leykos xronos

leykos xronos

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

ποστ #11.07

Η σύνθεση, η προσεκτική ανάγνωση των προτάσεων, πίσω από το ψάθινο πλέγμα, μέσα στο σύννεφο του αρώματος, που με δρασκελιές καταπίνει τον διάδρομο, μέσα σε σπιράλ τετράδια και κλεισμένους φακέλους, σε κρυφά μηνύματα, σε ερωτικά νοήματα, ταξιδεμένα από την πιο απομακρυσμένη χώρα έως εδώ, δίπλα στα σκαλοπάτια του ισογείου, στο ημιφωτισμένο πλατύσκαλο, χθες βράδυ, μεθυσμένος, όπως και κάθε άλλη νύχτα που ψάχνω απεγνωσμένα την αφυδατωμένη μελάνη, μέσα στις στενές αρτηρίες που χτυπήθηκαν με λύσσα, από γυμνά καλώδια, φορτωμένα με αστείρευτα βολτ, και στυγνά μαστίγια καμωμένα από μπαγιάτικες ιδέες, εκεί, και λίγο αργότερα, πολύ αργότερα, καθώς ξύριζα το πηγούνι μου, προσέχοντας να μην ξυπνήσω τη χαράδρα, έλαμψε γύρω μου η σκόνη, πριν καθίσει για πάντα στην άβυσσο της αμνησίας, πριν θρονιαστεί και πριν λησμονήσω το απόλυτο, του μέλλοντος που δεν γράφτηκε ακόμη, όχι γιατί το είπε κάποιος ήρωας αλλά γιατί ίσως για πρώτη και τελευταία φορά αφέθηκα, ήρεμος, καθαρός, ξεκούραστος, να με παρασύρει το πυροτέχνημα - εκείνο, θυμάσαι; - που όταν σκάει στον ουρανό μοιάζει με αναγεννημένο άστρο, και είναι τόση η λάμψη του που φωτίζει τη σκιά της σημαίας, τη σκιά των βασιλέων, τη σκιά της ατσάλινης λόγχης, τη σκιά των θεϊκών δηλητηρίων που περισσεύουν.
 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

χολ

Ο χάρτινος φάκελος με το πράσινο τσάι πνίγεται στο βρασμένο νερό. Ελευθερώνει το ευωδιαστό περιεχόμενό του. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Χιλιάδες μικροσκοπικές φουσκάλες σκεπάζουν την επιφάνεια της κούπας. Ο φάκελος βυθίζεται. Κάνε μια ευχή. Το τσάι μαυρίζει, μουλιάζει, αναστενάζει καθώς φλέγεται η τεμαχισμένη σάρκα του. Ίσως το βράδυ ονειρευτώ την πλεύση χωρίς σανίδα πάνω στη σαντιγύ των δακρύων αναβιώνοντας εκείνο το γιορτινό καρέ υπό το φως των τεσσάρων κεριών. "Κάνε μια ευχή" - "Κάνε μια ευχή, αγόρι μου" - "Κάνε μια ευχή ρε μαλακισμένο". Γυρίζω τον διακόπτη στο μηδέν. Το διαβολάκι αφήνει την κόλαση στο παρελθόν. Ανακατεύω το τσάι μου. Ανακατεύω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς ούτε μία ευχή - έτσι κι αλλιώς πέρασαν. Δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Είμαι βιαστικός. Λαχταρώ να επιστρέψω στο ανώδυνο παρόν. Το καταφέρνω καίγοντας τη γλώσσα μου. Το καυτό τσάι ξέρει τι κάνει. Χιλιάδες μικροσκοπικές φουσκάλες σκεπάζουν την επιφάνεια της γλώσσας. Προσπαθώ να μην κάνω καμιά ευχή. Προσπαθώ να σκίσω την πανάρχαια φωτογραφία που φαίνομαι κάτω από ένα κατάμαυρο, κατσαρό μούσι. Προσπαθώ... Βρίσκομαι στην κουζίνα για περισσότερο από 20 λεπτά. Χτυπάει το τηλέφωνο. Κουδουνίζει ακατάπαυστα. Πηγαίνω στο χολ. Σηκώνω το ακουστικό κι ακούω μια φωνή να μου λέει: "Ο χάρτινος φάκελος με το πράσινο τσάι πνίγηκε στο λασπωμένο νερό. Κάνε μια ευχή."
 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

άτιτλο #70

η Δύση παραδόθηκε στις φλόγες του ετοιμοθάνατου ήλιου. πριν συμβεί οτιδήποτε ήμουν ήδη στο έλεος του ψύχους. αν υπήρξε ποτέ μια σχισμή, μια λεπτομέρεια λύτρωσης, πλημμύρισε και πνίγηκε χωρίς να με προσέξει. η ύστατη μάχη είναι ουτοπία. το δόντι έπαψε να κρέμεται από τη μοναδική του ρίζα. έπεσε ενώ κοιμόμουν κι έφραξε την αναπνευστική οδό. ας είναι κι έτσι. ο λογαριασμός στο ραγισμένο κατάστιχο θα μπορούσε να είναι υπερβολικά μεγάλος. 
 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

κάπου εκεί έξω

Αυτό ήθελα πάντα. Τους άκουγα να μου το λένε. Το επιθυμούσα στο τέλος κάθε πρότασης και κάθε λέξης που ξεστόμιζαν. Το μόνο που με λυτρώνει είναι ακριβώς αυτό και τίποτα άλλο. Ο καθένας που μου το περιγράφει, και δεν είναι λίγοι, είναι τόσο γλαφυρός, τόσο ο εαυτός του που θέλω να του μοιάσω, θέλω να κάνω τις ίδιες κινήσεις, την ίδια προετοιμασία, να πάρω την ίδια θέση, στο ίδιο δωμάτιο, στην ίδια καρέκλα, με το ίδιο κι όμοιο φως δίπλα μου. Όλοι, φυσικά, κι ο καθένας μόνος του περιγράφουν τη δική τους κατάσταση, τις δικές τους κινήσεις, τις δικές τους επιθυμίες. Θέλω, όλα αυτά που ακούω, να τ' αναμείξω και να τα κάνω ένα, δικό μου, μόνο δικό μου, ένα. Αλλά πως ακριβώς θα γίνει αυτό; Η προετοιμασία κρίθηκε επιτυχής. Τα πάντα προετοιμάστηκαν στην εντέλεια και με κάθε λεπτομέρεια. Είναι εξακριβωμένο. Βγήκα, περπάτησα, παρατήρησα, επέστρεψα και αυτό που μένει είναι να αλλάξω αυτό που άφησα εδώ λίγο πριν βγω. Αυτό που άφησα εδώ, λίγο πριν βγω. Αυτό που άφησα πίσω μου λίγο πριν βγω λείπει, ή μάλλον, λύπη. Και είναι παντού. Σκορπισμένη απ' το δικό μου χέρι.
  

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Guillotine

Δύο άδεια μπουκάλια στο καρυδένιο τραπέζι, δύο ίδια μπουκάλια, δύο άδεια ίδια ολόιδια μπουκάλια, που στην αδειοσύνη τους στεγνώνει η ρακή σαν ανάμνηση, στο στομάχι, στο πάτωμα, στα λερωμένα ποτήρια, κι εγώ θέλω να πλύνω τα χέρια μου, που βρώμισαν από λέξεις, τσαλακωμένα μάτια, άδεια αστικά λεωφορεία, χωρίς να μετακινηθώ ούτε εκατοστό από τα υγρά όνειρα που είδαμε μαζί, που μ' αυτά θα ξεπλυθώ και θα βρωμίσω ξανά, θα λερωθώ ανεπανόρθωτα και θα ξαπλώσω δίπλα στη madame Guillotine, στην αιματοβαμμένη κυρία που ακούει, ό,τι πω, ό,τι γράψω, ακόμη και τις αισχρότερες μαλακίες που έγραψε ποτέ άνθρωπος πάνω σ' αυτά τα ξύλινα τετράδια, που όμως είναι δικά μου τετράδια και δεν θέλησαν ποτέ να μοιάσουν σε κανένα άλλο τετράδιο, κανενός άλλου, που δεν είχαν ποτέ την ανάγκη να μιλήσουν με λέξεις δανεικές, φτιαχτές, ιμιτασιόν αράδες, κι ας εμπνεύστηκαν από τις ίδιες μελωδίες, τα ίδια κοκκινάδια στον λαιμό, το ίδιο κρασί, τα ίδια μαύρα πουκάμισα και τα ριγέ ασιδέρωτα παντελόνια, με διαφορά, έστω, χρόνων, αιώνων, εναγκαλισμών, ενθουσιασμών, ερώτων και λοιπών δημίων, που θέλησαν μόνο αυτό που ποτέ δεν θα ειπωθεί με τον τρόπο που ελάχιστοι γνωρίζουν όσο αυτά τα ίδια, τετράδια, μπλε τετράδια, όπως εκείνη η νεράιδα, ένα ίδιο ολόιδιο πρωινό, που η ρακή στέγνωνε σαν πρόσφατη ανάμνηση, με θέα το λιμάνι του Ηρακλείου και τη μεγάλη αγκαλιά του, που δεν λέει να με κλείσει μέσα της, ποτέ.  


διακοπές στην ταράτσα

https://issuu.com/to_lykos/docs/teuxos_47/1?e=0

περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 47 [στη σελίδα 12 το beat bazaar]




Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

..

Ευχήθηκα να ζω την Άνοιξη: μέσα στον χειμώνα, πάνω σε άβολες καρέκλες, σε λέξεις που πληγώνουν, στα χείλη του σπασμένου γυαλιού, στο συρτάρι με τα μαχαίρια, στους διαδρόμους χωρίς άκρη, κάτω από το κρύο δέρμα, στην άμμο του μονοπατιού, στις μπουκωμένες τσάντες της ανακύκλωσης, στα ψίχουλα που φράζουν τον αέρα, στο σώμα που γερνάει, αγκαλιά με τα λυπημένα χρυσάνθεμα, πλάι στις ερωτήσεις κάποιου μικρού ήρωα, στον θάνατο της κόκκινης λάμπας, στα μουδιασμένα βράδια και στα μεσημέρια, μαζί με τις τελευταίες νιφάδες αλκοόλ, μετά από κάθε επανάληψη της τελείας, μετά από κάθε τέλος της επανάληψης: όταν είδα ένα αστέρι να χάνεται από τα μάτια μου. 

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

οδός 8

Για κάθε ουρανό, για κάθε νύχι του, εσύ θα φεύγεις πάνω στα βαμμένα φτερά, πάνω στις συννεφιασμένες ρυτίδες, στα θυμωμένα σύννεφα της τέταρτης δεκαετίας, που αφαιρεί, που παύει να προσθέτει, με πείσμα παιδικό ενάντια στην επερχόμενη νάρκη, κόντρα στην άνοια που παραμονεύει, για κάθε νύχι ουρανού, που ασημίζει τις μπλε νύχτες, με πινέλα ξυράφια, αστραφτερά όσο το σκοτάδι της ψυχής ενός αδιέξοδου στίχου, μιας παρανοϊκής αράδας, ενός ξέφρενου γλεντιού ή κάποιου παραστρατημένου ποιητή, που θέλησε να τ' αλλάξει όλα, μέσα στον χρόνο που ποτέ δεν του δόθηκε, και δεν κατάφερε τίποτα, παραμόνο μερικές αποτυχημένες μουτζούρες διάφανης μελάνης, που δεν στιγμάτισαν κανέναν τοίχο, καμιά καρδιά, δεν πρόσφεραν ποτέ τον όμορφο κόσμο που χαρίζει η αγάπη, μόνο άφωνες κλήσεις, φοβισμένες λέξεις, μέσα στην κίνηση του αυτοκινητόδρομου, έξω από ένα μπαρ, πλάι στον τηλεφωνικό θάλαμο, κλήσεις με μειωμένη ακουστική, αντανακλαστικά, χαρά και υποσχέσεις.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

ισόγειο





τ' αστέρια μένουν αγκιστρωμένα σε φτηνά πεντάγραμμα
απολαμβάνουν τον αποκλεισμό τους
μειδιούν μπροστά στον γκρίζο δεσμοφύλακα της νιότης τους

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

άτιτλο λευκό



Όσο εσύ θελήσεις, 
φώτισέ με, 
δράσε στο σκοτάδι μου, 
για όσο εσύ νομίζεις, 
άπλωσε πάνω μου, 
στο μαυρισμένο χαρτί μου, 
το λευκό σου, 
στη σκιά μου, 
το λευκό του χορού σου.

όσο θες πιο μακριά







εκείνος ο χορός, που δεν ξεχάστηκε κι ούτε θα ξεχαστεί ποτέ, με τ' αφρισμένα μαλλιά, την αγκαλιά, τη νύχτα που δεν υπήρχε ανάσα χαμένη, ούτε για τόσο λίγο, ούτε για πλάκα κι όλοι, όλα, μια πιθαμή πιο κοντά στο άπειρο της επιθυμίας, της λύτρωσης, όλοι πιο κοντά σε ό,τι ονειρευτήκαμε παιδιά, όλοι ουρλιάζαμε εκστασιασμένοι, πατώντας στους ώμους των διπλανών μας που κι αυτοί έκαναν ακριβώς το ίδιο... το αλκοόλ ρέει όπως κάνει πάντα τέτοια ώρα, η μουσική κατακλύζει το στομάχι μου, πλέει στο αίμα χωρίς καρίνα... ποιος έχει ανάγκη την πολυτέλεια όταν έχει στον νου του να διασχίσει έναν ολόκληρο ωκεανό και πέντε θάλασσες; η φωτογραφία, αφιερωμένη, με πολύ κόκκινο. ξέρεις εσύ! κι εγώ ξέρω. και κάθε βράδυ κάποιος χορός θα επαναλαμβάνει μυστικά τον ιδρώτα του χρόνου που δεν λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε στιγμή.