαρτί. Άναψε το τσιγάρο του τραβώντας δυνατές και βαθιές τζούρες. Έγειρε το κεφάλι του πίσω και ακουμπώντας στον ξεφτισμένο τοίχο του μπαλκονιού απόλαυσε το περίεργο τσιγάρο του ρίχνοντας που και που κάποια κλεφτή ματιά στον δρόμο και στα απέναντι σπίτια προσποιούμενος ότι αγναντεύει τον ορίζοντα.

Αυτό το κόλπο με τα νύχια είναι σχετικά νέο. Παλιότερα συνήθιζε να καπνίζει οδοντογλυφίδες ή τρίμματα γομολάστιχας. Αραιά και που δοκίμαζε να βάλει στον καπνό του θυμίαμα με άρωμα τριαντάφυλλο και τριμμένη κουβερτούρα. Αν τον ρωτούσες γιατί το κάνει αυτό δεν είχε τι να σου απαντήσει. Σε κοίταζε με μάτια καθαρά και σου έσκαγε ένα χαμόγελο που δεν σου έδινε περιθώρια για περισσότερες ερωτήσεις. Έτσι κι εσύ τον παρατούσες μόνο στις μυστήριες συνήθειές του.

Ο Σταύρος ο Σταφ απόψε το βράδυ θα κάνει κάτι που δεν το έχει ξαναδοκιμάσει αλλά και που ούτε μπορεί να φανταστεί ότι θα το κάνει. Ο Σταύρος ο Σταφ με το που νυχτώσει θα κατέβει ως τη διασταύρωση και θα ξαπλώσει μέσα στον κάδο ανακύκλωσης λίγα λεπτά πριν το φορτηγό του δήμου περάσει για την προγραμματισμένη συλλογή των σκουπιδιών. Θα βρεθεί ανάμεσα σε κουτιά απορρυπαντικών, άδεια κονσερβοκούτια και κιβώτια από σκληρό χαρτόνι. Θα μείνει ξαπλωμένος μέχρι να τον τυλίξει ο ύπνος.