leykos xronos

leykos xronos

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Σεπτέμβριος



Διάδρομος απογείωσης, φωτισμένος ακόμη και τη μέρα με φώτα διαφορετικά, λαμπερά, όχι σαν αυτά της παραλιακής που δείχνουν πολύ κόκκινα τη νύχτα. Βέβαια, τα χρωμάτισαν κόκκινα για να ξεχωρίζουν. Να μην μοιάζουν με τα άλλα, να μην μπερδεύουν τους ιπτάμενους, να μην προκαλούνται ατυχήματα. Όμως οι ιπτάμενοι, οι φτερωτοί, έχουν έναν μοναδικό τρόπο να ξεκολλούν από το χώμα και να επιστρέφουν σ’ αυτό, όποτε το θελήσουν. Με σκέρτσο, με χάρη μπαλαρίνας, επιχειρούν χαμηλές και ψηλές πτήσεις, ακροβατικά ριψοκίνδυνα, μετεωρισμούς, απότομα γυρίσματα και χτυπήματα των πτερυγίων. Μένεις με ορθάνοιχτο το στόμα και τους θαυμάζεις προσπαθώντας να πραγματοποιήσεις έστω και το ελάχιστο απ’ αυτό που κάνουν ξέροντας ότι δεν θα καταφέρεις και πολλά. Οι αποτυχίες μπορεί να μην σε πτοούν και συνεχίζεις. Αντιγράφεις σημειώνοντας με το μολύβι σου τις γωνίες κλίσης, το άνοιγμα και το χτύπημα των φτερών, την κίνηση της ουράς, το στρίψιμο του κεφαλιού. Έπειτα κάνεις διορθωτικές αλλαγές, σε κάθε νέα πτήση, σε κάθε απογείωση, σε κάθε πετυχημένη προσγείωση, σε κάθε αρπακτική επίθεση. Σβήνεις με τη γομολάστιχα, προσθέτεις και πάλι αφαιρείς μέχρι οι σημειώσεις να έχουν το αποτέλεσμα που σε ευχαριστεί και ξεκινάς εκ νέου την προσπάθεια, παίρνεις φόρα τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορείς και κάνεις να ανοίξεις τα κέρινα φτερά σου πάνω από τα κοφτερά βράχια, τα χτυπάς με λύσσα, με δήθεν άρτια τεχνική, μέχρι που λυγίζουν και σε αναγκάζουν να προσγειωθείς ανώμαλα εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Σε αναγκάζουν να σκεφτείς και να δεχτείς ότι εσύ θα μένεις για πάντα στο χώμα ενώ οι φτερωτοί αλήτες έχουν ήδη δραπετεύσει.

φωτ. Θωμαή Παυλίδου
 

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Αύγουστος



Ξέρω ένα κορίτσι που σου μοιάζει και το λένε Σιωπή. Τα κομμάτια που του λείπουν βρέχονται από τα νερά των υδρορροών της εξαφανισμένης λεωφόρου. Μέσα στ’ αυτιά του φωλιάζουν νεογέννητα παιδιά. Έμβρυα σε πλήρη άνθιση. Απόγονοι της μαύρης θάλασσας, των προϊστορικών ρευμάτων και των τεκτονικών πλακών. Ξέρω ένα κορίτσι που μοιάζει με τσαμπί σταφυλιών. Δεν γνωρίζω το όνομά του αλλά πίνω τους χυμούς του κάθε απομεσήμερο. Φωλιάζω στην κοιλιά του νανουρίζοντας τους πρόσκαιρους εφιάλτες μου. Καταγράφω τα όνειρα που δεν θα δω ποτέ. Επισημαίνω τα όνειρα που δεν θυμάμαι παρά μόνο έναν χρόνο μετά. Ξέρω ένα κορίτσι που μου μοιάζει όλες τις μέρες με πανσέληνο και τις νύχτες με κόντρα ήλιο. Είναι εκεί που σκάει το κύμα και μαυρίζει το δέρμα αλειμμένο με ισχυρό αντηλιακό. Ξαπλώνει κάτω από τις ομπρέλες, τυλιγμένο με τεράστιες σαμπρέλες από παροπλισμένα τρακτέρ. Ξέρω ένα κορίτσι που σου μοιάζει και το φωνάζουν με το όνομά μου. Έχει τέσσερα δάχτυλα στο ένα χέρι κι όλο με χαιρετά με χαρά που περισσεύει. Κλείνει τα βότσαλα στη χούφτα και παίρνοντας φόρα τα εκσφενδονίζει μακριά. Δεν χτίζει κάστρα στην άμμο. Δεν το έκανε ποτέ. Ξέρω ένα κορίτσι που μυρίζει καλοκαίρι. Το σηκώνω ψηλά και το βάζω να καθίσει στους ώμους μου. Ψηλώνει και μαζί του ψηλώνω κι εγώ. Κλωτσάμε τα αφρισμένα νερά και γελάμε όπως δεν γελάσαμε ποτέ. Ανάβουμε μια μεγάλη φωτιά στην άμμο και ζεσταίνουμε τις μουλιασμένες πατούσες μας από το ολονύχτιο φαγοπότι. Ξέρω ένα αγόρι που μου γνώρισε ένα κορίτσι. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους. Θυμάμαι μόνο πως τα συνάντησα το σούρουπο κάποιου Αυγούστου κι από τότε είμαστε μαζί. Σχεδόν πάντα. 

φωτ. Θωμαή Παυλίδου