leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

της βρωμιάς και του άσχημου

Οι τελάληδες παραφωνούν ασχήμια φράζοντας κάθε διαθέσιμη οδό με φλεγόμενα λάστιχα που βρωμίζουν τον αέρα, που προσβάλουν την πόλη, που δεν σου αφήνουν χώρο για την επόμενη αναπνοή. Ώσπου κάποιος αρχίζει να μιλά για το αυτονόητο. Οι υπόλοιποι ακούνε με προσοχή μέχρι τέλους. Αυτός σταματά, ολοκληρώνει. Κανείς δεν χειροκροτεί. Άλλωστε το χειροκρότημα δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του ομιλητή. Όλοι, αργά, συγκεντρώνονται γύρω του, τον κυκλώνουν, τον κοιτάζουν στα μάτια, στα κουρέλια που σέρνει για ρούχα. Τον παίρνουν ήρεμα, κρατώντας τον απ' το χέρι και τον οδηγούν σε μια στενή χαραμάδα χώματος. Τον θάβουν ζωντανό στην τρύπα που του αναλογεί. Στην τρύπα που του άνοιξαν, καιρό τώρα.

σπιράλια

Συμβαίνουν νύχτες που δεν σε αγγίζει τίποτα. Ούτε τα σύννεφα καπνού, ούτε η κοχλάζουσα αλκοόλη, ούτε οι συλλαβές που δραπετεύουν από το αριστερό σου αυτί. Αποφάσισα, αυτό το τελευταίο, να το σημειώσω. Κέρδισε μια ολόκληρη σελίδα που μετατράπηκε σε κηλίδα καθώς το περιεχόμενο του επόμενου ποτηριού ξεβράστηκε στην όχθη του σπιράλ. Αυτό είναι! Ένα νησί θα με σώσει. Αποχαυνωμένος ρώτησα όποιον βρήκα μπροστά μου. Τον σερβιτόρο, δυο κορίτσια με ενωμένα χείλη, τον μπάρμαν με τα χαϊμαλιά που επέστρεψε απ' την τουαλέτα. Όλοι συμφώνησαν μαζί μου. Ήμουν τυφλωμένος από την επερχόμενη λύτρωση. Αποφάσισα, αυτό το τελευταίο, να το σημειώσω. Κέρδισε μια ολόκληρη όχθη που μετατράπηκε σε ωκεανό καθώς το περιεχόμενο του επόμενου νησιού ξεβράστηκε στο σπιράλ του τετραδίου. Ήμουν τύφλα. Μόλις αποφάσισα την αιτία, τον σκοπό και τον προορισμό της επόμενης μετακόμισης ξέχασα όλα τα υπόλοιπα. Ακόμη και την ίδια την μετακόμιση, την αιτία, τον σκοπό και κυρίως τον προορισμό. Πέρασε ώρα όταν κατάλαβα ότι έμεινα να κοιτάζω τη ρωμαϊκή αγορά, ξεβρασμένος στην κηλίδα του ασυνείδητου. 

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

παραμίλησε χωρίς να ακουστεί

"Έχεις καιρό να ασχοληθείς μαζί μου, τον άκουσα να μονολογεί μπροστά στην τραχιά επιφάνεια του τοίχου. Αμέσως αναρωτήθηκα σε ποιον μπορεί να μιλά και τι βλέπει μπροστά του."

Μ' αυτά τα λόγια ξύπνησα. Τα είπα εγώ ή τα άκουσα από κάποιον άλλον; Δεν μπόρεσα να καταλάβω. Έξω, σήμερα, δεν είναι ούτε καλοκαίρι, ούτε τίποτα που να θυμίζει γη. Άλλους πλανήτες δεν γνωρίζω κι αν γνώρισα κάποτε δεν τους θυμάμαι πια.

"Ο τοίχος στέγνωσε όπως τα χείλη από το πέρασμα του έρωτα."

Σηκώθηκα βγάζοντας την ιδρωμένη φανέλα. Τι διάολο θέλω και φοράω το μάλλινο στον ύπνο μου; Κατάλοιπα στις γωνίες κάθε δερμάτινου εαυτού. Τρίχες σγουρές, ιδρωμένες, χιλιοφορεμένες. Τις πετώ μακριά. Αντιστέκομαι στον πειρασμό να βρέξω το σώμα μου με νερό της βρύσης. Περπατώ στον διάδρομο πάνω - κάτω, πάνω - κάτω. Τέλος, βρέχω το σώμα μου με νερό της βρύσης. Ρέει καυτό. Προσθέτω κρύο. Κι άλλο. Σταματώ. Κόβω τη ροή. Υπάρχει ο φόβος, σε κάποια ανεξερεύνητα σκαλοπάτια, ότι η βρύση δεν θα ξανατρέξει, ότι θα στερέψει, ότι έχει ήδη στερέψει. Βγαίνω από την μπανιέρα και χωρίς να σκουπίσω τα νερά κατευθύνομαι προς το ψυγείο. Ο λογαριασμός της ύδρευσης λείπει από το παγοδρόμιο των λογαριασμών. Όλα κυλούν όπως θα έπρεπε.
  
  

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Ιούλιος


Οτιδήποτε περιέχει τη λέξη δροσιά το έχουμε αποκλείσει. Στο σπίτι δεν έχουμε ψυγείο. Τα πάντα βράζουν μέσα στους νερόλακκους των θερμών πηγών που αναζητάς μέσα στο κατακαλόκαιρο. Τις νύχτες μου λες να σε σκεπάσω με τις κουβέρτες του χειμώνα. Αν είναι δυνατόν! Εσύ δεν ήσουν που με παρακαλούσες να σου φέρω τον ήλιο; Τώρα ξοδεύεις όλο το ζεστό νερό του θερμοσίφωνα κάνοντας ντους με τις ώρες κι όταν τελειώνει παίρνεις τον δρόμο για το βουνό μέσα από την κατάφυτη κοιλάδα φορώντας τις ορειβατικές σου μπότες, δεμένες σφιχτά, ώσπου να συναντήσεις το βραστό νερό που αναβλύζει από τα έγκατα του αρχαίου ηφαιστείου. Βυθίζεσαι βρίσκοντας τη χαρά σου. Επιτέλους! Γίνεσαι καλοκαίρι, καυτό, μοναδικό μέσα στη μοναδικότητά σου. Το απόλυτο καλοκαίρι που καίει όλα τα υπόλοιπα γιατί είσαι εσύ, η μία και μόνη φλόγα κι εγώ, ανήμπορος να αντισταθώ στις όποιες επιθυμίες σου, ακολουθώ πάντα, φορτωμένος με μπουρνούζια και ζεστές πετσέτες του μπαρμπέρικου, να σε τυλίξω, να σε στολίσω με το πράσινο χάδι των φύλλων και τους ώριμους καρπούς, να σε κανακέψω όπως παλιά, όταν ήσουν παιδούλα, που αν κι έμοιαζες γυναίκα από νωρίς, έτρεμες στην ιδέα ότι μπορεί κάποτε να σε βρει απροετοίμαστη και να σε τρυπήσει το κρύο, έστω και κατά τη διάρκεια της πιο ζεστής μέρας του χρόνου. Τότε μόνο, ντυμένη και φασκιωμένη, ζεστή και προφυλαγμένη όπως θέλεις, μου συγχωρείς όλα τα καμώματα ψύχους που, σχεδόν πάντα, κάνω χωρίς να το θέλω. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου