leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Ιούνιος



Οι νύχτες δεν θέλουν να τελειώσουν ποτέ. Η πρώτη δική μας νύχτα είναι αυτή που ξημέρωσε τη μόνη δίδυμη μέρα. Γι’ αυτό και επιτρέψαμε να συμβεί ό,τι συνέβη. Φτάσαμε στη μέση, μου ψιθύρισες, κι άφησες να σου φύγει από τα χέρια το πανέρι με τα φρούτα. Αυτά κύλησαν στον διάδρομο και πήραν να κατεβαίνουν πεταχτά τις σκάλες του πρώτο ορόφου. Όλα στρογγυλά και άγρια, άπιαστα όπως το κοφτό πέταγμα της ζαλισμένης πεταλούδας γύρω από τη μοναδική λάμπα. Έτρεξες ξοπίσω τους. Το σκοτάδι σάς αγκάλιασε χωρίς να φέρετε καμιά αντίσταση. Έμεινα να κοιτάζω τον άδειο διάδρομο και το πλατύσκαλο στην άκρη. Ξεκίνησα να σας βρω, εσένα και τα φρούτα. Από μικρός φοβάμαι το σκοτάδι μα περισσότερο με φοβάται αυτό. Είκοσι σκαλοπάτια με χώριζαν απ’ το ισόγειο και έκανα να πιάσω με τα ακροδάχτυλα τους οξειδωμένους σωλήνες που κατηφόριζαν παράλληλα. Τους γράπωσα και σκέφτηκα ότι ήδη θα βρισκόσουν στην αυλή. Κατέβηκα το πρώτο σκαλοπάτι, έπειτα το δεύτερο και στο τρίτο οι σωλήνες υποχώρησαν. Το κυλινδρικό τους κορμί αποκολλήθηκε απ’ το νοτισμένο ντουβάρι κι όλοι μαζί βρεθήκαμε στο ισόγειο με κομμένη την ανάσα. Ο κόσμος εκεί έξω με περίμενε. Μαζί με όλους κι εσύ. Είχατε μαζέψει τα φρούτα σε τσέπες, σε ποδιές, σε χέρια γερόντων. Ο καθένας μου έδωσε από ένα. Γέμισαν τα χέρια μου, το κοντό παντελόνι, ακόμη και οι κάλτσες που επέμενες να μην φορέσω. Αργότερα έφυγαν όλοι ακολουθώντας μια αυστηρή σειρά προτεραιότητας που ποτέ μου δεν κατάλαβα. Μείναμε και πάλι οι δυο μας, μόνοι. Εγώ να δαγκώνω τις ζουμερές φλούδες κι εσύ να σκιτσάρεις τον παράδεισο στο χώμα με το κουκούτσι του ροδάκινου.

φωτ. Θωμαή Παυλίδου 

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

# 7514

Δάνεισα και χάρισα κι άνοιξαν αγκαλιές στα μάτια μου/δίχως καπνούς ανάμεσα/χωρίς καταιγίδες. Είδα εαυτό γονατισμένο και τον έσυρα ταΐζοντας αλάτι τις πληγές. Μίλησα πολύ και σώπασα εκεί που ήθελα να μιλήσω. Τίποτα δεν έμαθα και σε γνωρίζω καλά. Τίποτα δεν μου άφησα και σου τα πήρα όλα και, τίποτα, δεν υπάρχει τίποτα να περιμένω όσο εκείνη η μικρή κουκκίδα παραμένει άγραφη. Όσο το κάθε τέλος παραμένει υποψία αρχής. Όσο η λύτρωση κρύβεται πίσω απ' τους ώμους της αναμονής.