leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Δεκέμβριος


Ο χρόνος μας δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο ο χρόνος τελειώνει και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξαναρχίζει, μέσα σε μερικές ανάσες, μέσα στη λάμψη του νυχτερινού ουρανού, ανάμεσα στα μεγάλα και βαριά σύννεφα, με το άνοιξε κλείσε του διακόπτη, με τη ρύθμιση του ρολογιού, με το έθιμο στο σπίτι του παππού, με το μικρό εκείνο τραγουδάκι που σου φέρνει δάκρυα χωρίς να το θέλεις, με μια ευχή που είναι η μοναδική για όλη τη χρονιά, με το τσούγκρισμα των ποτηριών, με την αγκαλιά, τις αγκαλιές, με τις κουβέντες έξω στο κρύο, με την ομίχλη που σχεδόν την ακουμπάς, με τα πρόσωπα των παιδιών, με τους φίλους που ζούνε μακριά, με τους φίλους που σε σηκώνουν ψηλά στις πλάτες τους, με κείνα τα πλάσματα που περπάτησες, αγάπησες, μέθυσες, θρήνησες και χάρηκες ξανά, με τις ευωδιαστές ψυχές, με τον ήχο του κουδουνιού που συναγωνίζεται την καμπάνα τα μεσάνυχτα, με τις νότες των φωνών που συναγωνίζονται την πιο εξαίσια ποίηση του πλανήτη μας, με το βινύλιο που σολάρει ακούραστα στο παλιό πικάπ, με τις άπειρες διαδρομές στους αγαπημένους προορισμούς, με τις άπειρες διαδρομές στο κέντρο της αγάπης, μιας αδέσποτης αγάπης που δεν ανήκει πουθενά, της αγάπης που ανήκει σε όλους και όλοι μαζί της ανήκουμε. Ο χρόνος μας δεν τελειώνει ποτέ. Και του χρόνου…

φωτ. Θωμαή Παυλίδου

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

θλίψη

Σου το 'πα και παλιότερα: εγώ είμαι φτιαγμένος να τρέχω στις πλατείες, με κόσμο, χωρίς κόσμο, με λύπη, χωρίς λύπη. Έραψα το τελευταίο παντελόνι και το φόρεσα πίσω από τον μαρμαρωμένο έφιππο. Πάτησα τα κλαδιά που με ένα κραακ άνοιξαν δρόμο στα μάτια. Τα δικά σου κολλημένα στα γκράφιτι που σκάρωναν κάτι ορδές έφηβων κοριτσιών. Τα δικά σου μάτια κολλημένα στο ραγισμένο του ουρανού, στην πιο μεγάλη θλίψη. Δύο πράγματα μπορούσα να κάνω. Να εξαφανίσω τη θλίψη ή να προσθέσω άλλη τόση. Δεν έκανα τίποτα απολύτως. Πολύ αργότερα, λίγο πριν σπάσει η νύχτα στα δύο, κοιμήθηκα για τρεις μεγάλες ώρες κάνοντας παρέα στους νεκρούς που περιμένουν υπομονετικά το πέρασμά μας στην ανυπαρξία.  




Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Νοέμβριος

Ένα απαλό βήμα έμεινε πριν την ολοκλήρωση, πριν τον απόλυτο εναγκαλισμό, πριν την αφετηρία. Πάντα νιώθαμε βαθιά μέσα μας ότι το τέλος είναι η αρχή των πάντων. Το λέγαμε στους διπλανούς μας κι εκείνοι κρυφογελούσαν. Δεν γνώριζαν μα με τα χρόνια το έμαθαν καλά. Μην σιωπάς και δώσε μου ένα φιλί με τα μάτια ανοιχτά. Άσε τη λάμπα με το χάρτινο καπέλο να φωτίζει τις μορφές των δέντρων μήπως και χαθούν οι σκιές του χρόνου και γίνουν μουσικές στ’ αυτιά μας. Στροβιλίσου μαζί μου. Σήκωσε τον άνεμο με το φουστάνι σου και παρέσυρε ό,τι επιμένει να βαλτώνει. Δείχνεις όμορφη όσοι μήνες κι αν περάσουν τεθλασμένα από δίπλα σου. Σε αναφέρουν βιβλία, ποιήματα, τα πινέλα των ζωγράφων του κόσμου βάφουν τη μορφή σου. Η ανάσα σου μυρίζει απάτητες πλαγιές και παγωμένες θάλασσες. Στον δρόμο πίσω σου άφησες ζαχαρωτά και γλυκά του κουταλιού. Χρωμάτισες όλες τις μικρές και μεγάλες πολιτείες που άγγιξες. Ενέπνευσες, προσδιόρισες, στιγμάτισες, έδωσες νόημα στη ζωή. Μου έμαθες ότι εκείνο το αστέρι δεν είναι και τόσο μακρινό κι ίσως αν τεντώσω καλά τα χέρια μου το φτάσω κάποια μέρα. Μια μέρα που δεν θα είναι παραμυθένια αλλά θα είναι αληθινή και τόσο κοντά μου όπως είσαι κι εσύ. Πιάσε το χέρι μου κι έλα να κάνουμε εκείνο το απαλό βήμα που λέγαμε. Μονάχα έτσι θα γλυκάνουμε το κρύο που τόσο ανελέητα μας πολιορκεί. Θυμάμαι τα λόγια σου. Θυμήσου τα λόγια μου. Χυμοί και αποστάγματα, γαλήνιες προσευχές και μελλοντικές αναμνήσεις όσο το νερό θα κυλά κρύσταλλο μέσα στις χούφτες μας. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου




Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Οκτώβριος


Μέσα στο σπίτι δεν έχει και πολλά να κάνεις. Πάντα θαύμαζες τη θέα από το παράθυρο. Αυτή σε καλωσόρισε όταν πρωτοήρθες. Μ’ αυτή κάνεις παρέα από τότε, βρέξει χιονίσει. Οι κυβόλιθοι δημιουργούν το παζλ που μέρα με τη μέρα και κάθε νύχτα φθείρεται κάτω από τις σόλες των περαστικών. Το γιατρεύεις με τα μάτια σου. Του χαμογελάς μέχρι να έρθουν οι εργάτες και να αντικαταστήσουν κάθε σπασμένη πέτρα, κάθε αλλοιωμένη πλάκα του πεζόδρομου. Μέχρι να κάνουν το στατικό σκηνικό σου σαν καινούριο και μόλις συμβαίνει αυτό αναθαρρείς και γεμίζεις την κούπα σου με μυρωδάτο καφέ συνεχίζοντας να μετράς τα βήματα, τις χαρακιές, τις νέες φθορές. Άλλοτε μαντεύεις τι υπάρχει από κάτω ακριβώς. Ποια υπόγεια θέα μένει εσώκλειστη στα λημέρια των υπονόμων. Γράφεις στο μπλε τετράδιο ξοδεύοντας τη μελάνη σου πότε για ό,τι βλέπεις και πότε για ό,τι φαντάζεσαι. Ποτέ κανείς περαστικός δεν σήκωσε το κεφάλι να σε κοιτάξει έστω κι αν όλοι ξέρουν ότι βρίσκεσαι μόλις στον πρώτο όροφο, τέσσερα μόλις μέτρα πάνω από την πλατεία. Δεν κρατάς κακία σε κανέναν. Σου αρκεί που τους βλέπεις εσύ, που τους λογαριάζεις, που γράφεις γι’ αυτούς μυστικά που μοιράζεσαι με το στραπατσαρισμένο σου τετράδιο. Τόσα χρόνια, από την πρώτη κιόλας στιγμή, αποφάσισες να μην περάσεις ποτέ το κατώφλι της εξώπορτας. Είναι επιλογή σου και τη σέβομαι έστω κι αν κάποτε έπεσα στα πόδια σου παρακαλώντας για μία βόλτα. Η θέση σου είναι δίπλα στο παράθυρο, η τροφή σου είναι η θέα, το αυτί του κόσμου είναι το μικρό μπλε τετράδιο που κουβαλάς από τα γυμνασιακά σου χρόνια. Οι σελίδες γεμίζουν, οι διαβάτες εμφανίζονται στο κάδρο σου κι έπειτα χάνονται για πάντα ενώ εσύ ενθουσιάζεσαι και αναρωτιέσαι πως γίνεται να μην περνά δεύτερη φορά κανένας απ’ όλους αυτούς. Όταν οι σελίδες κάποτε τελειώνουν ξεκινάς από την αρχή, στο ίδιο πάντα τετράδιο, γράφοντας πάνω στα ήδη γραμμένα, πατώντας τον στυλογράφο σου πάνω στα παλιά γράμματα, στα πρώτα μελανά σημάδια, στις ίδιες σελίδες που με τα χρόνια δεν τους έχει μείνει κανένα κενό, καμιά ανάσα και δείχνουν τόσο ποτισμένες από τη μελάνη που θυμίζουν κάπως τη θέα από το παράθυρό σου. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου

 

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Σεπτέμβριος



Διάδρομος απογείωσης, φωτισμένος ακόμη και τη μέρα με φώτα διαφορετικά, λαμπερά, όχι σαν αυτά της παραλιακής που δείχνουν πολύ κόκκινα τη νύχτα. Βέβαια, τα χρωμάτισαν κόκκινα για να ξεχωρίζουν. Να μην μοιάζουν με τα άλλα, να μην μπερδεύουν τους ιπτάμενους, να μην προκαλούνται ατυχήματα. Όμως οι ιπτάμενοι, οι φτερωτοί, έχουν έναν μοναδικό τρόπο να ξεκολλούν από το χώμα και να επιστρέφουν σ’ αυτό, όποτε το θελήσουν. Με σκέρτσο, με χάρη μπαλαρίνας, επιχειρούν χαμηλές και ψηλές πτήσεις, ακροβατικά ριψοκίνδυνα, μετεωρισμούς, απότομα γυρίσματα και χτυπήματα των πτερυγίων. Μένεις με ορθάνοιχτο το στόμα και τους θαυμάζεις προσπαθώντας να πραγματοποιήσεις έστω και το ελάχιστο απ’ αυτό που κάνουν ξέροντας ότι δεν θα καταφέρεις και πολλά. Οι αποτυχίες μπορεί να μην σε πτοούν και συνεχίζεις. Αντιγράφεις σημειώνοντας με το μολύβι σου τις γωνίες κλίσης, το άνοιγμα και το χτύπημα των φτερών, την κίνηση της ουράς, το στρίψιμο του κεφαλιού. Έπειτα κάνεις διορθωτικές αλλαγές, σε κάθε νέα πτήση, σε κάθε απογείωση, σε κάθε πετυχημένη προσγείωση, σε κάθε αρπακτική επίθεση. Σβήνεις με τη γομολάστιχα, προσθέτεις και πάλι αφαιρείς μέχρι οι σημειώσεις να έχουν το αποτέλεσμα που σε ευχαριστεί και ξεκινάς εκ νέου την προσπάθεια, παίρνεις φόρα τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορείς και κάνεις να ανοίξεις τα κέρινα φτερά σου πάνω από τα κοφτερά βράχια, τα χτυπάς με λύσσα, με δήθεν άρτια τεχνική, μέχρι που λυγίζουν και σε αναγκάζουν να προσγειωθείς ανώμαλα εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Σε αναγκάζουν να σκεφτείς και να δεχτείς ότι εσύ θα μένεις για πάντα στο χώμα ενώ οι φτερωτοί αλήτες έχουν ήδη δραπετεύσει.

φωτ. Θωμαή Παυλίδου
 

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Αύγουστος



Ξέρω ένα κορίτσι που σου μοιάζει και το λένε Σιωπή. Τα κομμάτια που του λείπουν βρέχονται από τα νερά των υδρορροών της εξαφανισμένης λεωφόρου. Μέσα στ’ αυτιά του φωλιάζουν νεογέννητα παιδιά. Έμβρυα σε πλήρη άνθιση. Απόγονοι της μαύρης θάλασσας, των προϊστορικών ρευμάτων και των τεκτονικών πλακών. Ξέρω ένα κορίτσι που μοιάζει με τσαμπί σταφυλιών. Δεν γνωρίζω το όνομά του αλλά πίνω τους χυμούς του κάθε απομεσήμερο. Φωλιάζω στην κοιλιά του νανουρίζοντας τους πρόσκαιρους εφιάλτες μου. Καταγράφω τα όνειρα που δεν θα δω ποτέ. Επισημαίνω τα όνειρα που δεν θυμάμαι παρά μόνο έναν χρόνο μετά. Ξέρω ένα κορίτσι που μου μοιάζει όλες τις μέρες με πανσέληνο και τις νύχτες με κόντρα ήλιο. Είναι εκεί που σκάει το κύμα και μαυρίζει το δέρμα αλειμμένο με ισχυρό αντηλιακό. Ξαπλώνει κάτω από τις ομπρέλες, τυλιγμένο με τεράστιες σαμπρέλες από παροπλισμένα τρακτέρ. Ξέρω ένα κορίτσι που σου μοιάζει και το φωνάζουν με το όνομά μου. Έχει τέσσερα δάχτυλα στο ένα χέρι κι όλο με χαιρετά με χαρά που περισσεύει. Κλείνει τα βότσαλα στη χούφτα και παίρνοντας φόρα τα εκσφενδονίζει μακριά. Δεν χτίζει κάστρα στην άμμο. Δεν το έκανε ποτέ. Ξέρω ένα κορίτσι που μυρίζει καλοκαίρι. Το σηκώνω ψηλά και το βάζω να καθίσει στους ώμους μου. Ψηλώνει και μαζί του ψηλώνω κι εγώ. Κλωτσάμε τα αφρισμένα νερά και γελάμε όπως δεν γελάσαμε ποτέ. Ανάβουμε μια μεγάλη φωτιά στην άμμο και ζεσταίνουμε τις μουλιασμένες πατούσες μας από το ολονύχτιο φαγοπότι. Ξέρω ένα αγόρι που μου γνώρισε ένα κορίτσι. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Θυμάμαι μόνο πως τα συνάντησα το σούρουπο κάποιου Αυγούστου κι από τότε είμαστε μαζί. Σχεδόν πάντα. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου
 

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Ελάτε να παίξουμε


Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να χτίσουμε πύργους στην άμμο. Ελάτε να χτίσουμε πύργους που (ω, τι χαρά!) το κύμα θα γκρεμίσει κι ο άνεμος.

Ελάτε να παίξουμε. Πάρτε το κουβαδάκι σας και το φτυαράκι σας κι ελάτε να σκάψουμε τάφους στην άμμο. Ελάτε να σκάψουμε τάφους που (ω, τι χαρά!) για πάντα θα γιάνουν μπαμπά και μαμά.

Ελάτε να παίξουμε τους ορφανούς κι ανέστιους πρίγκιπες.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ - ΠΕΡΙ ΑΓΓΕΛΩΝ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΩΝ (εκδ. Γαβριηλίδης)



Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

της βρωμιάς και του άσχημου

Οι τελάληδες παραφωνούν ασχήμια φράζοντας κάθε διαθέσιμη οδό με φλεγόμενα λάστιχα που βρωμίζουν τον αέρα, που προσβάλουν την πόλη, που δεν σου αφήνουν χώρο για την επόμενη αναπνοή. Ώσπου κάποιος αρχίζει να μιλά για το αυτονόητο. Οι υπόλοιποι ακούνε με προσοχή μέχρι τέλους. Αυτός σταματά, ολοκληρώνει. Κανείς δεν χειροκροτεί. Άλλωστε το χειροκρότημα δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του ομιλητή. Όλοι, αργά, συγκεντρώνονται γύρω του, τον κυκλώνουν, τον κοιτάζουν στα μάτια, στα κουρέλια που σέρνει για ρούχα. Τον παίρνουν ήρεμα, κρατώντας τον απ' το χέρι και τον οδηγούν σε μια στενή χαραμάδα χώματος. Τον θάβουν ζωντανό στην τρύπα που του αναλογεί. Στην τρύπα που του άνοιξαν, καιρό τώρα.

σπιράλια

Συμβαίνουν νύχτες που δεν σε αγγίζει τίποτα. Ούτε τα σύννεφα καπνού, ούτε η κοχλάζουσα αλκοόλη, ούτε οι συλλαβές που δραπετεύουν από το αριστερό σου αυτί. Αποφάσισα, αυτό το τελευταίο, να το σημειώσω. Κέρδισε μια ολόκληρη σελίδα που μετατράπηκε σε κηλίδα καθώς το περιεχόμενο του επόμενου ποτηριού ξεβράστηκε στην όχθη του σπιράλ. Αυτό είναι! Ένα νησί θα με σώσει. Αποχαυνωμένος ρώτησα όποιον βρήκα μπροστά μου. Τον σερβιτόρο, δυο κορίτσια με ενωμένα χείλη, τον μπάρμαν με τα χαϊμαλιά που επέστρεψε απ' την τουαλέτα. Όλοι συμφώνησαν μαζί μου. Ήμουν τυφλωμένος από την επερχόμενη λύτρωση. Αποφάσισα, αυτό το τελευταίο, να το σημειώσω. Κέρδισε μια ολόκληρη όχθη που μετατράπηκε σε ωκεανό καθώς το περιεχόμενο του επόμενου νησιού ξεβράστηκε στο σπιράλ του τετραδίου. Ήμουν τύφλα. Μόλις αποφάσισα την αιτία, τον σκοπό και τον προορισμό της επόμενης μετακόμισης ξέχασα όλα τα υπόλοιπα. Ακόμη και την ίδια την μετακόμιση, την αιτία, τον σκοπό και κυρίως τον προορισμό. Πέρασε ώρα όταν κατάλαβα ότι έμεινα να κοιτάζω τη ρωμαϊκή αγορά, ξεβρασμένος στην κηλίδα του ασυνείδητου. 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

παραμίλησε χωρίς να ακουστεί

"Έχεις καιρό να ασχοληθείς μαζί μου, τον άκουσα να μονολογεί μπροστά στην τραχιά επιφάνεια του τοίχου. Αμέσως αναρωτήθηκα σε ποιον μπορεί να μιλά και τι βλέπει μπροστά του."

Μ' αυτά τα λόγια ξύπνησα. Τα είπα εγώ ή τα άκουσα από κάποιον άλλον; Δεν μπόρεσα να καταλάβω. Έξω, σήμερα, δεν είναι ούτε καλοκαίρι, ούτε τίποτα που να θυμίζει γη. Άλλους πλανήτες δεν γνωρίζω κι αν γνώρισα κάποτε δεν τους θυμάμαι πια.

"Ο τοίχος στέγνωσε όπως τα χείλη από το πέρασμα του έρωτα."

Σηκώθηκα βγάζοντας την ιδρωμένη φανέλα. Τι διάολο θέλω και φοράω το μάλλινο στον ύπνο μου; Κατάλοιπα στις γωνίες κάθε δερμάτινου εαυτού. Τρίχες σγουρές, ιδρωμένες, χιλιοφορεμένες. Τις πετώ μακριά. Αντιστέκομαι στον πειρασμό να βρέξω το σώμα μου με νερό της βρύσης. Περπατώ στον διάδρομο πάνω - κάτω, πάνω - κάτω. Τέλος, βρέχω το σώμα μου με νερό της βρύσης. Ρέει καυτό. Προσθέτω κρύο. Κι άλλο. Σταματώ. Κόβω τη ροή. Υπάρχει ο φόβος, σε κάποια ανεξερεύνητα σκαλοπάτια, ότι η βρύση δεν θα ξανατρέξει, ότι θα στερέψει, ότι έχει ήδη στερέψει. Βγαίνω από την μπανιέρα και χωρίς να σκουπίσω τα νερά κατευθύνομαι προς το ψυγείο. Ο λογαριασμός της ύδρευσης λείπει από το παγοδρόμιο των λογαριασμών. Όλα κυλούν όπως θα έπρεπε.
  
  

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Ιούλιος


Οτιδήποτε περιέχει τη λέξη δροσιά το έχουμε αποκλείσει. Στο σπίτι δεν έχουμε ψυγείο. Τα πάντα βράζουν μέσα στους νερόλακκους των θερμών πηγών που αναζητάς μέσα στο κατακαλόκαιρο. Τις νύχτες μου λες να σε σκεπάσω με τις κουβέρτες του χειμώνα. Αν είναι δυνατόν! Εσύ δεν ήσουν που με παρακαλούσες να σου φέρω τον ήλιο; Τώρα ξοδεύεις όλο το ζεστό νερό του θερμοσίφωνα κάνοντας ντους με τις ώρες κι όταν τελειώνει παίρνεις τον δρόμο για το βουνό μέσα από την κατάφυτη κοιλάδα φορώντας τις ορειβατικές σου μπότες, δεμένες σφιχτά, ώσπου να συναντήσεις το βραστό νερό που αναβλύζει από τα έγκατα του αρχαίου ηφαιστείου. Βυθίζεσαι βρίσκοντας τη χαρά σου. Επιτέλους! Γίνεσαι καλοκαίρι, καυτό, μοναδικό μέσα στη μοναδικότητά σου. Το απόλυτο καλοκαίρι που καίει όλα τα υπόλοιπα γιατί είσαι εσύ, η μία και μόνη φλόγα κι εγώ, ανήμπορος να αντισταθώ στις όποιες επιθυμίες σου, ακολουθώ πάντα, φορτωμένος με μπουρνούζια και ζεστές πετσέτες του μπαρμπέρικου, να σε τυλίξω, να σε στολίσω με το πράσινο χάδι των φύλλων και τους ώριμους καρπούς, να σε κανακέψω όπως παλιά, όταν ήσουν παιδούλα, που αν κι έμοιαζες γυναίκα από νωρίς, έτρεμες στην ιδέα ότι μπορεί κάποτε να σε βρει απροετοίμαστη και να σε τρυπήσει το κρύο, έστω και κατά τη διάρκεια της πιο ζεστής μέρας του χρόνου. Τότε μόνο, ντυμένη και φασκιωμένη, ζεστή και προφυλαγμένη όπως θέλεις, μου συγχωρείς όλα τα καμώματα ψύχους που, σχεδόν πάντα, κάνω χωρίς να το θέλω. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου 
 

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ιούνιος



Οι νύχτες δεν θέλουν να τελειώσουν ποτέ. Η πρώτη δική μας νύχτα είναι αυτή που ξημέρωσε τη μόνη δίδυμη μέρα. Γι’ αυτό και επιτρέψαμε να συμβεί ό,τι συνέβη. Φτάσαμε στη μέση, μου ψιθύρισες, κι άφησες να σου φύγει από τα χέρια το πανέρι με τα φρούτα. Αυτά κύλησαν στον διάδρομο και πήραν να κατεβαίνουν πεταχτά τις σκάλες του πρώτο ορόφου. Όλα στρογγυλά και άγρια, άπιαστα όπως το κοφτό πέταγμα της ζαλισμένης πεταλούδας γύρω από τη μοναδική λάμπα. Έτρεξες ξοπίσω τους. Το σκοτάδι σάς αγκάλιασε χωρίς να φέρετε καμιά αντίσταση. Έμεινα να κοιτάζω τον άδειο διάδρομο και το πλατύσκαλο στην άκρη. Ξεκίνησα να σας βρω, εσένα και τα φρούτα. Από μικρός φοβάμαι το σκοτάδι μα περισσότερο με φοβάται αυτό. Είκοσι σκαλοπάτια με χώριζαν απ’ το ισόγειο και έκανα να πιάσω με τα ακροδάχτυλα τους οξειδωμένους σωλήνες που κατηφόριζαν παράλληλα. Τους γράπωσα και σκέφτηκα ότι ήδη θα βρισκόσουν στην αυλή. Κατέβηκα το πρώτο σκαλοπάτι, έπειτα το δεύτερο και στο τρίτο οι σωλήνες υποχώρησαν. Το κυλινδρικό τους κορμί αποκολλήθηκε απ’ το νοτισμένο ντουβάρι κι όλοι μαζί βρεθήκαμε στο ισόγειο με κομμένη την ανάσα. Ο κόσμος εκεί έξω με περίμενε. Μαζί με όλους κι εσύ. Είχατε μαζέψει τα φρούτα σε τσέπες, σε ποδιές, σε χέρια γερόντων. Ο καθένας μου έδωσε από ένα. Γέμισαν τα χέρια μου, το κοντό παντελόνι, ακόμη και οι κάλτσες που επέμενες να μην φορέσω. Αργότερα έφυγαν όλοι ακολουθώντας μια αυστηρή σειρά προτεραιότητας που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Μείναμε και πάλι οι δυο μας, μόνοι. Εγώ να δαγκώνω τις ζουμερές φλούδες κι εσύ να σκιτσάρεις τον παράδεισο στο χώμα με το κουκούτσι του ροδάκινου.

φωτ. Θωμαή Παυλίδου