leykos xronos

leykos xronos

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Δεκέμβριος


Ο χρόνος μας δεν τελειώνει ποτέ. Μόνο ο χρόνος τελειώνει και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξαναρχίζει, μέσα σε μερικές ανάσες, μέσα στη λάμψη του νυχτερινού ουρανού, ανάμεσα στα μεγάλα και βαριά σύννεφα, με το άνοιξε κλείσε του διακόπτη, με τη ρύθμιση του ρολογιού, με το έθιμο στο σπίτι του παππού, με το μικρό εκείνο τραγουδάκι που σου φέρνει δάκρυα χωρίς να το θέλεις, με μια ευχή που είναι η μοναδική για όλη τη χρονιά, με το τσούγκρισμα των ποτηριών, με την αγκαλιά, τις αγκαλιές, με τις κουβέντες έξω στο κρύο, με την ομίχλη που σχεδόν την ακουμπάς, με τα πρόσωπα των παιδιών, με τους φίλους που ζούνε μακριά, με τους φίλους που σε σηκώνουν ψηλά στις πλάτες τους, με κείνα τα πλάσματα που περπάτησες, αγάπησες, μέθυσες, θρήνησες και χάρηκες ξανά, με τις ευωδιαστές ψυχές, με τον ήχο του κουδουνιού που συναγωνίζεται την καμπάνα τα μεσάνυχτα, με τις νότες των φωνών που συναγωνίζονται την πιο εξαίσια ποίηση του πλανήτη μας, με το βινύλιο που σολάρει ακούραστα στο παλιό πικάπ, με τις άπειρες διαδρομές στους αγαπημένους προορισμούς, με τις άπειρες διαδρομές στο κέντρο της αγάπης, μιας αδέσποτης αγάπης που δεν ανήκει πουθενά, της αγάπης που ανήκει σε όλους και όλοι μαζί της ανήκουμε. Ο χρόνος μας δεν τελειώνει ποτέ. Και του χρόνου…

φωτ. Θωμαή Παυλίδου

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

θλίψη

Σου το 'πα και παλιότερα: εγώ είμαι φτιαγμένος να τρέχω στις πλατείες, με κόσμο, χωρίς κόσμο, με λύπη, χωρίς λύπη. Έραψα το τελευταίο παντελόνι και το φόρεσα πίσω από τον μαρμαρωμένο έφιππο. Πάτησα τα κλαδιά που με ένα κραακ άνοιξαν δρόμο στα μάτια. Τα δικά σου κολλημένα στα γκράφιτι που σκάρωναν κάτι ορδές έφηβων κοριτσιών. Τα δικά σου μάτια κολλημένα στο ραγισμένο του ουρανού, στην πιο μεγάλη θλίψη. Δύο πράγματα μπορούσα να κάνω. Να εξαφανίσω τη θλίψη ή να προσθέσω άλλη τόση. Δεν έκανα τίποτα απολύτως. Πολύ αργότερα, λίγο πριν σπάσει η νύχτα στα δύο, κοιμήθηκα για τρεις μεγάλες ώρες κάνοντας παρέα στους νεκρούς που περιμένουν υπομονετικά το πέρασμά μας στην ανυπαρξία.