leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

πρώτη χορογραφία του χειμώνα


"... Γεννήσαμε αράδες που δεν γράφτηκαν, διηγήματα που δεν χρωμάτισαν κανένα εξώφυλλο και μια νουβέλα που θύμισε τη φωτογραφία κάποιου άσημου πολεμικού ανταποκριτή στον πιο απομακρυσμένο πόλεμο του γαλαξία που είναι τελικά τόσο κοντά μας αφού ο ίδιος, ο μεγάλος, Κέρουακ φρόντισε να ψιθυρίσει στον ύπνο μας κάθε λεπτομέρεια των φωτεινών του λεωφόρων. Πειράξαμε τους θερμοστάτες της μνήμης προκαλώντας φουρτούνες μήπως και αναπαραχθούν ξανά οι εκλάμψεις που μας δημιούργησαν κάνοντάς μας αυτό ακριβώς που είμαστε: ένα μπιτ μέσα σε κάποιο γιγάντιο μπουκέτο πολύχρωμων, κοριτσίστικων μαλλιών που χορογραφούν κάτω από την μπαγκέτα του Νοεμβρίου..."

περιοδικό ΛΥΚΟS, τεύχος 50 ... [το beat bazaar στη σελ. 12]

https://issuu.com/to_lykos/docs/50/1?e=0 


 

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

σκεπασμένος ως τον λαιμό

Βλέποντας όλη αυτή τη φρίκη στα λόγια, τη μιζέρια κάποιων χαλασμένων όντων, δεν θα μου λείψει τίποτα αν φύγω με προορισμό κάποιο άλλο όνειρο που θα λειτουργήσει ως σανίδα στο ανοιχτό πέλαγος. Δεν θα μου λείψει τίποτα, δεν θα μου λείψει ποτέ: η Νέα Υόρκη, η Αρτζεντίνα, η Γη του Πυρός όσο ο σύντροφος - εραστής κοιμάται παγωμένος στην πίσω κάμαρα του μεθυσμένου σπιτιού μας. Δεν θα μου λείψει ποτέ η φωνή του κανταδόρου κάτω από τα ελεεινά μπαλκόνια των ξεφλουδισμένων κοριτσιών. Δεν θα μου λείψει ποτέ το στήθος όσο οι μάνες του κόσμου βράζουν το κρέας στην κουζίνα. Δεν θα μου λείψει ποτέ το κύμα πάνω στις ανοιχτές πληγές των χειλιών μου. Δεν θα μου λείψει τίποτα όσο υποφέρουμε ευχαριστημένοι και αυτάρκεις με τα λίγα που μοιραστήκαμε ένα βράδυ: το χάδι των χνώτων, το πλεχτό των δαχτύλων, τις αχτίδες ανάμεσα στους γαλάζιους καπνούς, τις τελευταίες ματιές πριν το επόμενο ταξίδι.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

μονοδιάλογος

"... ο χρόνος είναι η χειρότερη επινόηση του ανθρώπου και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον αφήσεις να κυλά χωρίς εμπόδια. δεν έχεις καμία δύναμη μπροστά του. είναι μάταιο να προσπαθείς. είναι ανώφελο να θρηνείς για τις ώρες που χάθηκαν ή προστέθηκαν στις δίνες των ηλιοστασίων. δέξου τη συμμετοχή σου στην ομαδική ψευδαίσθηση και καρφίτσωσε στο στήθος το νούμερο που σου δόθηκε τη στιγμή που πρωτόκλαψες. είσαι ένας αριθμός μέσα στα όρια των δευτερολέπτων της παράνοιας, της δήθεν τελειότητας. παρατηρώ ότι δεν φοράς ρολόι. ανόητες αντιδράσεις αδιέξοδων συλλήψεων. οι χτύποι της καρδιάς σου θα σου θυμίζουν πάντα την κίνηση των δεικτών πάνω στο βιολογικό καντράν που σου έσπειραν. μην παρακαλάς για την επόμενη εμφάνιση. μην οδύρεσαι για τον θάνατο των προηγούμενων", είπε και δεν άφησε ούτε λεπτό το τσιγάρο του να πάρει μιαν ανάσα.

μεσημέρι

Ήσουν εκεί, σε είδα. Στις αναθυμιάσεις της ρακής, σε παρατήρησα. Ενώ έκανα τα κόλπα μου πάνω απ' το μεγάλο τηγάνι. Ήσουν ανάμεσα στους γκρίζους καπνούς που ξερνούσαν οι ομόχρωμες στάχτες μας. Παραφυλούσες, μόνη, στη σκοτεινή γωνία. Έγνεφες στις σκιές των εραστών που δεν πρόλαβαν να προδοθούν, ακόμη.  


Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

στον μονόδρομο

ήμουν έτοιμος να πω όσα δεν είπα μέχρι τώρα και σήκωσα τα μανίκια μου. τα δίπλωσα βιαστικά τσαλακώνοντας το γέρικο ύφασμα. γέμισα την υποκίτρινη κούπα με πράσινο τσάι και κάθισα με το ένα πόδι πάνω στον καναπέ χωρίς να βγάλω τα παπούτσια. ήμουν έτοιμος να τα πω όλα. να ξεκαθαρίσω τα πράγματα μια και καλή. κοίταζα τον τοίχο στα μάτια κι ο τοίχος με απέφευγε χωρίς να διστάζει. δεν έδωσα σημασία και ήπια λίγο από το τσάι μου. συνέχισα να κοιτάζω με βλέμμα αργό, βλέμμα εξερεύνησης, βλέμμα αφοσίωσης στον στόχο, βλέμμα κόκκινης ερήμου. ο τοίχος πήρε ν' αλλάζει χρώμα - όπως ακριβώς το είχα υποψιαστεί - έτσι όπως είχα υπολογίζει ότι θα συνέβαινε. οι σελίδες του άπλωσαν τα δύστυχα κενά κορμιά τους μπρος μου (ο ίδιος εξακολουθούσε να μην με κοιτάζει). δεν άντεξα και τσάκισα τα χείλη μου μ' ένα τεθλασμένο χαμόγελο που κράτησε ως το επόμενο βράδυ λες και η μεγάλη ψύξη που τρέμαμε παιδιά μου χτύπησε την εξώπορτα. το τσάι κρύωσε. οι πρώτες ρωγμές θύμισαν άλουστη γριά. άναψα όλα τα φώτα του σπιτιού να δω καλύτερα το χειρότερο. το μέλλον, φορτωμένο με τίποτα, ήταν ακριβώς δίπλα μου κι εγώ ήμουν ο μόνος που έπρεπε να πω κάτι για να αλλάξω όλα τα υπόλοιπα. δεν μίλησα. δεν σκέφτηκα. δεν έπαψα να κοιτάζω και ν' ακούω αυτό που δεν ειπώθηκε. ώσπου πρώτος μίλησε αυτός (εκείνος). με άναρθρες κραυγές και λαρυγγισμούς κατέβηκε την κατηφόρα, κόντρα στον μονόδρομο, ανάμεσα σε αυτοκίνητα σταματημένα να κορνάρουν τον ανατριχιαστικό μονόλογο, δίπλα σε άρρωστα σπίτια πνιγμένα στην αιθαλομίχλη, χιλιόμετρα μακριά από την πιο κοντινή ζούγκλα, μέσα στο κέντρο της βουής η βουή του, μέλισσα του αδηφάγου γκρεμού. τον άκουγα ώσπου χάθηκε η τελευταία του νότα. είχα πάψει να κοιτάζω. μόνο άκουγα. 

άτιτλο #285

το λινάρι αγκάλιασε τους ώμους, το στήθος σου. συναγωνίστηκε με το βαμβάκι και βγήκε κερδισμένο. πίσω σου τα νέον φώτα του μπαρ σού σκοτεινιάζουν τα μάτια. οι κόρες χάνονται μία μία. μένουν βαθιές λακούβες στη θέση τους. μ' αρέσεις έτσι. έπειτα, βαριέσαι και βγάζεις το δεξί σου χέρι από την τσέπη του παντελονιού. κάνεις μια κίνηση ρουτίνας ψάχνοντας το πακέτο σου ψηλά, στη θέση της καρδιάς. χαμογελάς αμήχανα καθώς δεν βρίσκεις τίποτα εκεί. "το ξέχασα στο σπίτι. δίπλα στη γραφομηχανή", μου λες. "χθες τελείωσα το νέο μου βιβλίο. θέλεις να σου το διαβάσω;" συνεχίζεις. σου δίνω ένα από τα δικά μου τσιγάρα. χαμογελάς και πάλι. οι διαολεμένες εξαρτήσεις σού δίνουν ζωή. δεν σου την κλέβουν. σε κάνουν διαβάτη της αιωνιότητας. βάζεις το τσιγάρο στα χείλη δίχως να το ανάψεις. ξεκινάς μουδιασμένα για το σπίτι. πίσω σου, εγώ.